Δευτέρα 13 Οκτωβρίου 2014

Άνω Ιερουσαλήμ

 



Η ΑΝΩ ΙΕΡΟΥΣΑΛΗΜ
Αρχιμανδρίτου ΔΑΝΙΗΛ ΓΟΥΒΑΛΗ  
 «Δεδοξασμένα ελαλήθη περί σου, η πόλις του Θεού»
 (Ψαλμ. 86ος)

 
      Θα επισκεφθούμε μία πόλη. Μία ασύγκριτη και υπερθαύμαστη πόλη. Αν συνεργάζονταν οι καλύτεροι αρχιτέκτονες και μηχανικοί της γης και  αν χρησιμοποιούνταν τα εκλεκτότερα οικοδομικά υλικά και αν διατίθενταν κολοσσιαία χρηματικά ποσά, τέτοια πόλις δεν θα χτιζόταν.
 
Αν την γέμιζαν με τα πιο ωραία οικοδομήματα, τους πιο όμορφους κήπους, με θαυμαστά πάρκα και άλση, με ονομαστά μουσεία, με βιβλιοθήκες, με αγορές, με τόπους ψυχαγωγίας- δεν θα έλεγε τίποτε μπροστά στην πάλι πού εμείς θα επισκεφθούμε.
 
Πώς ονομάζεται αυτή η απαράμιλλη πόλις; Έχει διάφορες ονομασίες: Πόλις αγία, πόλις του θεού, μέλλουσα πόλις, σκηνή του θεού, νέα Σιών, νέα Ιερουσαλήμ, «καινή» (καινούργια) Ιερουσαλήμ.

 

Ονομάζεται και άνω πόλις, άνω μητρόπολις, άνω Ιερουσαλήμ. Ξεχωρίζει από κάθε γνωστή μας πόλη, γιατί δεν σχεδιάσθηκε και δεν χτίσθηκε από ανθρώπους, αλλά από τον Ίδιο τον Θεό. Τι ωραία πού το διατυπώνει ο Απόστολος Παύλος στην προς Εβραίους επιστολή!
 
«Εξεδέχετο γαρ την τους θεμελίους έχουσαν πάλιν ης τεχνίτης και δημιουργός ο Θεός»...πού σημαίνει: «Περίμενε ο Αβραάμ να κατοίκηση κάποτε στην πόλη με τα γερά θεμέλια, την οποία τεχνούργησε και δημιούργησε ο Θεός», (11,10).
 
Συγκλονιστικό και να το σκεφθεί κανείς. Ο αιώνιος Θεός με την ανεξιχνίαστη σοφία του, την απεριόριστη δύναμί του και τον άπειρο πλούτο του κατασκεύασε μια πόλη. Πώς να συλλάβη ανθρώπινο μυαλό το μεγαλείο, τον πλούτο, την δόξα της, τα κάλλη της.
 
Το χρυσό στόμα της Εκκλησίας μας, ο Ιερός Χρυσόστομος στην 25η ομιλία του στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο νουθετεί: «Ας φροντίσουμε να γίνουμε πολίτες της «άνω πόλεως». Μέχρι πότε θα μένουμε στην εξορία»; Και ερμηνεύοντας των 47ο ψαλμό σημειώνει; «Συνεχώς και πάντοτε να στρέφουμε το νου μας προς την πόλι μας, την Ιερουσαλήμ και να φανταζόμαστε πάντα τις ομορφιές της - «αυτής τα κάλλη διαπαντός φανταζόμενοι».

Οι Πατέρες μιλούν για το πένθος

 



 
 ΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΜΙΛΟΥΝ ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΝΘΟΣ
Του Πρωτ. κ. Σπυρίδωνος Λόντου

         Ο Χριστός ουδέποτε αρνήθηκε το δικαίωμα του ανθρώπου να εκφράζει τα συναισθήματα λύπης και συμπάθειας για τον χαμό κάποιου προσφιλούς προσώπου του. Μάλιστα ο Κύριος σπλαγχνίσθηκε την χήρα της Ναΐν που θρηνούσε το θάνατο του γιού της (Λουκ. 7, 13), βοήθησε τον Ιάειρο και ανέστησε την κόρη του (Μάρκ. 5, 22), λυπήθηκε και δάκρυσε για τον φίλο Του Λάζαρο (Ιωάνν. 11, 34).
 
Έτσι και οι Πατέρες της Εκκλησίας δεν χαρακτηρίζουν την λύπη και το πένθος ως αμαρτήματα, αλλά συνιστούν να μην καταντούν συντριβή και απελπισία, προϊόντα δηλ. απιστίας. Ζητούν να καταπραΰνουν τον πόνο με βάλσαμο παρηγοριάς και τα επιχειρήματα που προβάλλουν είναι το γεγονός ότι ο θάνατος είναι κοινός για όλους μας, το χριστιανικό δόγμα της αθανασίας της ψυχής και της ανάστασης των σωμάτων καθώς και το αγαθό όνομα του εκλιπόντος. Συνιστούν την εγκαρτέρηση στην θλίψη και την ελπίδα στον Αναστάντα Χριστό.
 
Ο Μ. Βασίλειος στη χήρα του Αρινθαίου συνιστά να έχει μέτρο στον πόνο της ώστε να μην συντριβεί από την λύπη της (Migne 32, 1001). Ακόμα λέει ότι δεν επιτρέπονται τα μεγάλα πένθη, τα ουρλιαχτά και τα ξεφωνήματα, αλλά μόνο τα μικρά δάκρυα. Ο Θεοδώρητος λέει ότι η θλίψη μας για τον θανόντα πρέπει να μοιάζει με την θλίψη μας για κάποιον που αποχωριζόμαστε πρόσκαιρα και να μετριάζεται με την ελπίδα (Migne 83, 1189).
 
Ο Ιωάννης Χρυσόστομος δεν απαγορεύει την αθυμία, ούτε την λύπη και το πένθος, αλλά ζητά να μην αγανακτούμε και να μην πενθούμε υπέρμετρα (Migne 48, 1019). Εμποδίζει την βαρειά λύπη και το μανιακό και απρεπές πένθος, την απελπισία και αγανάκτηση και ζητά την ευχαριστία προς το Θεό. Με την αδημονία ο πενθών βρίζει τον θανόντα και εξοργίζει το Θεό, θεωρώντας Τον άδικο. Ο Γρηγόριος Ναζιανζηνός βρίσκει κοινό φάρμακο στους πενθούντες ότι βλέπουν ανθρώπους να προπέμπουν άλλους ανθρώπους (Migne 35, 1041).
Παραθέτουμε κατωτέρω αποσπάσματα από λόγους παρηγοριάς ιερών πατέρων που μπορεί ο ιερεύς να χρησιμοποιεί για την ανακούφιση των πενθούντων:

Μ. Βασιλείου προς Νεκτάριον για τον θάνατο του γιου του (Migne 32, 237241): «. .. αν θελήσουμε να θρηνήσουμε κατά το μέγεθος του δυστυχήματος δεν θα μας φθάσει ο χρόνος του βίου και αν όλοι οι άνθρωποι στενάξουν μαζί μας, πάλι ο οδυρμός τους δεν θα είναι αρκετός για το μεγάλο πάθημά μας. Ας θελήσουμε να αναλογισθούμε το δώρο του Θεού, τον σώφρονα λογισμό. . . , ο οποίος επιτάσσει να μην λυπούμαστε για τους θανόντες. . . πρέπει με υπομονή να αποδεχόμαστε τις βουλές του Θεού έστω και αν είναι σκληρές. . . Όχι δεν στερήθηκες το γιό σου αλλά τον απέδωσες στον δημιουργό του, τον υποδέχθηκε ο ουρανός. Ας αναμείνουμε λίγο και θα είμαστε μαζί του, καθόσον όλοι πορευόμαστε προς το τέρμα της οδού που όλοι θα βαδίσουμε και όλους μας αναμένει το ίδιο κατάλυμα. Ας ευχόμαστε να μοιάσουμε με εκείνον στην αρετή, ώστε με το άδολο ήθος να τύχουμε της αναπαύσεώς του. . .

Πέμπτη 6 Φεβρουαρίου 2014

Το Άγιον Πάσχα. Ο θάνατος κατήργηται.

| Από Αρχιμ.Νικόδημος

“Χριστός ανέστη εκ νεκρών θανάτω θάνατον πατήσας και τοις εν τοις μνήμασι ζωή χαρισάμενος”.
Xριστός Ανέστη! Η μία μοναδική και αναριθμήτως επαναλαμβανόμενη αυτή ευχή ως ιαχή νίκης εναντίον του θανάτου και προσφορά της αιώνιας ζωής, αντηχεί στα πέρατα του κόσμου και εκπέμπει τα πιο ελπιδοφόρα μηνύματα. Να σημειώσουμε ότι η χαρά της Αναστάσεως που εκφράζεται και με την ευχή “χαίρετε” που ανταλάσσουν οι εν Χριστώ αδελφοί, δεν είναι μια συναισθηματική ευφροσύνη, αλλά η ισχυρή βεβαιότητα ότι ο Χριστός μας μετάγγισε την αναστημένη θεανθρώπινη ζωή Του, καταργώντας το κράτος του θανάτου. Μέχρι τότε όλοι οι άνθρωποι γνώριζαν πως έτσι τελειώνει η επίγεια ζωή τους.
Το φως της ελπίδας στα αναμμένα κεριά και τα πρόσωπα των ανθρώπων βεβαιώνουν πως πραγματικά “Χριστός Ανέστη” και “Ζωή πολιτεύεται και νεκρός ουδείς εν τω μνήματι”. Ο Χριστός με την Ανάστασή Του, μας ενσωμάτωσε στην αιώνια ζωή του Θεού. Αυτό μπορούμε να το γευόμαστε εμπειρικά όταν μεταλαμβάνομεν το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου, δηλαδή εμφυτεύονται μέσα μας σπέρματα Αναστάσεως. Εκκλησία της Ανάστασης Xριστός Ανέστη.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι Εκκλησία της Αναστάσεως. Όχι μόνο γιατί γιορτάζει πανηγυρικά την Ανάσταση με ωραίες ακολουθίες, αλλά γιατί μέσα της υπάρχει μόνιμα το Άκτιστο Φως, η Άκτιστη Δόξα του Αναστάντος Χριστού. Είναι το φως εκείνο που κατά διάφορους βαθμούς αναλόγως της καθαρότητάς τους έβλεπαν οι δίκαιοι στην Παλαιά Διαθήκη και θα βλέπουν οι δίκαιοι στην Βασιλεία των Ουρανών. Είναι ακόμα το φως εκείνο που είδαν οι Απόστολοι στο όρος Θαβώρ. Και ακριβώς μέσα στην Εκκλησία μπορούμε να μετέχουμε αυτής της δόξας που είδαν οι Απόστολοι στο Θαβώρ και που βίωσαν οι μαθητές κατά τις εμφανίσεις του Αναστάντος Κυρίου μας.
Μέσα στην Εκκλησία μπορούμε να απολαμβάνουμε όλην αυτήν την ενέργεια της Θείας Δόξας. Την βιώνουμε ως φωτιά που κατακαίει τα πάθη μας και μας οδηγεί στην μετάνοια, ως αναζήτηση της Θείας Χάριτος. Αισθανόμαστε δηλαδή τη θερμότητα εκείνη που βεβαιώνει και μαρτυρεί την ύπαρξη του Χριστού μέσα μας και μας προκαλεί την άρρητη χαρά από την παρουσία Του.
Αισθανόμαστε επίσης το Αναστάσιμο Φως που αποκαλύπτεται μέσα στην Ορθοδοξία μας με τη ζεστασιά, την παρηγοριά και την παράκληση που σκορπάει στις καρδιές μας. Επομένως η χαρά της Ανάστασης διαχέεται ως Φως που πλημυρίζει και καταυγάζει τα πάντα, τον ουρανόν και την γην και τα καταχθόνια. “Νυν πάντα πεπλήρωται φωτός, ουρανός τε και γη και τα καταχθόνια, εορταζέτω γουν πάσα κτίσις την έγερσιν Χριστού, εν ω εστερέωται”. Αγαπητοί αδελφοί, το Χριστός Ανέστη σημαίνει τελικά ο άνθρωπος ανέστη. Αυτό το σωτήριο και άκρως ελπιδοφόρο μήνυμα στέλλει στον καθένα από εμάς η Εκκλησία και μας καλεί να το εγκολπωθούμε μέσα από την αναστάσιμη χαρά που εκπέμπει παντού και πάντοτε. “Χριστός ανέστη εκ νεκρών θανάτω θάνατον πατήσας και τοις εν τοις μνήμασι ζωή χαρισάμενος”. Χριστός Ανέστη!
Εκκλησία Κύπρου – Χριστάκης Ευσταθίου, Θεολόγος
Πηγή:ΑΚΤΙΝΕΣ

Πέμπτη 30 Ιανουαρίου 2014

τὸ Λουτρὸ τῆς Ψυχῆς

τὸ Λουτρὸ τῆς Ψυχῆς



ΙΣΩΣ νὰ ἔχῃς πλησιάσει καὶ μερικὲς ἄλλες φορὲς στὴν Ἐξομολόγησι καὶ ἀσφαλῶς θὰ ἤθελες νὰ μάθης περισσότερα γύρω ἀπὸ τὸ ἱερὸ αὐτὸ Μυστήριο, ποὺ τόση ἀνακούφισι καὶ γαλήνη χαρίζει στὴν ψυχή σου. Θὰ ἐπιθυμῇς ἀκόμη νὰ ἐμάθαινες πὼς θὰ πλησίαζες καλύτερα καὶ πὼς θὰ ἐχρησιμοποιοῦσες ἀποδοτικώτερα τὴν ἁγία καὶ πολύτιμη εὐκαιρία, ποὺ σοῦ χαρίζει διὰ τοῦ Μυστηρίου αὐτοῦ ὁ Θεός.

Ἴσως ὅμως νὰ εἶσαι ἀπὸ ἐκείνους, ποὺ δὲν ἐγνώρισαν ὡς τώρα τὴν γαλήνη καὶ τὴν χαρὰ ποὺ χαρίζει ἡ Ἐξομολόγησις. Δὲν σοῦ ἐδόθη ἡ κατάλληλη εὐκαιρία. Δὲν γνωρίζεις τὴν ἀναγκαιότητα τῆς Ἐξομολογήσεως. Δὲν γνωρίζεις πὼς πρέπει νὰ ἐξομολογηθῇς. Θὰ ἤθελες ὅμως νὰ πληροφορηθῆς, νὰ μάθης…

Τὸ βιβλιαράκι αὐτό, μέσα στὶς ὀλίγες γραμμές του, αὐτὸ ἀκριβῶς σκοπεύει. Νὰ δώσῃ, εἰς ὅσους ἔχουν τὴν δίψα νὰ μάθουν, τὴν εὐκαιρία, νὰ γνωρίσουν τὰ βασικὰ γύρω ἀπὸ τὸ μεγάλο Μυστήριο τῆς Ἐξομολογήσεως, νὰ βοηθήση εἰς τὸ νὰ κάνουν καλὴ Ἐξομολόγησι, νὰ αἰσθανθοῦν τὴν ἀνακούφισι καὶ τὴν χαρὰ ποὺ φέρνει ἡ Ἐξομολόγησις, χαρὰ ἡ ὁποία εἶναι ὁ ἀντίλαλος τῆς χαρᾶς τοῦ οὐρανοῦ, διότι ὅπως εἶπε ὁ Χριστός: «Χαρὰ γίνεται ἐν οὐρανῷ ἐπὶ ἑνὶ ἁμαρτωλῶ μετανοοῦντι».

Πρῶτα – πρῶτα θὰ ἀπαντήσουμε στὴν πρωταρχικὴ ἀπορία σου:
ΔΙΑΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΘΩ;

ΘΑ ἐξομολογηθῆς γιὰ νὰ βρῇς τὴν γαλήνη καὶ τὴν χαρά σου. Εἶσαι στενοχωρημένος καὶ λυπημένος. Πολλὲς σκέψεις καὶ ἀγωνίες βασανίζουν τὴν ψυχή σου. Νομίζεις ὅτι αἰτία τῆς ἀγωνίᾳς σου εἶναι ἡ ἀνέχει, ἡ ἀρρώστια, οἱ δυσκολίες ποὺ συναντᾷς… Πραγματικὰ ὅμως ἡ οὐσιαστικὴ ἀφορμὴ εὑρίσκεται ἀλλοῦ. Ἡ χαρὰ καὶ ἡ λύπη τοῦ ἀνθρώπου ἔχει τὴν πηγή της στὴν συνείδησί του. Ὅταν αὐτὴ εἰρηνεύῃ καὶ δὲν διαμαρτύρεται, τότε ὅση συννεφιὰ καὶ ἂν εἶναι ἄπ᾿ ἔξω, ὁ ἄνθρωπος χαίρεται τὴν ζωή του. Ὅταν ὅμως ἡ συνείδησις φωνάζῃ πὼς εἶσαι ἔνοχος, τότε καὶ μέσα στὴν πιὸ ζηλευτὴ ὑγεία καὶ στὰ μεγαλύτερα πλούτη καὶ στὶς ζωηρότερες ἀπολαύσεις, θὰ εἶσαι ὁ δυστυχής. Θὰ εἶσαι ἔνος ἄλλος Δαμοκλῆς, ποὺ θὰ βλέπῃς ἐπάνω ἀπὸ τὸ κεφάλι σου νὰ κρέμεται τὸ ξίφος τῆς θείας δικαιοσύνης. Ἀπὸ τὴν κατάστασι αὐτὴ μόνο ἡ Ἐξομολόγησις ἔχει τὴν δύναμι νὰ σὲ λυτρώσῃ, διότι μόνο μὲ αὐτὴν ἐπιτυγχάνεται ἡ συγχώρησις τῶν ἁμαρτιῶν σου καὶ ἄρα ἡ γαλήνη τῆς συνειδήσεώς σου.

Θὰ ἐξομολογηθῆς γιὰ νὰ ἀποκτήσῃ καὶ πάλι ἡ ψυχή σου τὴν καθαρότητα καὶ τὴν ὡραιότητα ποὺ τῆς ἔδωσεν ὁ Θεός. Οἱ παρεκτροπὲς καὶ οἱ ἁμαρτίες σου εἶναι ἐκεῖνα ποὺ μολύνουν καὶ ἀσχημίζουν τὴν ψυχήν σου, ποὺ τὴν κάνουν ἀγνώριστη, τόσο, ὥστε νὰ τὴν ἀποστρέφεται ὁ Θεὸς καὶ σιγὰ-σιγὰ καὶ οἱ ἄνθρωποι. Πρόσεξε καὶ θὰ ἰδῆς πόσο ἀποκρουστικὸς γίνεται ὁ ἄνθρωπος ὁ ἐγωϊστής, ὁ φθονερός, ὁ μέθυσος, ὁ ἐγκληματίας, ὅσο ὡραῖος καὶ ἂν εἶναι ἐξωτερικά.

Θὰ ἐξομολογηθῆς ἀκόμη, διότι αὐτὴ εἶναι ἡ ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ. Μὲ τὸ στόμα τοῦ Προφήτου Ἡσαΐα ὁ Θεὸς διέταξε: «Λούσασθε καὶ καθαροὶ γίνεσθε, ἀφέλετε τᾶς πονηρίας ἀπὸ τῶν ψυχῶν ὑμῶν». Ὁ Πρόδρομος Ἰωάννης, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὁ Κύριος μας εἰς μετάνοιαν ἐκάλεσαν: «Μετανοεῖτε, ἤγγικε γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν». Καὶ δὲν ὑπάρχει χριστιανικὴ ψυχή, ποὺ νὰ μὴ συγκινῆται διαβάζοντας τὴν παραβολὴ τοῦ Ἀσώτου υἱοῦ, τὸν ὁποῖον ἡ πραγματικὴ μετάνοια καὶ ἡ εἰλικρινὴς ἐξομολόγησις ὠδήγησαν στὸ νὰ ξαναπάρῃ τὴν πρώτη του θέσι στὸ πατρικὸ σπίτι.

Πρέπει λοιπόν, εἶναι ἀνάγκη, νὰ ἐξομολογηθῆς.
ΠΟΥ ΘΑ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΘΩ;

ΟΧΙ μπροστὰ στὴν εἰκόνα οὔτε ἀπ᾿ εὐθείας στὸν Θεό. Ἐφ᾿ ὅσον πῆρες ἀπόφασι νὰ ἐξομολογηθῆς, εἶσαι ὑποχρεωμένος νὰ κάμῃς Ἐξομολόγησι ὅπως τὴν ὤρισε ὁ Χριστὸς καὶ ἡ Ἐκκλησία καὶ ὄχι ὅπως νομίζεις σύ. Ὅσες φορὲς τὰ εἶπες στὴν εἰκόνα ἢ ἀπ᾿ εὐθείας στὸν Θεό, τί ἀπάντησι ἐπῆρες; Καὶ πῶς εἶσαι σίγουρος ὅτι ἔκαμες καλὴ Ἐξομολόγησι, ἀφοῦ γιὰ πολλὰ ἴσως σφάλματά σου δὲν ἐθεώρησες ἀνάγκη νὰ τὰ πῇς, διότι δὲν ἐγνώριζες πὼς εἶναι ἁμαρτίες; καὶ ὕστερα ἀπὸ μία τέτοια Ἐξομολόγησι τί ὁδηγίες καὶ τί συμβουλὲς ἐπῆρες γιὰ τὴν διόρθωσι τῆς ζωῆς σου;

Ἂν αὐτὸ ποὺ λὲς εἶναι ὀρθό, τότε θὰ εἶναι σωστὸ κι᾿ αὐτὸ ποὺ θὰ σοῦ πῶ τώρα: Ὅταν εἶσαι ἄρρωστος, δὲν χρειάζεται νὰ πᾷς στὸν γιατρό. Πάρε μία φωτογραφία τοῦ γιατροῦ καὶ πές της ποῦ πονεῖς καὶ τί αἰσθάνεσαι!

Ὄχι λοιπόν! Γιὰ νὰ ἐξομολογηθῇς, θὰ πᾷς στὸν Ἱερέα, στὸν Πνευματικό, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐπιφορτισμένος ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ εἰδικὰ μὲ τὴν ἐργασία αὐτή. Ὁ Κύριος, μετὰ τὴν Ἀνάστασί Του, τὸ βράδυ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς Ἀναστάσεως, ἔδωσε στοὺς Ἀποστόλους τὴν εἰδικὴ αὐτὴ ἐξουσία μὲ τὸ νὰ ἐμφυσήσῃ εἰς αὐτοὺς τὸ Ἅγιον Πνεῦμα καὶ μὲ τοὺς βαρυσήμαντους αὐτοὺς λόγους: «Λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον· ἄν τινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς· ἄν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται» (Ἰωάν. κ´ 22-23).

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος λέει τὰ ἑξῆς, ἐρμηνεύοντας τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Κυρίου: «Καίτοι κατοικοῦν ἐδῶ εἰς τὴν γῆν, ἐπετράπησαν νὰ διοικοῦν τὰ ἐν οὐρανοῖς καὶ ἔλαβον ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν ὁ Θεὸς οὔτε εἰς ἀγγέλους, οὔτε εἰς ἀρχαγγέλους ἔδωκε, διότι δὲν εἶπεν εἰς ἐκείνους «ὅσα ἂν δήσητε ἐπὶ τῆς γῆς, ἔσται δεδεμένα ἐν τῷ οὐρανῷ, καὶ ὅσα ἂν λύσητε ἐπὶ τῆς γῆς, ἔσται λελυμένα ἐν τῷ οὐρανῷ». Ὅσα οἱ Ἱερεῖς ἐδῶ ἐπὶ τῆς γῆς ἐνεργοῦν (διὰ τοῦ Μυστηρίου τῆς Ἐξομολογήσεως), ταῦτα ὁ Θεὸς ἀπὸ τὸν οὐρανὸν ἐπικυρώνει καὶ ὁ Δεσπότης ἐπιβεβαιώνει τὴν ἀπόφασιν τῶν δούλων τοῦ Ἱερέων…»

«Μετανοήσατε οἱ πεπλανημένοι, ἐπιστρέψατε τῇ καρδίᾳ» (Ἡσαΐας, μς´ 8)
ΟΧΙ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΙΕΣ

ΠΑΡ᾿ ὅλα αὐτὰ εἶναι μερικοί, ποὺ δικαιολογοῦνται πὼς δὲν ὑπάρχουν σήμερα καλοὶ Ἱερεῖς καὶ κατάλληλοι Ἐξομολόγοι. Αὐτὸ εἶναι μία μεγάλη ἀνακρίβεια. Σήμερα ὑπάρχουν καλοὶ Ἐξομολόγοι, περισσότεροι ἀπὸ κάθε ἄλλη φορά. Τὸ μόνο ποὺ χρειάζεται εἶναι νὰ ψάξωμε νὰ τοὺς βροῦμε.

Ἂς κάνουμε γιὰ τὴν ὑγεία τῆς ψυχῆς ὅτι κάνουμε καὶ γιὰ τὴν ὑγεία τοῦ σώματος. Ὅταν ἀρρωστήσωμε, ἐρωτοῦμε νὰ μάθωμε ποὺ εἶναι ὁ καλὸς γιατρός. Καὶ εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ φθάσωμε καὶ στὴν Εὐρώπη καὶ στὴν Ἀμερικὴ ἀκόμη. Γιατί νὰ μὴν κάνουμε τὸ ἴδιο καὶ γιὰ τὴν ψυχή μας; Θὰ σὲ ἐρωτοῦσα ἀκόμη καὶ κάτι ἄλλο: Μήπως ἐξετάζεις τί ἄνθρωπος εἶναι ὁ γιατρός, ὁ φαρμακοποιός, ὁ ἀρτοποιός σου; Δὲν πηγαίνεις μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ πάρῃς ὅτι σου χρειάζεται, ἀδιαφορώντας γιὰ τὸ ποιὸν τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν;

Ἔπειτα μὴ λησμονεῖς ὅτι ἡ χάρις τοῦ Μυστηρίου δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ πρόσωπο τοῦ Ἱερέως. Ἡ συγχώρησις τῶν ἁμαρτιῶν σου, τὴν ὁποίαν πηγαίνεις νὰ λάβῃς στὴν Ἐξομολόγησι, δὲν πηγάζει ἀπὸ τὸν Ἱερέα, ἄλλ᾿ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Θεό. Ἐὰν προσέξης, θ᾿ ἀκούσης, στὸ τέλος τῆς Ἐξομολογήσεως, τὸν Ἱερέα, μετὰ τὴν ἀνάγνωσι τῆς εὐχῆς, νὰ σοῦ λέῃ καὶ τὰ ἑξῆς: «Ἡ χάρις τοῦ Παναγίου Πνεύματος, (ὄχι ἐγώ), διὰ τῆς ἐμῆς ἐλαχιστότητος, ἔχει σε συγκεχωρημένον καὶ λελυμένον».
ΠΟΤΕ ΟΜΩΣ;

ΠΡΕΠΕΙ νὰ ἐξομολογηθῇς τὰ ταχύτερο. Χωρὶς νὰ χάσῃς καθόλου καιρό. Μὴ πῇς: Ἐξομολογοῦμαι ἀργότερα. Ὁ καιρὸς δὲν εἶναι στὴν ἐξουσία σου. Πόσους δὲν ἐγέλασε καὶ δὲν κατέστρεψε ἔτσι ὁ ἐχθρὸς τῆς ψυχῆς μας, ὁ διάβολος! Ὅσο ἀναβάλλεις, τόσο συσσωρεύονται ὅλοι καὶ περισσότερες ἁμαρτίες. Ὅσο περνᾷ ὁ καιρός, τόσο οἱ ἁμαρτίες σου θὰ γίνωνται βαρύτερες καὶ χειρότερες. Μὴ φαντάζεσαι ὅτι οἱ μεγάλοι ἁμαρτωλοὶ ἔφθασαν διὰ μιᾶς στὸ κατάντημά τους. Ἀπὸ μικρὲς ἁμαρτίες ἄρχισαν καὶ σιγὰ – σιγά, χωρὶς τὴν συγχώρησι καὶ τὴν ἐνίσχυσι τῆς Ἐξομολογήσεως, ἡ ψυχή τους συνήθισε στὴν ἀτμόσφαιρα καὶ τὴν ζωὴ τῆς ἁμαρτίας καὶ ἔτσι προχώρησαν ἀπὸ τὶς μικρότερες στὶς μεγαλύτερες ἁμαρτίες, χωρὶς νὰ τὸ ἀντιληφθοῦν. Μὲ τὴν Ἐξομολόγησι βγάζεις ἀπὸ τὸ χωράφι τῆς ψυχῆς σου τοὺς σπόρους τοῦ κακοῦ, ποὺ σπέρνει ὁ διάβολος, καὶ δὲν τοὺς ἀφίνεις νὰ ριζολογήσουν καὶ νὰ ἀναπτυχθοῦν. Ἐπὶ πλέον, ὅσο ἀναβάλλεις νὰ ἐξομολογηθῇς, τόσο δυσκολώτερο σοῦ φαίνεται νὰ πλησιάσῃς στὸν Πνευματικό. Μὴ πῇς μὲ τὸν νοῦ σου: Θὰ μετανοήσω καὶ θὰ ἐξομολογηθῶ, ὅταν θὰ γηράσω. Ποιὸς σοῦ ὑπόσχεται ὅτι θὰ γηράσης; καὶ πὼς φαντάζεσαι ὅτι θὰ ἔχῃς τὴν ἀντοχὴ ποὺ χρειάζεται γιὰ νὰ μετανοήσῃς, ὅταν ξέρῃς πόσο ἀδύνατη γίνεται καὶ ἡ θέλησις καὶ ἡ σκέψις καὶ ὅλες οἱ δυνάμεις τοῦ ἡλικιωμένου ἀνθρώπου;

Μὴ σκεφθῇς: Τώρα εἶμαι πολὺ ἁμαρτωλός. Θὰ φροντίσω σιγὰ-σιγὰ νὰ διορθωθῶ καὶ μετὰ ἐξομολογοῦμαι. Ἀλλοίμονο ἂν ὁ βαρειὰ ἄρρωστος ἔλεγε θὰ γίνω καλύτερα καὶ μετὰ θὰ πάω στὸν γιατρό. Μὴν ἀφήσης νὰ πᾷς στὸν Πνευματικὸ τὴν τελευταία στιγμή, τὶς παραμονὲς τῶν μεγάλων Ἑορτῶν. Τότε εἶναι τόσοι πολλοὶ ποὺ περιμένουν νὰ ἐξομολογηθοῦν, ὥστε εἶναι ἀδύνατο καὶ ἀπὸ μέρους σου καὶ ἀπὸ μέρους ἐκείνου νὰ κάνῃς μία καλὴ Ἐξομολόγησι.

Πότε λοιπὸν θὰ ἐξομολογηθῆς;

Κάθε πότε πλένεσαι; Κάθε πότε πλένεις τὰ ροῦχα σου; Μήπως μένεις ἄπλυτος καὶ μὰ ἀκάθαρτα ροῦχα, λέγοντας ὅτι θὰ καθαριστῇς τὰ Χριστούγεννα ἢ τὸ Πάσχα; Μήπως ὅταν πονᾷς ἢ ὅταν σὲ καίῃ ὁ πυρετός, ἀφίνεις, ἔστων καὶ ὕστερα ἀπὸ μία ὥρα, νὰ ζητήσῃς τὴν βοήθεια τοῦ γιατροῦ; Ὅτι κάνῃς γιὰ τὸ σῶμα σου, θὰ κάνῃς καὶ γιὰ τὴν ψυχή σου. Μόλις αἰσθανθῇς τὸ πρῶτο λέρωμα, τὴν πρώτη πληγῆ, τὸ πρῶτο βάρος τῆς ἁμαρτίας, θὰ τρέξης ἀμέσως χωρὶς ἀναβολή.

Τῆς πατρῴας, δόξης σου, ἀποσκιρτήσας ἀφρόνως, ἐν κακοῖς ἐσκόρπισα, ὅν μοι παρέδωκας πλοῦτον· ὅθεν σοι τὴν τοῦ Ἀσώτου, φωνὴν κραυγάζω· Ἥμαρτον ἐνώπιόν σου Πάτερ οἰκτίρμον· δέξαι με μετανοοῦντα, καὶ ποίησόν με, ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου. (Κοντάκιον Κυριακῆς Ἀσώτου)
ΠΩΣ ΘΑ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΘΩ;

ΟΠΩΣ γιὰ νὰ πᾷς στὸν γιατρὸ πρέπει νὰ καταλάβης ὅτι εἶσαι ἄρρωστος, ἔτσι καὶ γιὰ νὰ ξεκινήσῃς νὰ ἐξομολογηθῆς πρέπει πρῶτα – πρῶτα νὰ συναισθανθῇς ὅτι εἶσαι ἕνας ἁμαρτωλός. Πολλοὶ νομίζουν πὼς δὲν ἔχουν ἁμαρτίες ἢ πιστεύουν πὼς οἱ ἁμαρτίες τους εἶναι ἀσήμαντες καὶ ἐλαφρές, ἄλλωστε ἔχουν τόσες δικαιολογίες γιὰ τὰ σφάλματά τους. Ὅμως ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ βεβαιώνει κατηγορηματικὰ ὅτι δὲν ὑπάρχει δίκαιος «οὐδὲ εἷς» καὶ μᾶς προειδοποιεῖ ὅτι «ἐὰν εἴπωμεν ὅτι ἁμαρτίαν οὐκ ἔχομεν, ἑαυτοὺς πλανῶμεν καὶ ἡ ἀλήθεια οὐκ ἔστιν ἐν ἡμῖν». Ὅσες καὶ ὅποιες καὶ ἂν εἶναι οἱ ἁμαρτίες μας, εἶναι ἁμαρτίες, ποὺ γιὰ νὰ συγχωρηθοῦν ἐχρειάσθη νὰ σταυρωθῆ ὁ Χριστός.

Ἐὰν λὲς ὅτι δὲν ἔχεις ἁμαρτίες, ἢ ὅτι οἱ ἁμαρτίες σου εἶναι ἐλαφρὲς καὶ δικαιολογημένες, αὐτὸ σημαίνει πὼς δὲν γνωρίζεις ὅσο πρέπει τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ. Ἐδῶ θὰ σὲ βοηθήσωμε σύντομα καὶ ἁπλὰ νὰ ἐξετάσης τὸν ἑαυτό σου κάτω ἀπὸ τὸ φῶς τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ ἀνακαλύψῃς καὶ ἐξακριβώσῃς τὶς ἁμαρτίες σου. Ὁ κατάλογος τῶν ἐρωτημάτων αὐτῶν δὲν ἐξαντλεῖ καὶ δὲν περιλαμβάνει – διότι δὲν εἶναι ἔυκολο – ὅλες τὶς περιπτώσεις ποὺ μπορεῖ νὰ ἐγίναμε ἔνοχοι ἀπέναντι τοῦ θείου νόμου. Θὰ σοῦ εἶναι ὅμως μία καλὴ ἀρχὴ καὶ μία ἀρκετὴ βοήθεια γιὰ ἂν κάνῃς μία καλὴ ἐξέτασι τοῦ ἐαυτοῦ σου.

Μὴ ξεκινήσῃς, λοιπόν, ἀπροετοίμαστος γιὰ τὴν Ἐξομολόγησι. Διάλεξε ἕναν ἤρεμο τόπο καὶ σὲ μία ἥσυχη ὥρα, βάλε κάτω τὸν ἑαυτό σου καὶ ἐξέτασε τὸν ἀμερόληπτα καὶ χωρὶς ἐλαφρυντικά.
Α´

Ἐξέτασέ τον πρῶτα ἐὰν εἶναι ἐντάξει στὰ καθήκοντά του πρὸς τὸν Θεό:

Ποιὰ εἶναι ἡ πίστις σου καὶ ἡ ἐμπιστοσύνη σου πρὸς τὸν Θεό; Μήπως στὶς δυσκολίες τῆς ζωῆς σου ἀπελπίζεσαι καὶ γογγύζεις κατὰ τοῦ Θεοῦ; Μήπως πιστεύεις σὲ ὄνειρα καὶ δεισιδαιμονίες; μήπως διαφωτίζεις καὶ ὁδηγεῖς ἄλλους στὰ νὰ τηρήσουν διάφορες δεισιδαιμονίες καὶ προλήψεις; Κατέφυγες καμμιὰ φορὰ στὰ μάγια, τὸν πνευματισμὸ κλπ.; Μήπως παρεσύρθης ποτὲ ἀπὸ αἱρετικὲς διδασκαλίες; Μήπως συζητεῖς μὲ τοὺς μάρτυρας τοῦ Ἰεχωβᾶ ἢ ἄλλους αἱρετικούς; Μήπως πηγαίνεις στὶς συναθροίσεις τους, ἢ διαβάζεις τὰ βιβλία τους; Ἀφίνεις τὸ στόμα σου ἐλεύθερο ὥστε νὰ βγαίνουν ἀπ᾿ αὐτὸ ἀπρεπεῖς λόγοι, ὕβρεις, κακολογίες, κατάρες; Μήπως ὠρκίσθηκες χωρὶς λόγο ἤ, τὸ χειρότερο, ψευδῶς; Προσεύχεσαι καὶ ἐκκλησιάζεσαι τακτικά; Στέκεσαι στὴν προσευχὴ καὶ στὴν Ἐκκλησία μὲ τὴν ἀπαιτούμενη εὐλάβεια; Φυλάττεις τὴν ἀργία τῆς Κυριακῆς, τὶς νηστεῖες (ἐφ᾿ ὅσον εἶσαι ὑγιής) καὶ τοὺς ἄλλους κανονισμοὺς τῆς Ἐκκλησίας μας;
Β´

Ἐξέτασε ἔπειτα τῆς συμπεριφορά σου πρὸς τοὺς ἄλλους:

Δείχνεις τὴν ὑπακοὴ καὶ τὸν σεβασμὸ ποὺ ἐπιβάλλεται στοὺς Ἱερεῖς, τοὺς γονεῖς, τοὺς διδασκάλους σου καὶ γενικῶς πρὸς τοὺς μεγαλυτέρους σου; Τοὺς τιμᾷς καὶ τοὺς βοηθεῖς στὶς ἀνάγκες τους; Μήπως συνηθίζεις νὰ κατακρίνεις ἢ νὰ κακολογῇς τοὺς Ἱερεῖς ἢ νὰ συμμετέχῃς σὲ συζητήσεις ὅπου διασύρεται καὶ σχολιάζεται ὁ κλῆρος;

Ἂν εἶσαι πατέρας ἢ μητέρα, μήπως ἀποφεύγεις τὴν τεκνογονία;

Φροντίζεις ὅπως πρέπει γιὰ τὰ παιδιά σου, φροντίζεις γιὰ τὶς ψυχές τους, προσέχεις νὰ τοὺς δίνῃς τὸ καλὸ παράδειγμα;

Μήπως ὑβρίζεις ἢ καταριέσαι τὰ παιδιά σου;

Μήπως ἐμποδίζεις τὰ παιδιά σου ἀπὸ τὸ Κατηχητικὸ Σχολεῖο ἢ τὰ σπρώχνεις στὴν κοσμικὴ ζωή;

Μήπως στενοχωρεῖσαι ἂν κάποιο παιδί σου ἐξεδήλωσε διάθεσι νὰ γίνῃ κληρικὸς ἢ νὰ ἀφιερωθῆ στὸν Χριστὸ καὶ κάνῃς τὸ πᾶν γιὰ νὰ τὸ ἐμποδίσῃς;

Μήπως δημιουργεῖς σκηνὲς καὶ ἐπεισόδια, ἢ βάζεις λόγια καὶ δημιουργεῖς ψυχρότητα ἢ διχόνοια ἀνάμεσα στὴν νύφη, τὴν πεθερά, ἢ τοὺς συγγενεῖς σου;

Ἂν εἶσαι ἐργοδότης ἢ προϊστάμενος, πῶς συμπεριφέρεσαι πρὸς τοὺς κατωτέρους σου; Μήπως τοὺς ἀδικεῖς; Ἂν εἶσαι ἐργάτης ἢ ὑφιστάμενος, εἶσαι εὐσυνείδητος στὴν ἐργασία σου;
Γ´

Μήπως ἐμποδίζεις τοὺς ἄλλους ἀπὸ τὸν ἐκκλησιασμὸ ἢ ἀπὸ τὴν ἐκτέλεσι τῶν θρησκευτικῶν καθηκόντων τους; Μήπως εἰρωνεύεσαι ἐκείνους, ποὺ ἐξομολογοῦνται καὶ κοινωνοῦν τακτικὰ καὶ γενικὰ ὅσους προσπαθοῦν νὰ ζήσουν τὴν χριστιανικὴ ζωή;

Ἐξέτασε ἀκόμη ἂν ἀγαπᾷς ὅλους, ἂν συγχωρῇς ἐκείνους ποὺ σὲ ἔβλαψαν, ἂν ὀργίζεσαι, ἂν ἐζημίωσες κανέναν, ἂν ἐφάνης ἀσυνεπὴς στὶς ὑποχρεώσεις σου, ἂν στὸ ἐπάγγελμά σου ἐργάζεσαι μὲ τιμιότητα, χωρὶς νοθεῖες, αἰσχροκέρδεια κλπ.

Μήπως ὑποκύπτεις στὰ σοβαρὰ ἁμαρτήματα τῆς χαρτοπαιξίας, τῆς συκοφαντίας, τῆς κατακρίσεως;…
Δ´

Ἐξέτασε ἀκόμη, μὲ ἰδιαιτέραν αὐστηρότητα τὴν ζωή σου ἀπὸ ἠθικῆς ἀπόψεως. Προσέχεις τί διαβάζεις, τί ἀκοῦς, τί συζητεῖς; Μήπως συχνάζεις σὲ θεάματα ποὺ προσβάλλουν τὴν ἠθική, σὲ διασκεδάσεις, χορούς κλπ.;

Μήπως σὲ παρασύρει ἡ μόδα, ὁ καλλωπισμὸς καὶ ἡ φιλαρέσκεια, ὥστε νὰ δημιουργῇς περιττὰ ἔξοδα, ἢ νὰ παραμελῇς ἄλλα σοβαρώτερα καθήκοντα, ἢ νὰ χάνῃς ἄσκοπα τὸν πολύτιμο χρόνο σου;

Μήπως διέπραξες ὁποιαδήποτε ἀνήθικη ἁμαρτία μὲ ὁποιοδήποτε πρόσωπο;

Ἂν εἶσαι νέος ἢ νέα, μήπως ἐκτίθεσαι σὲ συζητήσεις καὶ συναναστροφές, ποὺ θὰ σὲ ὁδηγήσουν ἴσως σὲ ἠθικὲς παρεκτροπές;

Μήπως, μὲ τὴν ἐνδυμασία σου, μὲ τὰ βλέμματά σου, μὲ τὰ λόγια σου, γενικὰ μὲ τὴν ἀπρόσεκτη συμπεριφορά σου, γίνεσαι ἀφορμὴ σκανδάλου;

Ἂν εἶσαι μνηστευμένος, προσέχεις τὴν ἁγνότητα τοῦ σώματος καὶ τῆς ψυχῆς σου μέχρι τῆς ἡμέρας τοῦ γάμου σου;

Ἂν εἶσαι σύζυγος, ἐτήρησες κατὰ πάντα τὴν συζυγικὴ πίστι;

«Ἐπιστράφητε, υἱοί, ἐπιστρέφοντες, καὶ ἰάσομαι τὰ συντρίμματα ὑμῶν». (Ἱερεμίας, Γ´ 22)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΞΕΤΑΣΙ

ΑΦΟΥ κάνῃς ὅσο μπορεῖς καλύτερα αὐτὴ τὴν ἐξέτασι τῆς συνειδήσεώς σου, θὰ πρέπῃ νὰ αἰσθανθῆς στὰ βάθη τῆς ψηχῆς σου λύπη καὶ συντριβή. Διότι μὲ τὶς ἁμαρτές σου ὕρβισες τὸν Θεό. Σὺ ὁ μικρὸς ἄνθρωπος τὸν μεγάλο Θεό. Σὺ ὁ ἁμαρτωλὸς ἄνθρωπος τὸν Ἅγιο Θεό. Τὸ πλάσμα τὸν Πλάστη του. Τὸ δημιούργημα τὸν Δημιουργό του. Ἐκεῖνον, εἰς τοῦ ὁποίου τὰ χέρια εὑρίσκεται ἡ ζωή σου καὶ ἡ ὑπαρξίς σου. Ἐκεῖνον, εἰς ἕνα νεῦμα τοῦ ὁποίου ὑποτάσσεται τὸ σύμπαν. Καὶ ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλὰ ἀκόμη ἐφάνηκες ἀχάριστος στὸν μεγαλύτερό σου εὐεργέτη. Σὲ Ἐκεῖνον, ποὺ σοῦ χαρίζει ὅλα τὰ ἀγαθά. Σὲ Ἐκεῖνον, ποὺ σὲ ἀνέχεται καὶ δὲν σὲ τιμωρεῖ γιὰ τὶς ἁμαρτίες σου. Σὲ Ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος δὲν ἐσυλλογίσθηκε τὸν Υἱό Του, ἀλλὰ τὸν παρέδωκε στὸν σκληρὸ καὶ ἀτιμωτικὸ θάνατο τοῦ Σταυροῦ γιὰ τὴν δική σου σωτηρία.

Θὰ λυπηθῇς καὶ θὰ στενοχωρηθῇς γιὰ ὅλα αὐτά. Τότε θὰ εἶναι πραγματικὴ ἡ μετάνοιά σου. Τότε θὰ δεχθῆ τὴν Ἐξομολόγησί σου ὁ Θεός. «Θυσία τῷ Θεῷ πνεῦμα συντετριμμένον ( καρδίαν συντετριμμένην καὶ τεταπεινωμένην ὁ Θεὸς οὐκ ἐξουδενώσει». Ὅλοι ὅσοι πραγματικὰ μετενόησαν, αὐτὸ ἔκαναν. Ὁ Δαβὶδ ἔλεγε: «Λούσω καθ᾿ ἑκάστην νύκτα τὴν κλίνην μου, ἐν δάκρυσί μου τὴν στρωμνήν μου βρέξω». Ἡ πόρνη ἐκείνη γυναίκα μὲ τὰ δάκρυα τὴν ἔπλυνε τὰ πόδια τοῦ Σωτῆρος. Ὁ Ἀπόστολος Πέτρος ἀρνήθηκε τὸν Χριστό, ἀλλὰ μόλις συναισθάνθηκε τὸ σφάλμα τοῦ «ἐξελθὼν ἔξω ἔκλαυσε πικρῶς».

Μὲ τὴν λύπη αὐτὴ καὶ τὴν κατάνυξι ξεκίνησε γιὰ τὸ Ἐξομολογητήριο.

Δίδου μοι κατάνυξιν καὶ τῶν κακῶν ἀλλοτρίωσιν καὶ τοῦ βίου διόρθωσιν, εἰς πάθη τοῦ σώματος νῦν βεβυθισμένῳ καὶ μεμακρυσμένῳ ἐκ σοῦ, Θεὲ παμβασιλεῦ, καὶ μηδαμόθεν ἐλπίδα ἔχοντι καὶ σῶσόν με τὸν ἄσωτον διὰ πολλὴν ἀγαθότητα, Ἰησοῦ παντοδύναμε, ὁ Σωτὴρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν. (Προσόμοιον κατανυκτικὸν γ´ ἤχου)
ΠΗΓΑΙΝΕ ΣΤΟΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΟΥ ὅλες τὶς ἁμαρτίες σου μὲ εὐθύτητα καὶ εἰλικρίνεια. Γνώριζε ὅτι καὶ μία ἔστω ἁμαρτία ἂν δὲν ἐξομολογηθῇς, ὄχι μόνο δὲν συγχωρεῖσαι δι᾿ ὅσες ἐξομολογήθηκες, ἀλλὰ διέπραξες καὶ μία ἀκόμη σοβαρώτερη ἁμαρτία, διότι ἐνόμισες πὼς θὰ κρυφθῇς ἀπὸ τὸν Θεό, ὁ ὁποῖος τὰ γνωρίζει ὅλα. Μὴν ἀφίνης τὸν ἑαυτό σου νὰ παρασύρεται ἀπὸ τὸ αἴσθημα τῆς ἐντροπῆς ποὺ σοῦ δημιουργεῖ τὴν ὥρα ἐκείνη ὁ Διάβολος. Πρέπει κανεὶς νὰ ἐντρέπεται τὴν ὥρα ποὺ ἁμαρτάνει καὶ ὄχι τὴν ὥρα ποὺ ἐξομολογεῖται. Συλλογίσου πόση ἀγάπη δείχνει καὶ στὰ σημεῖο αὐτὸ ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος δὲν ἀπαιτεῖ νὰ φανερωθοῦν οἱ ἁμαρτίες σου ἐνώπιον πολλῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἐπιβάλλει τῶν ἀνθρώπων ἡ δικαιοσύνη, ἀλλὰ ἐνώπιον μόνο του Ἱερέως, ὁ ὁποῖος καὶ θὰ εἶναι ὁ μόνος ἄνθρωπος, ποὺ θὰ μάθῃ τὰ σφάλματά σου. Καὶ ὁ Πνευματικὸς εἶναι ἀπόλυτα ὑποχρεωμένος –ἐπὶ ποινῇ καθαιρέσεως– νὰ τηρήσῃ ἱερὰ καὶ ἀπαραβίαστα τὰ μυστικὰ τῆς Ἐξομολογήσεως, ὄχι μόνο στὶς ἰδιωτικές του συζητήσεις, ἀλλὰ καὶ ἐνώπιον οἱασδήποτε δικαστικῆς ἢ πολιτικῆς ἀρχῆς. Σκέψου ἄλλωστε ὅτι ὁπωσδήποτε οἱ ἁμαρτίες μας πρέπει μία φορᾷ νὰ φανερωθοῦν. Καὶ θὰ φανερωθοῦν ἢ ἐδῶ, στὸν Πνευματικό σου ὁπότε θὰ συγχωρηθοῦν, ἢ κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Κρίσεως, ἐνώπιον δισεκατομμυρίων ἀνθρώπων, χωρὶς ἐλπίδα συγχωρήσεως, ἀλλὰ μόνο πρὸς καταισχύνη καὶ αἰώνια τιμωρία μας. Ποῦ λοιπὸν εἶναι προτιμότερο νὰ φανερώσῃς τὶς ἁμαρτίες σου; συλλογίσου ἀκόμη, τί θὰ ἔλεγες γιὰ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος, ἐνῷ πῆγε στὸν γιατρό, ἐντρέπεται ἂν δείξη σὲ αὐτὸν τὶς πληγὲς καὶ τὰ ἄρρωστα μέλῃ του; Πῶς μπορεῖ νὰ περιμένῃ θεραπεία ὁ ἄνθρωπος αὐτός; Γιὰ νὰ ἐξασφαλισθῇς καὶ νὰ νικήσῃς ἐξ ἀρχῆς τὸν θανάσιμο αὐτὸ κίνδυνο, ἐξομολογήσου πρώτη ἐκείνη τὴν ἁμαρτία, γιὰ τὴν ὁποία ἐντρέπεσαι περισσότερο.
ΠΡΟΣΕΧΕ ΟΤΑΝ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΑΙ

ΜΗ πῇς ἀόριστα καὶ γενικά: Εἶμαι ἕνας ἁμαρτωλός. Ὅπως ὁ ἄρρωστος δὲν λέει στὸν γιατρὸ ἁπλῶς: Εἶμαι ἄρρωστος. Ἐξομολογήσου καθαρὰ τὸ εἶδος τὴν κάθε ἁμαρτίας σου καὶ ἂν μία ἢ πολλὲς φορὲς ἔπεσες σὲ αὐτή.

Μὴ περιμένεις τὸν Πνευματικὸ νὰ σὲ ἐρωτᾷ: «Λέγε σὺ πρῶτος τὰς ἁμαρτίας σου, ἵνα δικαιωθῆς». Κατηγόρησε μόνο τὸν ἑαυτό σου. Μὴ ζητήσῃς νὰ ρίξης τὰ βάρος στοὺς ἄλλους, ὅπως ἔκαμε ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὕα. Μὴ προσπαθήσης νὰ δικαιολογηθῇς.

Ἐὰν ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἔλεγε ὅτι εἶναι ὁ πρῶτος τῶν ἁμαρτωλῶν, τότε τί πρέπει νὰ ποῦμε ἐμεῖς:
ΑΦΟΥ ΟΜΙΛΗΣΗΣ, ΑΚΟΥΣΕ

ΑΚΟΥΣΕ μὲ μεγάλη προσοχὴ τί θὰ σοῦ πῇ ὁ Πνευματικός. Γράψε στὸ πλάτος τῆς καρδιᾶς σου τὶς ὑποδείξεις καὶ τὶς συμβουλές του, μὲ τὴν ἴδια καὶ μεγαλύτερη προσοχή, μὲ τὴν ὁποία ὁ ἄρρωστος ἀκούει τὶς ὁδηγίες τοῦ γιατροῦ, γιὰ τὰ φάρμακα ποὺ πρέπει νὰ πάρῃ καὶ τὴν δίαιτα ποὺ πρέπει νὰ ἀκολουθήσῃ. Δέξου μὲ χαρὰ καὶ προσπάθησε νὰ ἐφαρμόσῃς μὲ ἀκρίβεια καὶ σχολαστικὰ τὸν «κανόνα» ποὺ θὰ σοῦ βάλῃ. Ἰδιαίτερα πρόσεξε μὴ τυχὸν καὶ προσέλθῃς στὸ Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας χωρὶς τὴν ἄδεια τοῦ Πνευματικοῦ.

Ὅταν ἡ Ἐξομολόγησίς σου γίνῃ κατὰ τὸν τρόπο ποὺ ἐκθέσαμε ἕως τώρα, τότε θὰ δοκιμάσῃς προσωπικὰ καὶ ὁ ἴδιος τὰ μεγάλα ἀποτελέσματα καὶ τὴν ἀνέκφραστη εἰρήνη καὶ χαρά, ποὺ φέρνει στὴν ψυχὴ ἡ καλὴ Ἐξομολόγησις.

Ὁ Ἀμνὸς ὁ τοῦ Θεοῦ, ὁ αἴρων πάντων τᾶς ἁμαρτίας, ἄρον τὸν κλοιὸν ἀπ᾿ ἐμοῦ τὸν βαρύν, τὸν τῆς ἁμαρτίας, καὶ ὡς εὔσπλαγχνός μοι δὸς δάκρυα κατανύξεως. (Ἐκ τοῦ Μεγάλου Κανόνος)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΙ

ΑΦΟΥ λοιπὸν ἐξομολογηθῇς, χρειάζεται νὰ προσέξῃς καλύτερα τὴν ζωή σου.

Τώρα ποὺ ὁ Κύριος σὲ συγχώρησε καὶ ἡ ψυχή σου καθαρίστηκε ἀπὸ τὸν μολυσμὸ τῆς ἁμαρτίας, πρόσεξε νὰ μὴν ξαναλυπήσῃς τὸν Θεὸ μὲ τὶς ἁμαρτίες σου. Προφύλαξε τὸν ἑαυτό σου ἀπὸ κάθε τί ποὺ μπορεῖ νὰ ξαναλερώσῃ τὴν ψυχή σου. Διότι πρέπει νὰ ξέρῃς ὅτι ἡ μετάνοια καὶ ἡ χριστιανικὴ μόρφωσις καὶ ἡ χριστιανικὴ ζωὴ δὲν εἶναι ὑπόθεσις μιᾶς μέρας, ἀλλὰ ἔργο ποὺ πρέπει νὰ σὲ ἀπασχολῇ σὲ ὅλη σου τὴν ζωή.

Μὲν ἐπαναπαυθῇς, λοιπόν, στὸν ὅτι μετενόησες καὶ ἐξομολογήθηκες, ἀλλὰ φρόντισε νὰ ἐξακολουθήσῃς τὸν καλὸ δρόμο, ποὺ σοῦ ἔδειξε ὁ Θεὸς καὶ ποὺ θὰ σὲ ὁδηγήση στὴν ἀληθινὴ εὐτυχία.

«Μακάριοι ὧν ἀφέθησαν αἱ ἀνομίαι καὶ ὧν ἐπεκαλύφθησαν αἱ ἁμαρτίαι» (Ψαλμ. ΛΑ´ 1)
ΑΓΩΝΙΖΟΥ ΤΟΝ ΚΑΛΟΝ ΑΓΩΝΑ

ΠΑΡΕ σταθερὴ καὶ ὁριστικὴ ἀπόφασι νὰ ἀγωνίζεσαι ἐναντίον κάθε ἁμαρτίας καὶ νὰ εἶσαι ἕτοιμος γιὰ κάθε θυσία, προκειμένου νὰ τηρήσῃς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸς εἶναι ὁ εὐγενέστερος ἀγών. Ὁ ἀγὼν ποὺ λυτρώνει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν ἀγωνία καὶ τοῦ δημιουργεῖ τὴν βαθύτερη χαρά. Ἀγωνίζου, ἐνθυμούμενος ὅτι κάθε φορὰ ποὺ ἀγωνίσθηκες γιὰ νὰ νικήσῃς τὸν πειρασμό, ὕστερα ἀπὸ λίγο κόπο ἐδοκίμασες τὴν μεγαλύτερη ἱκανοποίησι, ἐνῷ ἐὰν ὑπεχώρησες στὶς ἀπαιτήσεις τῆς ἁμαρτίας, ὕστερα ἀπὸ λίγη εὐχαρίστησι ἐδοκίμασες τὴν μεγαλύτερη ἀπογοήτευσι καὶ ἀηδία. Ἀγωνίζου… Κι ἂν στὸν ἀγῶνα αὐτὸν τραυματισθῇς, μὴν ἀποθαρρύνεσαι. Σπεῦσε γιὰ ἄλλη μιὰ φορά, σπεῦσε δὲ πάντοτε στὸ ἰατρεῖο τοῦ Χριστοῦ, τὴν Ἐξομολόγησι. Θὰ βρίσκῃς πάντοτε ἐκεῖ τὴν θεραπεία, τὴν συγγνώμη, τὴν δύναμι νὰ συνεχίσης τὸν ἀγῶνα σου.

«Τί ὠφελήσει ἄνθρωπον, ἐὰν κερδήσῃ τὸν κόσμο ὅλον καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ;». (Μάρκ. Η´ 36)
ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗΣΕ ΤΑ ΚΑΤΑΛΛΗΛΑ ΜΕΣΑ

ΦΡΟΝΤΙΣΕ νὰ μελετᾷς καὶ νὰ μαθαίνῃς καλύτερα τὸν Νόμο τοῦ Θεοῦ. Μὴ παραλείπεις μὲ τὴν προσευχὴ νὰ ζητῇς παρὰ τοῦ Θεοῦ δύναμι καὶ ἐνίσχυσι, ὥστε νὰ ἀγωνίζεσαι κατὰ τῆς ἁμαρτίας. Ἰδιαιτέρως δὲ μὴ παραλείπεις τὸν τακτικὸ ἐκκλησιασμὸ καὶ τὴν οὐράνια τροφὴ τῆς ψυχῆς μας, τὸ Σῶμα καὶ Αἷμα τοῦ Κυρίου, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ὅποιος τρέφεται παίρνει ὅλα ἐκεῖνα ποὺ τοῦ χρειάζονται γιὰ νὰ συντηρηθῇ καὶ ἀναπτυχθῇ ἡ ψυχή του.

«Χαρὰ γίνεται ἐν οὐρανῷ ἐπὶ ἑνὶ ἁμαρτωλῶ μετανοοῦντι». (Λουκ. ΙΕ´ 10)
ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ Η ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΙΣ

ΕΞΕΥΓΕΝΙΖΕΙ τὴν ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου, εἰρηνεύει τὴν ψυχή του. Τοῦ δίνει ὁδηγίες καὶ κατευθύνσεις γιὰ τὸν ἀγῶνα τῆς ζωῆς. Ἡ Ἐξομολόγησις εἶναι πραγματικὴ εὐλογία τῆς ζωῆς μας, διότι εἶναι ἐκείνη ποὺ συμφιλιώνει τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς χαρίζει τὴν ἄφεσι τῶν ἁμαρτιῶν τους καὶ ἐπὶ πλέον τοὺς προετοιμάζει γιὰ νὰ ὑποδεχθοῦν ἐντός τους τὴν μεγάλη δωρεὰ τοῦ Σώματος καὶ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ.

Ἀγάπησε τὴν μὲ ὅλη σου τὴν καρδιά, πήγαινε ὅσο μπορεῖς πιὸ συχνὰ σὲ αὐτὴν καὶ ἔτσι θὰ δοκιμάσης καὶ θὰ ἰδῆς καινούργιες ἡμέρες στὴν ζωή σου, ἡμέρες ἀληθινῆς χαρᾶς καὶ εἰρήνης.

ΠΑΘΗ ΚΑΙ ΑΠΑΘΕΙΑ

ΠΑΘΗ ΚΑΙ ΑΠΑΘΕΙΑ



ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΓΡΗΓΟΡΙΟ ΠΑΛΑΜΑ
 
Η εισήγηση αυτή έχει αντικείμενο ένα σπουδαίο για τη ζωή των Χριστιανών θέμα, το θέμα που άφορα τα πάθη και την απάθεια, που ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς διεξοδικά αναφέρεται σ’ όλους σχεδόν τους λόγους και τις ομιλίες του.

Ευθύς εξ αρχής πρέπει να αναφέρω ότι ή πλούσια αποστολικό πατερική του πείρα δεν αφήνει περιθώρια να θεωρήσουμε ότι ή διδασκαλία του για τα πάθη του ανθρώπου και την απεγκλωβίσει απ’ αυτά είναι προϊόν κάποιας ψυχολογικής γνώσεως ή καρπός στοχαστικών και φανταστικών επινοήσεων, αλλά μιάς βαθιάς Αγιοπνευματικής εσωτερικής εμπειρίας που αποκτήθηκε από την πολυχρόνια ασκητική βίωση και μοναχική παράδοση κυρίως στο Άγιο Όρος. Έτσι είναι έξω από την ηθικιστική εκείνη θεώρηση της πνευματικής ζωής που προσπάθησαν στην εποχή του, αλλά και μεταγενέστερα μερικοί να παρουσιάσουν στο χώρο της Ορθοδοξίας. Από τις προσωπικές του μάχες κατά των παθών και των δαιμόνων που τα υποκινούν, αλλά και από την παρουσία του Αγίου Πνεύματος στην καθαρή του ψυχή, μάς παρέδωσε την μαρτυρική πληροφορία ότι “μαρτυρίου στέφανον λήψεται ό τα πάθη δι’ αρετής τροπωσάμενος”.

Μέσα από τα κείμενα του λοιπόν θα παρακολουθήσουμε την φθοροποιό και θανατηφόρο ενέργεια των παθών που δι’ αυτών “τυπουται σκότος νοερόν” στην ψυχή, την απομακρύνει από τη ζωή, που είναι το θείο φως της, και τής επιφέρει τον θάνατο της, που είναι και ο πραγματικός θάνατος, που τον ονομάζει ό άγιος “σκότος πονηρόν” και προκαλεί λύπη αφόρητη.

Επίσης στα κείμενα του διδάσκει πώς να υπερβαίνει κανείς τα πάθη και τα θανατηφόρα αποτελέσματα τους και πώς να αποκτά με την συνεχή στροφή του λογισμού γύρω από τα θεία τις αρετές και εν συνεχεία πώς ή ενάρετη ψυχή παραλαμβάνεται από τη Χάρη του Αγίου πνεύματος και οδηγείται στα απόρρητα εκείνα αγαθά “α οφθαλμός εμπαθούς και αμελούς ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν άνθρωπου τοιούτου ουκ ανέβει”.

Για να ανάλυση κανείς την διδασκαλία του Αγίου για το θέμα αυτό διεξοδικότερα θα έπρεπε να γράψει ολόκληρη διατριβή. Τόσο πλούσιο υλικό βγαίνει μέσα από τα κείμενα του. Θα προσπαθήσουμε ωστόσο, στο λίγο χρόνο που διατίθεται, να παρουσιάσουμε τα κεντρικότερα σημεία τής πνευματικής του εμπειρίας ώστε να κατανοήσουμε κατά το δυνατόν τον τρόπο με τον όποιο διαδίδονται τα πάθη στον άνθρωπο και τις βασικές προϋποθέσεις που χρειάζεται κανείς να φθάσει στη μακαριά απάθεια.

1. Πάθη

α) Προσδιορισμός και εμφάνιση παθών
Ό άγιος Γρηγόριος ό Παλαμάς ακολουθώντας την συμφωνία της παραδόσεως των Πατέρων ότι τα πάθη δεν είναι μέρος τής ανθρώπινης φύσεως και δεν αποτελούν απ’ αρχής φυσικά στοιχεία της, αναφέρει ότι είναι κινήσεις και πράξεις ξένες προς την κατά φύσιν ζωή του άνθρωπου. “Διεστραμμέναι δε”, λέγει, “οδοί πάντως και σκολιαί, το μίσος, το ψευδός, ό δόλος, ό φθόνος, ή πλεονεξία, ή υπερηφάνεια και τα παραπλήσια τούτοις”, τα οποία όχι μόνο πραττόμενα, αλλά και “‘αγαπώμενα” και “μελετώμενα κατά νουν” αξιώνουν τον άνθρωπο “της θείας αποστροφής”. Οι αιτίες δε που τα δημιουργούν, αναφέρει στον υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων λόγο του, είναι ή “αμετρία” και ή “παράχρηση”. Π.χ. των πονηρών παθών που σχετίζονται με τη γεύση δεν είναι ή τροφή αίτια, “αλλά η αμετρία ταύτης ό εστίν ή τρυφή”. Δηλαδή ή γαστριμαργία, η λαιμαργία, η πολυποσία, η μέθη. Όταν ό άνθρωπος αρνείται την κατά φύσιν ζωή και την φυσική αναφορά του και σχέση του με τον Θεό και δια των αισθήσεων του εκπίπτει στην εμπαθή προσκόλληση του κόσμου, κάνει “παράχρηση των δυνάμεων της ψυχής του” απ’ όπου αναπόφευκτα φύονται τα μυσαρά και βδελυκτά πάθη.

Επομένως ή “αμετρία” και ή “παράχρηση” έχουν αρχή πρώτον στην απάτη του πονηρού και δεύτερον στη σύμπραξη τής βουλήσεως του άνθρωπου μ’ αυτόν. Αυτή λοιπόν ή απατηλή και φθονερή ενέργεια του διαβόλου και ή εκούσια άγνοια του Θεού δημιουργούν την υπερβολική προσήλωση στον αισθητό κόσμο που εν συνεχεία γεννά την εμπαθή αγάπη σ’ αυτόν και γεμίζει τη ζωή του πεπτωκότος άνθρωπου από εμπαθείς ενέργειες δημιουργώντας το νόμο τής αμαρτίας, τον όποιο ό Απόστολος ονομάζει “φρόνημα της σαρκός”.

Την αρχή της εμφανίσεως των παθών ό άγιος Γρηγόριος την ανάγει στο γεγονός της πτώσεως, όπως άλλωστε και όλοι οι υπόλοιποι πατέρες τής Εκκλησίας .Ή απάτη των πρωτοπλάστων ήταν αυτή που αναφέρει ό άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής: ήθελαν “προ Θεού, δίχα Θεού και ου κατά Θεόν” να γευθούν τον καρπό τής ζωής, δηλαδή τη θέωση, αδιαφορώντας για την εντολή που τούς έδωσε ό Θεός. Η εσφαλμένη αυτή κατεύθυνση τής ψυχής τους επέφερε πολλά και θλιβερά αποτελέσματα σε όλο τον ψυχοσωματικό εαυτό τους, αλλά και σε όλους τούς απογόνους τους. Δημιούργησε την διαστροφή και τη σύγχυση των δυνάμεων τής ψυχής και γέννησε τις παρά φύσιν και πονηρές επιθυμίες του σώματος. Επήλθε ή σύζευξη του σωματικού και κοσμικού φρονήματος και “μυριοπαθείς ημάς ποιήσασα, πολυτρόπως δίιστησι του απαθούς”. Αυτός λοιπόν ό κόσμος έκτοτε “εν τω πονηρω κείται”, “δια της ημετέρας παραχρήσεως και σφαλεράς διοικήσεως”. Αυτός ό κόσμος “ου κοσμοκράτωρ εστίν ό σατανάς”, αυτός ό κόσμος που αποτελείται από πολυάριθμο “όχλο παθών”, ό οποίος “κτίζεται εκ της φιλαμαρτήμονος ημών γνώμης συνεργεία του πονηρού”, είναι ό απατηλός κόσμος, που προξενεί την οδύνη στη φύση μας και συσσωρεύει μύριες δυσχέρειες κατά καιρούς, στην εσωτερική και εξωτερική ζωή του ανθρώπου.

Ό άγιος Γρηγόριος ό Παλαμάς ακολουθώντας τη διαίρεση της ψυχής του Πλάτωνα διακρίνει σ’ αυτή τρεις δυνάμεις: το λογιστικό, το θυμικό και το επιθυμητικό. Νοσεί ό άνθρωπος και στα τρία αυτά λέγει. Ή αρχή της νόσου προέρχεται από το επιθυμητικό, ανεβαίνει στο θυμικό και καταλήγει στο λογιστικό, όπου δια του εθισμού παγιώνεται και συντηρείται η νόσος. Οι επιθυμίες που δόθηκαν από τον Θεό να ζουν οι άνθρωποι δεν είναι ασφαλώς υπαίτιες. Γι αυτό είναι σύμφυτες με εμάς εξ απαλών ονύχων. Ή φιλαργυρία όμως που φυτρώνει λίγο αργότερα φαίνεται ότι είναι ή αρχή όλων των κακών όχι από τη φύση αλλά από την προαίρεση. Ό Απόστολος Παύλος δε, την ονομάζει ρίζα όλων των κακών. Δημιουργεί δε μετατόπιση της λατρευτικής αναφοράς του ανθρώπου από τον Θεό στα ποιήματα του Θεού οπότε ό Απόστολος “δεύτερον ειδωλολατρίαν προσηγόρευσε”.

Τα πάθη που γεννώνται από την “φιλουλίαν” δεν έχουν καμιά δυνατότητα “προς αγαθοεργίαν”. Ή αδυναμία προσκτήσεώς τους ξεσηκώνουν το θυμικό και προκαλούν την οργή και το θυμό, οπότε θηριοποιούν τον άνθρωπο, ή δε συγκέντρωση υλικών αγαθών τον καθιστά άφρονα, επειδή δεν μπορούν να τον βοηθήσουν σε τίποτε ούτε να του εξασφαλίσουν τη ζωή. Του επιτείνουν την επιθυμία προς πλουτισμό προφασιζόμενος συνεχώς την “πτωχείαν” και παραχώνουν σε χρυσωμένο χώμα, πριν από το φυσικό θάνατο, τον νουν του ζωντανού ανθρώπου, όπου του αλλάξουν τα φρονήματα και τον καθιστούν αντί για φιλόθεον και φιλάνθρωπον, φίλαυτον. Και στο πρώτο ανθρώπινο ζεύγος, λέγει ό άγιος, το πρώτο όργανο που άνοιξε τη θύρα των παθών στην ανθρώπινη υπόσταση είναι το επιθυμητικό της ψυχής.

Μετά λοιπόν την φιλοϋλία που είναι το πρώτο γέννημα της πονηράς επιθυμίας εμφανίζεται και το δεύτερον. Αυτό είναι ή φιλοδοξία. Τη χωρίζει σε δυο κατηγορίες: την πρώτη, την κοσμική κενοδοξία, που προσβλέπει “εις καλλωπισμούς σωμάτων και πολυτελείας ενδυμάτων”, και τη δεύτερη, τη θρησκευτική κενοδοξία, που επιτίθεται σ’ αυτούς που διακρίνονται στην αρετή. Δι’ αυτής συνεπάγεται “οιησίς τε και υπόκρισις δι’ ων συλήσαι και διασκεδάσαι τον πνευματικόν πλούτον ό εχθρός μηχανάται”.

Υπάρχει και τρίτο γέννημα της “κακώς εχούσης επιθυμίας” που είναι ή γαστριμαργία απ’ την οποία προέρχεται η σαρκική ακαθαρσία.

Οι προεκτάσεις λοιπόν της νοσηρότητας του επιθυμητικού τής ψυχής επιδρούν στο θυμικό και εν συνεχεία στο λογιστικό και επειδή ή ψυχή είναι ενιαία στη διαδικασία της θεραπείας πρέπει όλα να τύχουν θεραπευτικής αγωγής, αρχής γεννώμενης από του επιθυμητικού.

Ή κατ’ ενέργεια διάπραξη των πολυειδών παθών και ή εξωτερίκευση αυτών στηρίζεται στη νοσηρότητα του τρίμερους της ψυχής, οπότε μετά την ένσαρκη παρουσία του Χριστού και τη θεραπεία του όλου άνθρωπου μπορεί ό άνθρωπος να κρατήσει σε ισόρροπη θέση τις τρεις λειτουργίες της ψυχής προσφέροντας την εγκράτεια στο επιθυμητικό, την αγάπη στο θυμικό και τη διαρκή στροφή προς τον Θεό στο λογιστικό. Έτσι θα δειχθεί περίτρανα ή πείρα και διδασκαλία των Πατέρων ότι ή παρουσία των παθών σ’ ολόκληρη την ψυχή ή στις επιμέρους λειτουργίες της είναι μια συνάντηση με κάποιον ξένο που έρχεται προς αυτή προς αλλοτρίωση και κατεξουσιασμό της και δεν έχει καμιά σχέση ή δημιουργική ενέργεια του Θεού στην παραγωγή τους.

Β’ ΕΙΔΗ ΠΑΘΩΝ
Τα πάθη κατά την διδασκαλία του Αγ. Γρηγορίου του Παλαμά αν και είναι ποικίλα και πολύμορφα ωστόσο έχουν μεταξύ τους μια αλληλουχία. Εξαρτώνται και συνδέονται και μεταβιβάζουν την ενεργητικότητα τους γεννώντας άλλα. Επί παραδείγματι το πάθος της κενοδοξίας γεννά το φθόνο και πολλές φορές καταλήγει και στο φόνο. Από τον εγωισμό γεννιέται ή οίηση, ή υπερηφάνεια και ή υποκρισία, ακόμη και ή φιληδονία.

Στα έργα του Αγίου ή πρώτη διάκριση γίνεται με βάση την προέλευση των παθών. Έχουμε λοιπόν πάθη που προέρχονται από τα “σωματικά αισθητήρια” που γεννούν όπως είδαμε “την φιλοκτημοσύνην και φιλαργυρίαν”. Οι σωματικές αισθήσεις υποκινούνται από “άλλην περιεκτικωτάτην αίσθησιν ένδοθεν, την φαντασία”, όπου γεννώνται άλλες ηδονές και πάθη, όπως ή φυσίωσι και ή αλαζονεία. Υπάρχουν δε και μικτά πάθη που είναι γεννήματα από την αίσθηση και τη φαντασία, όπως είναι ή ανθρωπαρέσκεια, ή κενοδοξία και ή υπερηφάνεια.

Από όλες τις σωματικές αισθήσεις στέκεται ό άγιος στη γεύση.
Αυτή, όταν δεν περιορίζεται στην κάλυψη της αναγκαίας για το σώμα τροφής, καταλήγει, όπως είδαμε, στην γαστριμαργία ή πολυποσία. Από τη γαστριμαργία σαν από βορβορώδη δεξαμενή αναδίδονται βδελυροί κρουνοί που αρδεύουν με πλούσιο υλικό τα σαρκικά και υπογάστρια πάθη, όπως είναι ή πορνεία, ή μοιχεία, ή ακολασία, ή ασέλγεια και “πάσα ή της σαρκός ακαθαρσία”. Αυτά αφού υποδουλώσουν και την ακοή και την δράση και την όσφρηση, καθιστούν ποθεινά τα μυσαρά πράγματα, τα αισχρά λόγια, τα πορνικά άσματα, τα σατανικά χορεύματα, τα μυραλείματα, που υποβοηθούν τις αισχρότητες, τα βδελυρά φτιασιδώματα, τους στολισμούς δια πολυτελών ενδυμάτων και αναδημάτων. Έτσι χάνει τη σοφία ο νους που χορηγεί το άγιο Πνεύμα και κυριεύεται από άνοια. Εγκαταλείπει τον Θεό και γίνεται πλέον κτηνώδης ή δαιμονιώδης. “Νους γαρ αποστάς από του Θεού ή κτηνώδης γίνεται ή δαιμονιώδης. Ταις σαρκικαις έπιθυμίαις έκδοτον εαυτόν ποιεί και μέτρον ηδονής ου γινώσκει”.

Τα πάθη της φαντασίας είναι εκείνα που υποδαυλίζονται από το διάβολο. Τις περισσότερες φορές δεν υποκινούνται από εξωτερικά ερεθίσματα, αλλά κατ’ ευθείαν ο διάβολος ενεργεί δια των οκτώ γνωστών πειρασμών στο χώρο της φαντασίας, χωρίς πολλές φορές να τα συνειδητοποιεί.

Σε μια άλλη κατηγορία ο άγιος εντάσσει τα λεγόμενα ελάχιστα και ασήμαντα πάθη που οδηγούν όμως σε άλλα σοβαρότερα. Π.χ. η ευτραπελία, ή μωρολογία, ή βωμολοχία είναι δυνατόν όχι μόνο να οδηγήσουν την ψυχή σε πιο σοβαρά ολισθήματα, επειδή είναι «υπέκαυμα και προτροπή προς πορνεία», αλλά και τα ίδια, όπως και τα μεγάλα, εμποδίζουν την πνευματική ανάπτυξη της ψυχής και την πορεία της προς την τεθλιμμένη οδό της σωτηρίας.
γ) Συνέπειες των παθών.
Μια οδυνηρή συνέπεια των παθών, που παρατηρείται στη ζωή του ανθρώπου, είναι ή στέρηση της κοινωνίας του με τον Θεό. Ή παράβαση της εντολής του Θεού που διέπραξε τον παλαιό καιρό έγινε πρόξενος παντός θανάτου, της ψυχής και του σώματος, “του κατά τον νυν αιώνα και του κατά την ατελεύτητων εκείνη κόλασιν”.
Και ο κυρίως θάνατος είναι το “διαζευχθήναι την ψυχήν της θείας Χάριτος και τη, αμαρτία συζηγήναι”. Αυτός δε ο θάνατος, ο θάνατος της ψυχής, είναι ή εγκατάλειψη του Θεού. Το αίτιο δε της θείας εγκαταλείψεως δεν έχει τη γένεσή του στον Θεό, αλλά στην αμαρτία. Δηλαδή στην αυτεξουσιότητα του ανθρώπου που ο Θεός ουδέποτε παραβιάζει. “Ημείς ούν έσμέν, φευ, οι του οικείου θανάτου γεννήτορες”, λέει χαρακτηριστικά. Έτσι τονίζεται στα κείμενα του Αγίου, όπως και σ’ όλους τους ανατολικούς Πατέρες, ότι ο θάνατος, ή αμαρτία και οι συνέπειες της δεν έχουν οντολογικό περιεχόμενο, ούτε είναι μία φύση έστω κακή φύση, αλλά ή λανθασμένη προαίρεση του ανθρώπου που έχει φθοροποιές και νεκροποιές συνέπειες στη φύση του, αφού αλόγως αυτονομείται από την αρμονία της καθολικής φύσεως, που διοικείται από τον Δημιουργό. Αλλά και ο σωματικός θάνατος σαν έσχατο καταγώγιο της τραχείας οδού “εις ην εισήγαγεν των ανθρώπων το γένος ή αμαρτία”, αφού προηγουμένως έκανε το σώμα πολύμοχθο, πολύπαθες και φθαρτό, είναι προέκταση της παραβάσεως και επακόλουθο της αμαρτίας. Και αυτόν δεν τον δημιούργησε ο Θεός, αλλά ως συνέπεια και αυτός της θείας ακοινωνησίας παραχωρήθηκε συντηρώντας ή πρόνοια του Θεού το αυτεξούσιο και καταργώντας ταυτοχρόνως την παγίωση και αθανασία του κάκου. Προανήγγειλε όμως αυτόν με το “γη ει και εις γήν απελεύση” και επέτρεψε να συμβεί μη εμποδίζοντας “το εκβησόμενον συν δίκη”.

Όχι μόνον ο θάνατος είναι συνέπεια της παραβάσεως και των απ’ αυτήν εκφυομένων παθών, αλλά και ή επίγειος ζωή. Λέγει χαρακτηριστικά: εξ αιτίας της αμαρτίας “ενεδύθημεν τους δερμάτινους χιτώνας, το νοσηρόν τούτο και θνητό και πολυώδυνο σώμα” και μετοικήσαμε στον πρόσκαιρο τούτο κόσμο και καταδικαστήκαμε να ζούμε “πολύπαθη και πολυσύμφορον βίον”. Και όπως λέγει ό άγιος Γρηγόριος Νύσσης, αφού γυμνωθήκαμε από τα λαμπρά εκείνα ενδύματα “των θείων περιβολών”, ενδυθήκαμε τις εφήμερες τρυφές, τιμές και δόξες της σαρκός.

δ) Ο ρόλος του Σατανά
Κατά τον άγιο ο διάβολος, ο νοητός αρχέκακος όφις, όπως τον ονομάζει, έχοντας αυτομολήσει στην κακία, στερείται της αληθινής ζωής και αφού δικαιως απωθήθηκε απ ‘ αυτήν, γίνεται νεκρό πνεύμα όχι κατ ‘ ουσία, επειδή ή νεκρότης δεν έχει ουσία, αλλά “κατ ‘ αποβολή της όντως ζωής”. Και επειδή “ου κόρον λαμβάνει” την προς την κακία ορμή, καθίστα τον εαυτό του “νεκροποιόν πνεύμα”. Και έτσι απ αρχής είλκυσε με δόλο τον άνθρωπο προς την “οικείαν νέκρωσιν”. Ό ρόλος λοιπόν του διαβόλου έκτοτε είναι να προσεγγίζει τον άνθρωπο και με απατηλές υποσχέσεις να τον απομακρύνει από την αγαθότητα του Θεού και στο μέτρο που τον πείθει να του μεταδίδει στο σώμα και στην ψυχή του τα στοιχεία της νεκροποιού ενεργείας του, που είναι τα πάθη, και δι’ αυτών να οδηγεί τη φύση του στη πολυσύμφορη και νεκροποιό κατάληξη.

Ό άγιος Γρηγόριος ό Παλαμάς από τις προσωπικές του εμπειρίες που έχει για την πολεμική του διαβόλου λέγει, ότι ό σατανάς δεν υπαγορεύει απ ‘ ευθείας την αμαρτία, μάλιστα όταν ο άνθρωπος είναι συνδεδεμένος με την Εκκλησία και τα μυστήρια, αλλά υποκλέπτει “πανούργος” την διάθεση του λέγοντας του ψιθυριστά: Και συ ζώντας μόνος σου χωρίς να παρακολουθείς την Εκκλησία του Θεού, ούτε να προσεχής τον διδάσκαλο της Εκκλησίας, μπορείς να αντιληφθείς το καθήκον και μόνος σου και να μην απομακρύνεσαι από το αγαθό. Έτσι ,σιγά- σιγά τον αποσπά από την θεία επίβλεψη παραδίδοντας τον στα πονηρά έργα και στις πονηρές συνήθειες του κόσμου, όπου οι δαίμονες είναι “κοσμοκράτορες του αιώνος τούτου”. Αυτό το κάνει με μεγαλύτερη βία και μανία στους αγωνιζόμενους, ακόμη και στους υψηλά πνευματικός ισταμένους. Μόνον όταν ασφάλιση κανείς την ψυχή του με ύμνους και προσευχές προς τον Θεό, διδάσκει στον 51ο λόγο του ό άγιος, ό αντίπαλος δεν θα έχει θέση μέσα του. Θα απομακρυνθεί μαζί μ ‘ αυτόν ” και πάσα ή περί αυτόν φατρία των κακών”. Θα κοσμηθεί ή ψυχή από τη συμμετρία, τη σωφροσύνη, τη δικαιοσύνη, την πραότητα και την ταπείνωση και θα συνδέεται δια της αγάπης με τον Χριστό τον βασιλέα της ειρήνης και τους ανθρώπους, ζώντας ειρηνική και αστασίαστη ζωή.

2. ΑΠΑΘΕΙΑ
α) Μετάνοια και πένθος: προϋποθέσεις της απάθειας.
Για να εξέλθει κανείς από τη δουλεία των παθών και να επιστρέψει στην περιοχή της “ελευθερίας της δόξης των τέκνων του Θεού”, χρειάζονται στην αρχή απαραιτήτως ή μετάνοια και το πένθος. Ή μετάνοια είναι ή δυνατότητα που έδωσε ό Θεός στον άνθρωπο σ ‘ αυτή τη ζωή να συνειδητοποίηση την εγκληματική πράξη του, το να εγκατάλειψη δηλαδή τον Δημιουργό του, και να επιστρέψει κοντά του. Εξ άλλου ή προτροπή του Προδρόμου και αυτού του Χριστού στην αρχή κι όλας της δημοσίας δράσεως τους είναι το “Μετανοείτε, ήγγικε γαρ ή βασιλεία των ουρανών”.
Γι` αυτό και σε όλη την πατερική παράδοση ή μετάνοια θεωρείται απαραίτητη προϋπόθεση, αλλά και μόνιμο όπλο της ζωής του Χριστιανού, έως θανάτου για την θεραπεία, την πνευματική κατεύθυνση προς τον Θεό και την τελική άφιξη του σ ‘ Αυτόν. Λέγει σ ‘ ένα λόγο του ο άγιος Γρηγόριος: Ό άνθρωπος που μετανοεί με την ψυχή του δια μεν της αγαθής προαιρέσεως και της αποχής από την αμαρτία φθάνει προς τον Θεό”. Απέχει όμως από την τελική σωτηρία “τυραννούμενος υπό της κακής συνήθειας και των προλήψεων”. Γι` αυτό χρειάζεται ισόβια μετάνοια δια της οποίας αποσπά “την άνωθεν ευσπλαγχνίαν”. Από πουθενά άλλου δεν εξασφαλίζεται ή ελπίδα της σωτηρίας και απαλλαγής από τα πάθη τόσο, όσο από την διαρκή μετάνοια. Σε πολλούς λόγους του ό άγιος είναι προτρεπτικός στα έργα της μετανοίας. Υποστηρίζει δε, ότι μαζί με το πνευματικό πένθος, μπορεί να φτάσει κανείς στα μεγάλα και θαυμαστά επιτεύγματα, που χαρακτηρίζουν τη ζωή των Αγίων.

Το κατά Θεόν πένθος είναι ή μήτρα μέσα στην οποία κυοφορείται και μεταλλάσσεται ή ζωή τής μετανοίας Έχει δυο καταστάσεις: Μια οδυνηρή και μια ευφρόσυνη, απ ‘ τις οποίες χρειάζεται να περάσει ο Χριστιανός για να ζήση την αληθινή ζωή. Ή οδύνη είναι ή επίγνωση του ότι “πολλά πταίομεν” και ή αναγνώριση, κατά την κατόπτευση του εσωτερικοί μας ανθρώπου “του ειδεχθούς προσωπείου”. Αυτό γίνεται αισθητό περισσότερο κατά την ώρα της προσευχής που με κατάνυξη επικαλούμαστε το έλεος του Θεού. Η δε ευφροσύνη που εν συνεχεία αισθανόμαστε είναι ή γνώση τις “θεοφιλούς ενεργείας” που αναδημιουργεί την πεπτωκυία ψυχή και φέρνει τα καρποφόρα δάκρυα τής μετανοίας. Το κατά Θεόν πένθος είναι ή λύπη που αισθάνονται οι γνήσιοι μαθηταί του Χριστού α) για την έκπτωση από το χώρο της απάθειας του παραδείσου στο χώρο του πόνου των παθών, β) για την είσοδο της ψυχής στη γέεννα του πυρός, σε περίπτωση που δεν αξιωθεί της σωτηρίας και γ) για τη στέρηση του όντως αγαθού διδασκάλου Χριστού εξ αιτίας της οικείας γυμνώσεως. Ένδειξη του κατά Θεόν πένθους και της ειλικρινούς μετανοίας είναι ή αυτομεμψία, ή αληθινή ταπείνωση, ή συνεχής κατανυκτική επίκληση του ελέους του Θεού και ή σταθεροποίηση στην αρετή.

β) Κάθαρση των παθών και ή συμβολή του άνθρωπου.
Αν ή μετάνοια και το πένθος οδηγούν στην κάθαρση της ψυχής από τα πάθη, αυτή ή απάθεια είναι έργο της Χάριτος του Θεού. Είναι απαραίτητη όμως και ή συμβολή του ανθρώπου. Είναι αναγκαίος ο αγώνας της ανθρωπινής θελήσεως, ο οποίος ενισχύεται πλουσιοπάροχα από τη θεία Χάρη.
Όταν μια ψυχή ασκείται και αγωνίζεται να απελευθερωθεί από τις προκαταλήψεις αρχίζει σταδιακά να ζει την κάθαρση. Παρατηρεί ο άγιος τρία στάδια καθάρσεως: του αρχαρίου, του μέσου και του τελείου. Στα δύο πρώτα φαίνεται περισσότερο ή αγωνιστικότητα του ανθρώπου και ή έμμεση παρουσία του Θεού. Στο τρίτο γίνεται εμφανής ή παρουσία του Θεού ως επιβράβευση των προτέρων αγώνων του ανθρώπου. “εις μεν τους αρχαρίους”, λέγει, “επιβεβαιώσεις ότι τα διαβήματα των είναι κατά Θεόν, είναι ή απόκτησης της ταπεινώσεως, εις δε τους μέσους ή απομάκρυνσης των πολέμων, εις δε τους τελείους ή μετά περίσσειας απόκτησης του θείου φωτός”.

Πρακτικά ή κάθαρση επιτυγχάνεται με την προσπάθεια να προσέγγιση ο άνθρωπος τον Θεό με την προσευχή, την εξομολόγηση και τη θεία Ευχαριστία. Πριν απ ‘ αυτά χρειάζεται αγώνας επίπονος για να εξέλθει κανείς από το εγώ με διάφορες ταπεινωτικές πράξεις, να εγκατάλειψη τις αισθησιακές απολαύσεις και να καθαρίσει τους λογισμούς που κατακλύζουν και κατακυριεύουν τον νουν. Αυτή ή προσπάθεια ονομάζεται από τον άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο “πρώτη απάθεια”, ενώ ή μυστική ένωση με το θείον που είναι ή προσέγγιση του Θεού με τον “κεκαθαρμένον” άνθρωπο ονομάζεται “δευτέρα απάθεια . Για να επέλθει δε ή δεύτερη απάθεια είναι ανάγκη να συντελεστεί ή πρώτη. Οί ασκήσεις νηστεία, κακοπάθεια, αγρυπνία και όλες γενικά οι στερήσεις στη ζωή του Χριστιανού γίνονται επ ‘ ελπίδι της ελεύσεως της ημέρας της απολυτρώσεως και της υποδοχής της αφθαρσίας, “όπου το φθαρτό τούτο ενδύσασθαι δει αφθαρσίαν και το θνητό αθανασίαν”, κατά τον Απόστολο Παύλο. Αυτές ο άγιος τις ονομάζει σωματικές ή εξωτερικές ασκήσεις, όπου σκοπό έχουν να οδηγήσουν την ψυχή στο πένθος και την μετάνοια. Αν όμως παραμείνουν μόνον αυτές χωρίς την εγρήγορση του νοός δεν θα έχουν να προσφέρουν ουσιαστική κάθαρση και ο αγώνας δεν καταξιώνεται και δεν θα μπορεί ο άνθρωπος να απεγκλωβίζεται από τον αισθητό κόσμο, όσο και ενάρετος και αν γίνεται. Είναι απαραίτητη ή εξάσκηση του νοός, που την ονομάζει ο άγιος εσωτερική άσκηση. Αυτή την εσωτερική άσκηση τη θεωρεί πιο αξιόλογη γιατί είναι ή προσπάθεια να μεταστρέψει ό άνθρωπος τον νου του πιέζοντας με ισχυρή βία “το πολυπόρευτον τής διανοίας”, όπως χαρακτηριστικά λέγει, να πλησιάζει νοερά τον Θεό, όπου επιτυγχάνει τα άρρητα, γεύεται τον μέλλοντα αιώνα και γνωρίζει με νοερά αίσθηση ότι χρηστός ό Κύριος. Οπότε επιτυγχάνει τη μακαριά εκείνη κατάσταση που υψώνει τον άνθρωπο πάνω από κάθε επίγειο και κτιστό πράγμα και απελευθερώνοντας τον να πηγάσει εντός του ή μακαριά απάθεια. Όταν μηδέ ειπείς, μηδέ πράξης αισχρό κατά διάνοια και όταν τω ζημιώσαντι ή κακολογήσαντι μη μνησικακήσης και όταν εν τω καιρώ τής προσευχής άυλον και ανείδεον αεί έχεις τον νουν, τότε γνώθι, ότι έφθασες εις το μέτρον της απάθειας και τής τελείας αγάπης”.

Ξεχωρίζει ό άγιος εδώ την αντίληψη των στωικών για την απάθεια που τη βλέπει ενσαρκωμένη στις φιλοσοφικές απόψεις του Βαρλαάμ. Ό Βαρλαάμ δεν έχει ασκητική εμπειρία και πατερική γνώση για την απάθεια, αλλά σαν ψυχρός φιλόσοφος εξάγει την έννοια της απαθείας από την ετυμολογική της σημασία. Απάθεια θεωρεί τη νέκρωση του παθητικού, οπότε προβαίνει σε φυσιολογικό ευνουχισμό των φυσικών δυνάμεων της ψυχής. Ό άγιος Γρηγόριος όμως αναιρώντας την αντίληψη αυτή απαντά ως έξης: “ό φιλόσοφος δια μεν την απάθεια ήκουσε και εφαντάσθη δια δε την αναλγησία (νέκρωσιν) του επιθυμητικού δεν ήκουσε ότι τείνει προς το κακόν και ότι κακίζετε από τούς Πατέρας”. Και αφού αποδεικνύει το γεγονός με πλήθος γραφικών και πατερικών χωρίων προσδιορίζει την ορθόδοξη απάθεια με το εξής απαράμιλλων χωρίον: “Εμείς, φιλόσοφε, δεν διδαχθήκαμε την απάθεια κατ’ αυτόν τον τρόπον, δηλαδή την νέκρωσιν του παθητικού, αλλά την από χειρόνων επί τα κρείττω μετάθεσιν αυτού και την επί τα θεία καθ’ έξιν ενέργεια, αποστρεφομένου (του παθητικού) τελείως τα πονηρά και εστραμμένου προς τα καλά. Και αυτός είναι δι’ ημάς απαθής, ό απομακρύνας τάς πονηράς εξείς και πλουτήσας με τας αγαθάς”.

Δεν μπορούμε επομένως όταν μιλάμε για απάθεια να μιλάμε για καταστροφή των παθών ή κάποια αποβολή ουσιαστικών πραγματικοτήτων, αλλά για μεταστροφή και μετασκευή λειτουργιών των δυνάμεων της ψυχής και αισθήσεων του σώματος του ανθρώπου.

Την απάθεια ό άγιος την ονομάζει “μακάριον πάθος”. “Υπάρχουν”, λέγει, “και πάθη μακάρια και κοιναί ενέργειαι τής ψυχής και σώματος, αι οποίαι δεν προσηλώνουν το πνεύμα εις την σάρκα, αλλά ανυψώνουν την σάρκα πλησίον τής αξίας του πνεύματος και πείθουν και αυτήν να κοιτάξει προς τα άνω. Ποίαι είναι αύταί; Αί πνευματικαί αι οποίαι δεν προχωρούν από το σώμα εις τον νουν, αλλά διαβαίνουν από τον νουν εις το σώμα και δια των ενεργημάτων και παθημάτων τούτων το μετασχηματίζουν προς το καλύτερον και το θεουργούν”. Έχουμε εδώ τη γνωστή έκφραση του Αγίου ότι πραγματικός γνώστης του Θεού είναι εκείνος που “πάσχει τα θεία” και οπωσδήποτε έχει επιθυμητικών “επαινετόν και θείον”.

Εν κατακλείδι θα ήθελα να αναφέρω ότι ή απάθεια δεν είναι εύκολο έργο του καθενός. Κυρίως όταν δεν υπάρχει ένταση και επιμονή στην άσκηση και την προσευχή. Επειδή ό Θεός είναι το “άκρως εφετόν” του καθενός άνθρωπου χρειάζεται ο καθένας μας με μια σοβαρότερη και πιο ενσυνείδητη πνευματική ζωή να αποκτά σταδιακά τις καλές έξεις οδηγούμενος προς την ευαγγελική αγάπη. Ή δε επιμονή των Πατέρων της Εκκλησίας αυτή είναι: το να εργάζεται κανείς έντονα την πρακτική και θεωρητική ζωή που τη μια τη λένε “πρακτική φιλοσοφία” και την άλλη “θεία θεωρία”. Και στο μέτρο των δυνατοτήτων του καθενός και της εργασίας που θα καταβάλει θα ελκυστεί ή Χάρις του Πανάγαθου Θεού για να μεταμόρφωση το εσωτερικό του καθενός και να χαρίσει την μακαριά απάθεια, που ως γνωστόν είναι απαραίτητη προϋπόθεση να καταστήσει τον άνθρωπο δεκτικών της τελείας αγάπης και χωρητικών δοχείων της θεώσεως

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ – ΑΓΙΟΛΟΓΙO 2004
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΆΓΙΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΤΟΥ ΕΝ ΟΛΥΜΠΩ

Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2014

Κολλυβάδες και Θεία Λατρεία



 Κολλυβάδες και Θεία Λατρεία

του Αρχιμ. Νικόδημου Σκρέττα,

Επίκουρου Καθηγητή του Α.Π.Θ.

Α΄. ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ.

Ἡ περίοδος τῆς Τουρκοκρατίας1, ἐποχὴ ἐντόνων ζυμώσεων καὶ ἀνατρο-πῶν, ὡς πρὸς τὶς πολιτικὲς καταστάσεις καὶ τὰ φυλετικὰ ζητήματα παγκοσμίως, ὑπῆρξε γιὰ τὸ Ἑλληνικὸ Γένος καὶ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία «τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἀνατολῆς» ἡ μεγάλη καὶ πιὸ ἐπικίνδυνη δοκιμασία, ὡς πρὸς τὴ συνέχεια καὶ τὴν ταυτότητα τοῦ πρώτου καὶ ὡς πρὸς τὶς ἐνίο-τε καταλυτικὲς καὶ νεκρωτικὲς τυποποιήσεις στὸν χῶρο τῆς δευτέρας, ἰδιαίτερα ὅσον ἀφορᾶ στὰ θέματα τῆς λατρείας γενικὰ καὶ τῆς λειτουργικῆς βιώσεως τοῦ πληρώματός της εἰδικότερα2.

Ὁ κοινωνικός, πνευματικὸς καὶ ἠθικὸς βίος τῶν Ἑλλήνων, κατὰ τὴν περίοδο αὐτή, σχοινοβατεῖ ἀνάμεσα στὸ παλαιὸ καὶ τὸ νέο, ἀνάμεσα στὴ διαφύλαξη τῆς παράδοσης καὶ τὴν ἀνατρεπτικὴ νεοτερικότητα3, ἐνῶ οἱ αἰῶνες τῆς δουλείας ἐμετρῶντο μέσα στὸ πλαίσιο μιᾶς ἀγωνιώδους πορείας διατηρήσεως τῶν πνευματικῶν ζωπύρων τοῦ Γένους4.

Παράλληλα μὲ μιὰ ἔντεχνα ἐξιδανικευόμενη κίνηση ἐπιστροφῆς, μέσῳ τῆς θεωρίας τῆς «μετακένωσης»5, τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ στὴν κοιτίδα του6, μετὰ ἀπὸ τὴ δυτική του μετανάστευση, ἐπιχειρήθηκε δυστυχῶς ἡ ἄκριτη εἰσροὴ καὶ ἀποδοχὴ τῶν δυτικῶν προτύπων, ἰδεῶν καὶ θεωριῶν τοῦ λεγομένου «δυτικοῦ διαφωτισμοῦ» στὴ χειμαζόμενη ὀρθόδοξη Ἑλλάδα ὡς θρυλλούμενος «Νεοελληνικὸς Διαφωτισμός»7. Ἡ κίνηση αὐτή, ἀλλοτριωμένη ἀπὸ ὑφέρπουσα ἀρχαιολατρία, ἀναζητεῖ δυτικοὺς φωτιστές, ποὺ θεωρήθηκαν ἀπὸ τὸν Ἀδαμάντιο Κοραὴ ὡς κληρονόμοι τῆς βαρύτιμης προίκας τῶν προγόνων μας8. Τὴ θεανθρωποκεντρικὴ ἡσυχαστικὴ παράδοση τῆς Ἑλληνορθόδοξης Ρωμηοσύνης πρόβαλαν, ἔναντι τῆς κοσμικῆς ἀνθρωποκεντρικῆς θέασης τοῦ κόσμου, στὴν καιριότερη χρονικὴ στιγμὴ τῶν ζυμώσεων, τὸν ιη΄ αἰώνα, οἱ φιλοκαλικοί, νηπτικοὶ καὶ νεοησυχαστὲς Κολλυβάδες πατέρες9. Στὴ θέση ὅτι ὁ ὀρθὸς λόγος καὶ ἡ νοησιαρχία εἶ-ναι ὁ μοναδικὸς ὁδηγὸς τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ καὶ στὸν ἀφηρημένο στοχαστικὸ-φιλοσοφικὸ σχολαστικισμό, ἀντέταξαν τὰ ἐμπειρικὰ-ἀσκητικὰ γνωσιολογικὰ κριτήρια τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως, στὸ πλαίσιο κυρίως τῆς κολλυβαδικῆς ἔριδας, ὅπως εἶχε γίνει καὶ παλαιότερα στὶς ἀντιθέσεις περὶ τῆς τιμῆς τῶν εἰκόνων καὶ τοῦ ἡσυχασμοῦ-ἀντιησυχασμοῦ10.

Ἡ σύγκρουση τοῦ παραδοσιακοῦ μὲ τὸ εἰσαγόμενο ἀλλότριο νεοτερικὸ ἦταν ἀναπόφευκτη. Ἡ μία μερίδα, μπολιασμένη μὲ στοιχεῖα ἀναιρετικὰ τῆς ταυτότητας τοῦ Γένους, κινήθηκε ἀπὸ τὴν ἁπλὴ θρησκευτικὴ ἀδιαφορία μέχρι τὶς ἀπροκάλυπτες ἀθεϊστικὲς τάσεις11. Ὅσοι παρέμειναν συνδεδεμένοι μὲ τὴν πατερικὴ καὶ ριζωμένοι στὴ ρωμαίϊκη παράδοση ἀποτίμησαν

ψυχραιμότερα καὶ νηφαλιότερα τὶς νέες εὐρωπαϊκὲς προοδευτικὲς ζυμώσεις12 καὶ μὲ κόπους πολλοὺς συγγραφικοὺς καὶ ἐκδοτικούς, ὅπως χαρακτηριστικὰ ἔπραξαν οἱ φιλοκαλικοὶ Κολλυβάδες, δημιούργησαν ἕναν ὀρθόδοξο, ἀναμορφωτικὸ καὶ ἀναγεννητικὸ ἑλληνότροπο διαφωτισμό13. Ἔτσι, ὡς ἀπάντηση συγκροτημένη στὴν πρόκληση τοῦ Διαφωτισμοῦ, κατὰ τὸ β΄ μισὸ τοῦ ιη΄ αἰώνα, ἐκδηλώθηκε τὸ μεταμορφωτικό, ἡσυχαστικὸ καὶ φιλοκαλικὸ κίνημα τῶν Κολλυβάδων πατέρων, οἱ ὁποῖοι ἐνεργῶς διακόνησαν, μὲ ἔργο καὶ λόγο, μὲ γραφίδα καὶ βίο, μὲ συγγραφὲς καὶ ἐκδόσεις, μὲ μεταφραστικὸ πλουτισμὸ καὶ πρωτότυπη θεολογικολειτουργικὴ καὶ κανονικὴ παραγωγή, μὲ συναξαριστικὲς συλλογὲς καὶ νεομαρτυρικὲς προαλείψεις, μὲ ἄσκηση καὶ μαρτύριο συνειδήσεως, μὲ ἔνσταση ὑπὲρ τῆς παραδόσεως (καὶ ὡς πρὸς τὴν ἀνόθευτη πίστη, καὶ ὡς πρὸς τὸ ἀπαραχάρακτο ἦθος, καὶ ὡς πρὸς τὶς καταλυτικὲς τῆς θείας λατρείας τυποποιήσεις καὶ ἀνατροπές), τὸν ἀληθὴ ἁγιοπατερικὸ καὶ ρωμαίϊκο διαφωτισμὸ τοῦ Γένους.

Οἱ πρωτοστάτες τοῦ φιλοκαλικοῦ κινήματος, οἱ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας Μακάριος Νοταρᾶς, Νικόδημος Ἁγιορείτης, Ἀθανάσιος Πάριος, Νήφων ὁ Κοινοβιάρχης, ἀλλὰ καὶ οἱ Νεόφυτος Καυσοκαλυβίτης, Χριστόφορος Προδρομίτης, Ἰάκωβος Πελοποννήσιος, Παΐσιος Καλλιγράφος, Παρθένιος Ζωγράφος, Ἀγάπιος Κύπριος κ.ἄ., ἐκ τῆς εὐρυτέρας χορείας τῶν Κολλυβάδων, ἀντέταξαν στὰ δυτικὰ «φῶτα» τοῦ Διαφωτισμοῦ τὸ φῶς τῆς βιούμενης στὴ ζωντανὴ λατρεία ὀρθοδόξου ἀνατολικῆς παραδόσεως, στὸν δρόμο τῆς ἀλαζονικῆς καὶ νοησιαρχικῆς πολυγνωσίας τὸν ἁγιοπατερικὸ δρόμο τῆς καθαιρόμενης, φωτιζόμενης καὶ θεούμενης χαρισματικὰ ὕπαρξης, στὰ πρόσωπα τῶν σοφῶν κατὰ κόσμον καὶ σπουδαγμένων ἀνθρώπων τοὺς θεουμένους ἁγίους καὶ τοὺς ἡρωϊκοὺς νεομάρτυρες, τῶν ὁποίων διὰ ποικίλων μέσων κατεστάθησαν πνευματικοὶ πρὸς τὸ μαρτύριο ἀλεῖπτες.

Ἡ ἔνσταση λοιπὸν τῶν φιλοκαλικῶν ἦταν ὑπὲρ τῆς παραδόσεως μὲ ἐπίγνωση καὶ βίωμα. Τὸ κίνημά τους, ἀναμορφωτικὸ καὶ ἀναγεννητικό, ἀγωνίσθηκε γιὰ τὴν ἐπιστροφὴ τῶν ὀρθοδόξων πιστῶν στὴ σεβάσμια ἀρχαία παράδοση καὶ τοὺς ἀκατάλυτους λειτουργικοὺς θεσμοὺς τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως αὐτὰ βιώθηκαν καὶ ἐκφράσθηκαν ἀπὸ τὴν πατερικὴ θεολογία καὶ διδαχή, τῆς ὁποίας ἦταν βαθεῖς γνῶστες καὶ μελετητὲς καὶ πάντως ὄχι εὐκαιριακοὶ ἐπιφανειακὰ ἐνασχολούμενοι ἐρασιτέχνες.

Ὡς οἱ πιὸ λόγιοι καὶ μορφωμένοι διδάσκαλοι καὶ πατέρες τοῦ Ἁγίου Ὄρους κατὰ τὴν περίοδο αὐτή14, ἐκφραστὲς τῆς ἀνόθευτης λειτουργικῆς θεολογίας τῆς Ἐκκλησίας, δὲν καινοτομοῦν ἀντορθοδόξως, ἀλλὰ προβάλλουν θεόσοφα τὸν ἐμπειρικὸ δρόμο τῆς βιούμενης Ὀρθοδοξίας ἀπὸ τὶς πιὸ καθαρὲς πηγές της, τοὺς βίους τῶν θεουμένων, τὰ συγγράμματα τῶν ἐξεχόντων θεολόγων πατέρων, τὶς ἑρμηνεῖες τῶν μυσταγωγῶν τῆς λατρείας, τὶς προαιώνιες προβλέψεις τῶν Τυπικῶν καὶ τῶν λειτουργικῶν βιβλίων, τὸν ταπεινὸ σεβασμὸ πρὸς τὸ μυστήριο τῆς εὐσεβείας καὶ τὴν ἄκρα τιμὴ πρὸς τὴν κανονικὴ παράδοση. Μία πορεία ὄχι καινοφανής, πείσμων, ἐριστική, στασιαστική, ἀντιδραστικὴ καὶ ἰδιογνωμική, ἀλλὰ ἕνας δρόμος ἁγιοπατερικός, ἡσυχαστικός, φιλοκαλικός, μυσταγωγικός, ἱεροκανονικὸς καὶ λειτουργικός, ὁ ὁποῖος καταλήγει μὲ ἀδιάρρηκτη συνέχεια σ᾽ αὐτοὺς καὶ ἐκφράζεται ἀπλανῶς

Το αντίδοτο στο φόβο

Το αντίδοτο στο φόβο

Το αντίδοτο στο φόβο δεν είναι το θάρρος ή το θράσος αλλά η αγάπη.
Ο φόβος καλλιεργείται από τις αρχές και τις εξουσίες του κόσμου τούτου, προκειμένου το υποκείμενο να χειραγωγείται εύκολα, να καθίσταται υπήκοον και όχι πολιτικόν ζώον, να μην μπορεί να στοχαστεί, αλλά να εφευρίσκει «αόρατους εχθρούς», να μην έχει πραγματική ελευθερία.

φόβος οὐκ ἔστιν ἐν τῇ ἀγάπῃ, ἀλλ' ἡ τελεία ἀγάπη ἔξω βάλλει τὸν φόβον, ὅτι ὁ φόβος κόλασιν ἔχει• ὁ δὲ φοβούμενος οὐ τετελείωται ἐν τῇ ἀγάπῃ. Ἡμεῖς ἀγαπῶμεν αὐτόν, ὅτι αὐτὸς πρῶτος ἠγάπησεν ἡμᾶς. ἐάν τις εἴπῃ ὅτι ἀγαπῶ τὸν Θεόν, καὶ τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ μισῇ, ψεύστης ἐστίν• ὁ γὰρ μὴ ἀγαπῶν τὸν ἀδελφὸν ὃν ἑώρακε, τὸν Θεὸν ὃν οὐχ ἑώρακε πῶς δύναται ἀγαπᾶν; καὶ ταύτην τὴν ἐντολὴν ἔχομεν ἀπ' αὐτοῦ, ἵνα ὁ ἀγαπῶν τὸν Θεὸν ἀγαπᾷ καὶ τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ. (πηγή)

Α' Ιωάννου, 4, 18-21