Τρίτη 9 Αυγούστου 2016

Η εν Χριστώ χαρά.....



Η χαρά του Χριστιανού είναι σιωπηλή και γαλήνια. Δεν είναι θορυβώδης και ανήσυχη, δεν ξεσπά σε γέλια και κραυγές. Όποιος την έχει μέσα του, “μόλις ησυχή μειδιάσει”. Η εν Χριστώ χαρά δεν φαίνεται από εξωτερικά σημάδια, μόνο ακτινοβολεί με τρόπο μυστικό.
Η αληθινή χαρά του Χριστού συνδέεται με την ευλογημένη θλίψη της μετανοίας, γιατί μόνο μέσω της θλίψεως αυτής και του σταυρού έρχεται ο άνθρωπος σε επαφή με τον Θεό, που είναι η μοναδική πηγή της χαράς. Έτσι έζησαν οι άνθρωποι του Θεού και έτσι μας δίδαξαν να ζούμε κι εμείς την πίστη μας. “Εγγύς ο Θεός της λυπηράς καρδίας”.
Ο άμετρος γέλωτας δεν φανερώνει γνήσια χαρά, παρά έχει σκοπό τη φυγή από την αληθινή κατάσταση του ανθρώπου, μέσα από ένα τεχνητό προσωπείο. Δεν συνδέεται με τη σύννοια και τη νήψη του ανθρώπου που βρίσκεται σε μια επιφυλακή αναζήτησης και διόρθωσης. Δεν καλλιεργεί την ψυχή προς σωτηρία. Γι’ αυτό λέγει ο Κύριος: “Ουαί υμίν οι γελώντες νυν, ότι πενθήσετε και κλαύσετε” και ο Χρυσόστομος γράφει “πένθους ο παρών καιρός, και θλίψεως και δουλαγωγίας, και αγώνων και ιδρώτων, σύ δε γελάς;”
Η στενή πύλη που καλούνται να περάσουν οι Χριστιανοί είναι θλίψη, αλλά θλίψη κατά Θεόν, γεμάτη ελπίδα, και όχι ανέλπιδη απόγνωση. Η πρώτη είναι σημείο μετανοίας και οδηγεί στη σωτηρία, ενώ η δεύτερη είναι σημείο θανάτου. Αυτή η θλίψη έχει μέσα της όλες τις ευλογίες και οδηγεί στην γαλήνια χαρά της αγιότητας. Ο άνθρωπος που αγωνίζεται στη ζωή του έχει κάθε στιγμή συναίσθηση της αδυναμίας του και της ελαχιστότητάς του μπροστά στη δόξα του Θεού. Έτσι, δεχόμενος την ευλογία, τη χάρη και το άμετρο έλεος του Θεού είναι ταυτόχρονα γεμάτος συστολή και θλίψη για την αστοχία και την αναξιότητά του. Γνωρίζει ότι τις δωρεές που του χαρίστηκαν μπορεί να τις χάσει κι αυτό τον συνέχει και τον γεμίζει σεμνότητα και σοβαρότητα. “Ει τοίνυν φως είναι βούλει, μίσει την ευτραπελίαν και την περιφοράν του γέλωτος”, μας λέγει ο άγιος Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης, ενώ στην αγία Γραφή διαβάζουμε: “Μωρός εν γέλωτι ανυψοί φωνήν αυτού, ανήρ δε πανούργος (δηλαδή φρόνιμος) μόλις ησυχή μειδιάσει”, και ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος “Ει ουδέν ούτω τη ταπεινοφροσύνη ως το πένθος συνέρχεται, ουδέν ούτως αυτή ως ο γέλως ανθέστηκεν”.

"Λόγος για την εν Χριστώ εσωτερική εργασία και τη μοναχική ζωή"



(Όσιος Θεόληπτος Φιλαδελφείας)

Η μοναχική ζωή είναι ένα δένδρο ψηλό, πυκνόφυλλο και γονιμότατο. Ρίζα της είναι η αποξένωση απ΄ όλα τα σωματικά· κλαδιά της η απαλλαγή της ψυχής από εμπαθείς κλίσεις και το να μην έχει ο μοναχός καμία σχέση προς τα πράγματα από τα όποια έφυγε. Καρπός της είναι η απόκτηση των αρετών, η θεοποιός αγάπη και η αδιάκοπη ευφροσύνη, καθώς λέει ο Απόστολος: « Ο καρπός του Πνεύματος είναι η αγάπη, η χαρά, η ειρήνη κλπ.»(Γαλ. 5, 22).
Η φυγή από τον κόσμο χαρίζει την καταφυγή στο Χριστό. Και κόσμο εννοώ, την αγάπη των αισθητών πραγμάτων και της σάρκας. Εκείνος πού με επίγνωση της αλήθειας αποξενώνεται από αυτά, γίνεται φίλος του Χριστού, αποκτώντας την αγάπη Του, για την οποία αρνήθηκε όλα τα κοσμικά κι αγόρασε το "πολύτιμο μαργαριτάρι"(Ματθ. 13, 46), δηλαδή το Χριστό.

Σάββατο 28 Μαΐου 2016

Μητροπολίτης Σουρόζ Αντώνιος Bloom (†) Σαμαρείτισσα: Ας διδαχτούμε από αυτή τη γυναίκα!



Ας διδαχτούμε από αυτή την γυναίκα! Γιατί κι εμείς στρεφόμαστε προς όλες  τις κατευθύνσεις, για να πάρουμε τροφή τούτου του κόσμου, για να χορτάσουμε, αλλά πρέπει να καταλάβουμε ότι δεν μπορούμε να χορτάσουμε από τίποτα, γιατί ο άνθρωπος είναι πιο βαθύς από τον υλιστικό κόσμο, είναι αρκετά φαρδύς για την ψυχολογία. Μόνο ο Θεός μπορεί να γεμίσει αυτό το πλάτος και βάθος. Αν μόνο μπορούσαμε να το καταλάβουμε, θα βρισκόμασταν ακριβώς στην ίδια κατάσταση με τη γυναίκα. Δεν χρειάζεται, όμως, να συναντήσουμε τον Χριστό σ΄ ένα πηγάδι. Επειδή το πηγάδι είναι το Ευαγγέλιο, μια πηγή από όπου κυλάει το νερό της ζωής.
Όταν η Σαμαρείτης βιάστηκε για να γυρίσει στο χωριό της και άρχισε να καλεί τους γείτονές της για να έρθουν και να δουν το Χριστό, είπε: Ελάτε! Είναι ένας άνθρωπος, ο οποίος μου τα είπε όλα όσα έκανα! Και ο κόσμος μαζεύτηκε και άκουγε όσα ο Χριστός είχε να τους πει.
Καμιά φορά σκεφτόμαστε: Τί απλά ήτανε τότε! Πόσο εύκολα η γυναίκα μπόρεσε να πιστέψει, και τί εύκολο ήταν για αυτήν, αφού μόλις είχε εντυπωσιαστεί από την θαυμάσια συνάντηση, στράφηκε στους άλλους για να τους πει: „Ελάτε να δείτε έναν άνθρωπο που μιλάει, όπως δεν μίλησε ποτέ ένας άνθρωπος. Να δείτε τον άνθρωπο ο οποίος χωρίς να πω καμία λέξη, με κοίταξε και είδε το βάθος της καρδιάς μου και το σκοτάδι της ζωής μου. Είδε και τα κατάλαβε όλα!“. Άραγε δεν συμβαίνει αυτό με καθέναν από μας?  Ο Χριστός δεν της είχε πει κάτι πολύ ιδιαίτερο. Της είπε μόνο, ποια είναι, πώς είναι η ζωή της, πώς τη βλέπει ο Θεός. Αυτό μπορεί να μας το πει κάθε μέρα και όχι μέσα από ένα μυστηριώδες βίωμα, όπως έχει συμβεί σε μερικούς αγίους, άλλα με πιο απλό τρόπο.
Αν στραφούμε στο Ευαγγέλιο και το διαβάζουμε κάθε μέρα ή το διαβάζουμε από καιρό σε καιρό με μια ανοιχτή καρδιά – την οποία δεν έχουμε πάντα – μπορούμε να φανταστούμε, πως ο Χριστός κρατάει μπροστά μας έναν καθρέπτη, στον οποίον βλέπουμε τον εαυτό μας, „ποιός είμαι“. Μπορούμε να χαιρόμαστε με αυτό που βλέπουμε ή,  αντίθετα, να τρομάξουμε, πόσο διαφορετικοί είμαστε από ότι φαινόμαστε ή από τις δικές μας αυταπάτες για τον εαυτό μας. Ο Χριστός είπε στη γυναίκα: „Πήγαινε να φωνάξεις τον άντρα σου!“ Εκείνη αποκρίθηκε: „Δεν έχω άντρα.“ Και ο Χριστός της τότε απάντησε: «Σωστά είπες, γιατί πέντε άντρες πήρες, και αυτός που μαζί του τώρα ζεις, δεν είναι άντρας σου.» …
Μερικοί πατέρες σχολίαζαν αυτή την κουβέντα με τα εξής: Ο Χριστός της είπε μεταφορικά: Ναι, ήσουν παντρεμένη με όλα όσα μπορούσαν να σου προσφέρουν οι πέντε αισθήσεις και έχεις καταλάβει ότι δεν μπορείς να βρεις ολοκληρωμένη ικανοποίηση από καμία από αυτές. Τώρα απόμεινες μόνο εσύ η ίδια: το σώμα σου και ο νους σου. Και αυτά δεν μπορούν να σε χορτάσουν περισσότερο από τις πέντε αισθήσεις, ούτε να σου δώσουν εκείνη την πληρότητα, που χωρίς αυτή δεν μπορείς να ζεις. …
Άραγε, δεν μας λέει ο Χριστός αυτό, όταν διαβάζουμε το Ευαγγέλιο, όταν βάζει μπροστά μας την εικόνα, ποιός θα μπορούσαμε να είμαστε, όταν μας καλεί σ΄ εκείνο το μεγαλείο, για το οποίο μας προόρισε? Για εκείνο το μεγαλείο, το οποίο ο απόστολος Παύλος περιγράφει σαν ώριμη ηλικία του Χριστού: Να είμαστε ανθρώπινοι, όπως Εκείνος. Επειδή είναι γνήσιος άνθρωπος που έφτασε την πληρότητα της ολόκληρης, ατελείωτης κοινότητας με το Θεό.
Ας διδαχτούμε από αυτή την γυναίκα! Γιατί κι εμείς στρεφόμαστε προς όλες  τις κατευθύνσεις, για να πάρουμε τροφή τούτου του κόσμου, για να χορτάσουμε, αλλά πρέπει να καταλάβουμε ότι δεν μπορούμε να χορτάσουμε από τίποτα, γιατί ο άνθρωπος είναι πιο βαθύς από τον υλιστικό κόσμο, είναι αρκετά φαρδύς για την ψυχολογία. Μόνο ο Θεός μπορεί να γεμίσει αυτό το πλάτος και βάθος. Αν μόνο μπορούσαμε να το καταλάβουμε, θα βρισκόμασταν ακριβώς στην ίδια κατάσταση με τη γυναίκα. Δεν χρειάζεται, όμως, να συναντήσουμε τον Χριστό σ΄ένα πηγάδι. Επειδή το πηγάδι είναι το Ευαγγέλιο, μια πηγή από όπου κυλάει το νερό της ζωής. Το Ευαγγέλιο δεν είναι υλιστικό πηγάδι. Είναι πηγάδι για το άλλο νερό, το οποίο πρέπει να πίνουμε.
Ας ακολουθήσουμε αυτή τη γυναίκα! Ας συνειδητοποιήσουμε και ας καταλάβουμε, ότι όλα αυτά με τα οποία είμαστε δεμένοι σαν να τα είχαμε παντρευτεί, δεν μπορούν να μας ικανοποιήσουν. Ας αναρωτηθούμε: Ποιός είμαι μέσα σε εκείνη τη εικόνα, όπου με βλέπει ο Θεός? Και τότε μπορούμε να πάμε στους άλλους για να τους πούμε: „Συνάντησα έναν άνθρωπο που έβαλε έναν καθρέπτη μπροστά μου, και είδα τον εαυτό μου, όπως είμαι. Μου έχει πει τα πάντα για μένα. Έλα να δεις! Πάμε να τον ακούσεις!“  Και οι άνθρωποι θα έρθουν και θα ακούσουν και τότε θα στραφούν σε μας και θα πουν: „Η πίστη μας δεν στηρίζεται πια στα δικά σου λόγια, γιατί εμείς οι ίδιοι Τον έχουμε τώρα ακούσει, και ξέρουμε πως πραγματικά Αυτός είναι ο Χριστός και σ΄Αυτόν πιστεύουμε.“
Αμήν
Πηγή: http://apantaortodoxias.blogspot.com/2012/05/anthony-bloom-metropolitan-of-sourozh.html

Τετάρτη 11 Μαΐου 2016

Φώτιος Κόντογλου - Βιογραφικὰ στοιχεῖα



Ὁ Φώτιος Κόντογλου, γεννήθηκε στὶς Κυδωνίες (Ἀϊβαλί) τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, στὶς 8 Νοεμβρίου 1895, ὡς τὸ τέταρτο παιδὶ τῆς οἰκογενείας τοῦ Νικολάου Ἀποστολέλη καὶ τῆς Δέσποινας Κόντογλου. Ἕνα χρόνο μετὰ τὴ γέννησή του πεθαίνει ὁ πατέρας του καὶ τὴν κηδεμονία του ἀναλαμβάνει ὁ θεῖος του ἱερομόναχος π. Στέφανος Κόντογλου, ἡγούμενος τοῦ οἰκογενειακοῦ μονυδρίου τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς. Ἀπὸ ἀγάπη καὶ εὐγνωμοσύνη πρὸς τὸ πρόσωπο τοῦ θείου του, ἔλαβε ὡς ἐπώνυμο, τὸ ἐπίθετο τῆς οἰκογένειας τῆς μητέρας του. Τὸ 1906 τελείωσε τὸ δημοτικὸ σχολεῖο τῆς Κάτω Χώρας καὶ ἐνεγράφη στὸ γυμνάσιο τοῦ Ἀϊβαλί. Πρὶν ἀκόμα τελείωσει τὸ γυμνάσιο μαζὶ μὲ τοὺς συμμαθητές του Στρατῆ Δούκα καὶ Πάνο Βαλσαμάκη, ἐξέδωσε τὸ πολυγραφημένο περιοδικὸ «Μέλισσα». Τὸ Σεπτέμβριο τοῦ 1913 ὁ θεῖος του τὸν ἐγγράφει στὴ Σχολὴ Καλῶν Τεχνῶν. Κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ Α´ Παγκοσμίου Πολέμου ἡ οἰκογένειά του ἀναγκάζεται νὰ τοῦ διακόψει τὸ ἐπίδομα σπουδῶν καὶ μαζὶ μὲ τὸ συμμαθητή του Σπύρο Παπαλουκᾶ, ἐργάζονται σὲ φωτογραφεῖα καὶ βάφουν θεατρικὰ σκηνικά. Μὲ τὴν καταστροφὴ τοῦ Ἀϊβαλίου (1914–1917) χάνει τὴ μητέρα καὶ τὸ θεῖο του, διακόπτει τὶς σπουδές του καὶ μεταβαίνει στὴν Εὐρώπη ὅπου ἐργάζεται ὡς ἀνθρακωρύχος. Παραμένει στὸ Παρίσι καὶ συνεργάζεται μὲ τὴν ἐφημερίδα Illustration. Τὸ 1919 ἐπιστρέφει στὸ Ἀϊβαλὶ ὅπου διδάσκει γαλλικὰ στὸ Παρθεναγωγεῖο τῆς πόλης. Μετὰ τὴ Μικρασιατικὴ Καταστροφὴ (1922) ἐγκαταστάθηκε μόνιμα στὴν Ἀθήνα. Ἀρχίζει νὰ δημιουργεῖ καὶ νὰ ὀργανώνει τὶς πρῶτες ἐκθέσεις ἔργων του.
Τὸ 1927 παντρεύεται τὴ συμπατριώτισσά του Μαρία Χατζηκαμπούρη καὶ τὸν ἴδιο χρόνο ἀναλαμβάνει τὴν ἐπιμέλεια τοῦ περιοδικοῦ «Φιλικὴ Ἑταιρεία». Δυὸ χρόνια μετὰ γεννιέται ἡ κόρη του Δέσπω καὶ ἀρχίζει συνεργασία μὲ τὰ περιοδικὰ «Ἑλληνικὰ Γράμματα» καὶ «Νέα Ἑστία», ἐνῷ συνεχίζει τὴ φιλοτέχνηση σκηνικῶν. Τὸ 1930 προσελήφθη ἀπὸ τὸ Βυζαντινὸ Μουσεῖο Ἀθηνῶν, ὡς τεχνικὸς ἐπόπτης τῶν συλλογῶν του. Τὸ 1932 κτίζει τὸ σπίτι του στὴν ὁδὸ Βιζυηνοῦ 16 (περιοχὴ Κυπριάδου), ὅπου μαζὶ μὲ τοὺς μαθητές του Γιάννη Τσαρούχη καὶ Νίκο Ἐγγονόπουλο ζωγραφίζουν μὲ νωπογραφίες ἕνα δωμάτιό του. Τὸ 1933 τὸν βρίσκει στὴν Αἴγυπτο, ὅπου ἐργάζεται γιὰ τὸ Κοπτικὸ Μουσεῖο καὶ τὸ 1934 συμμετέχει στὴν 19η Biennale τῆς Βενετίας. Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Κατοχῆς ἀναγκάζεται νὰ πουλήσει τὸ σπίτι του γιὰ ἕνα σακὶ ἀλεύρι! Τὰ πρῶτα μετακατοχικὰ χρόνια (1944–1950) εἶναι χρόνια λογοτεχνικῆς καὶ εἰκαστικῆς δημιουργίας. Συμμετέχει σὲ ὁμαδικὲς ἐκθέσεις ζωγραφικῆς, ἐκδίδονται πολλὰ ἀπὸ τὰ βιβλία του, ἐνῷ τὴ δεκαετία 1950-60 βρίσκεται στὴ κορύφωση τῆς ἁγιογραφικῆς του δραστηριότητας.
Ἐπιστέγασμα τοῦ πλούσιου λογοτεχνικοῦ καὶ καλλιτεχνικοῦ του ἔργου, ἦταν ἡ ἀπονομὴ τοῦ παρασήμου, τοῦ Ταξιάρχη τοῦ Βασιλικοῦ Τάγματος τοῦ Φοίνικος (1960). Ἡ Ἀκαδημία Ἀθηνῶν στὶς 24 Μαρτίου 1965, τοῦ ἀπένειμε τὴν ἀνώτατη διάκρισή της, τὸ «Ἀριστεῖο Γραμμάτων καὶ Τεχνῶν». Ἦταν μέλος τοῦ Καλλιτεχνικοῦ Ἐπιμελητηρίου Ἑλλάδος καὶ τῆς Ἑταιρείας Ἑλλήνων Λογοτεχνῶν. Ὁ Φώτης Κόντογλου ἐπέστρεψε στὸ Δημιουργό, στὶς 4 τὸ μεσημέρι τῆς 13ης Ἰουλίου 1965, στὸ νοσοκομεῖο «Εὐαγγελισμός», ὅπου νοσηλευόταν ἀπὸ τὶς ἀρχὲς Ἰουνίου, μετὰ ἀπὸ σοβαρὸ αὐτοκινητιστικὸ δυστύχημα στὴ περιοχὴ τοῦ Φαλήρου. Τὴν ἐξόδιο ἀκολουθία του τέλεσε ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος Χρυσόστομος, τὸ ἀπόγευμα τῆς 14ης Ἰουλίου, στὸν ἱερὸ κοιμητηριακὸ ναὸ τοῦ Α´ Νεκροταφείου Ἀθηνῶν, ὅπου ἔγινε καὶ ἡ ταφή του. Ἐπικηδείους λόγους ἐκφώνησαν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν, ὁ Μητροπολίτης Μυτιλήνης Ἰάκωβος καὶ ὁ Ἀκαδημαϊκὸς Ἠλίας Βενέζης. Μετὰ τὴν ἐκταφή του ἡ ἀνακομιδὴ τῶν ὀστῶν του ἔγινε στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίας Παρασκευῆς Νέας Μάκρης.

Τὸ λογοτεχνικό του ἔργο

Στὰ γράμματα ἐμφανίστηκε τὸ 1919, μὲ τὸ βιβλίο του «Πέδρο Καζάς». Ἀκολούθησε πλούσια λογοτεχνικὴ παραγωγὴ μὲ τὴν ἔκδοση τῶν ἔργων του: «Βασάντα» (1923), «Ταξίδια» (1928), «Ὁ ἀστρολάβος» (1934), «Φημισμένοι ἄνδρες καὶ λησμονημένοι» (1942), «Ὁ Θεὸς Κόνανος καὶ τὸ Μοναστήρι του τὸ λεγόμενο Καταβύθιση» (1943), «Τὰ Δαιμόνια της Φρυγίας, Ἓξ Ἀνατολῶν πνεύματα ὀργισμένα» (1943), «Ἕλληνες θαλασσινοὶ στὶς θάλασσες τῆς Νοτιᾶς, Ἡ Ἀφρικὴ καὶ οἱ θάλασσες τῆς Νοτιᾶς» (1944), «Ἱστορία ἑνὸς καραβιοῦ ποὺ χάθηκε ἀπάνου σὲ μιὰ ξέρα» (1944), «Ἱστορίες καὶ περιστατικά» (1944), «Οἱ ἀρχαῖοι ἄνθρωποι τῆς Ἀνατολῆς» (1945), «Βίος καὶ πολιτεία τοῦ Βλασίου Πασκὰλ τοῦ διὰ Χριστὸν σαλοῦ» (1947), «Βίος καὶ ἄσκησις τοῦ ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Ἁγίου Μάρκου τοῦ Ἀναχωρητοῦ» (1947), «Ἄνθος ἤγουν λόγια ἀνθολογημένα ἀπὸ τοὺς πατέρας» (1949), «Πηγὴ ζωῆς» (1951), «Τὸ κατὰ Ματθαῖον Ἅγιον Εὐαγγέλιον ἐξηγημένον» (1952), «Τὸ θρηνητικὸ συναξάρι Κωνσταντίνου τοῦ Παλαιολόγου» (1953), «Εἰκόνες τῆς Παναγίας» (1953), «Βίος καὶ πολιτεία τοῦ Ἁγίου καὶ ἐνδόξου Ἱερομάρτυρος Θεράποντος τοῦ Θαυματουργοῦ» (1955), «Ἡ ἁγιασμένη Ἑλλάδα» (1957), «Ὄρη ἅγια» (1958), «Οἱ Ἅγιοι Ραφαὴλ καὶ Νικόλαος καὶ ἡ Εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ὁποῦ εὑρέθη εἰς τὴν Καρυὰν τῆς Θέρμης» (1961), «Ἡ ἀπελπισία τοῦ θανάτου εἰς τὴν θρησκευτικὴν ζωγραφικὴν τῆς Δύσεως καὶ ἡ εἰρηνόχυτος καὶ πλήρης ἐλπίδος ὀρθόδοξος εἰκονογραφία» (1961), «Σημεῖον Μέγα» (1961), «Ἔργα Α´ Τὸ Ἀϊβαλὶ ἡ πατρίδα μου» (1961), «Ἔργα Β´ Ἀδάμαστες ψυχές» (1961) καὶ τέλος ἡ «Ἔκφρασις» (1961) ποὺ βραβεύθηκε ἀπὸ τὴν Ἀκαδημία Ἀθηνῶν.

Τὸ ἁγιογραφικό του ἔργο

Ὁ Κόντογλου κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ζωῆς του, φιλοτέχνησε φορητὲς ἁγιογραφίες, τοιχογραφίες, τοπία, σχέδια βιβλίων, περιοδικῶν, ποιητικῶν συλλογῶν, πορτραῖτα καὶ ἁγιογράφησε τοὺς ἱεροὺς ναούς: Ἁγίας Λουκίας τῆς οἰκογένειας Ζαΐμη στὸ Ρίο Πατρών, Ζωοδόχου Πηγῆς Παιανίας, Εὐαγγελισμοῦ Ρόδου, Ἁγίας Παρασκευῆς Παιανίας, Καπνικαρέας Ἀθηνῶν, Ἁγίου Ἀνδρέα Κάτω Πατησίων, Ἁγίου Χαραλάμπους Πολυγώνου, Ἁγίου Γεωργίου Κυψέλης, τὸ ναΰδριο τῆς οἰκογένειας Καμπάνη στὴν Παιανία, τὸ παρεκκλήσιο τῆς Πολυκλινικῆς Ἀθηνῶν, τὸ ναΰδριο τῆς οἰκογένειας Γουλανδρῆ στὴν Ἐκάλη καὶ τὰ παρεκκλήσια τῶν Ἱερῶν Ναῶν Ἁγίου Κωνσταντίνου Ὁμονοίας καὶ Ἁγίας Βαρβάρας Αἰγάλεω.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Θρησκευτικὴ καὶ Ἠθικὴ Ἐγκυκλοπαιδεία, τ.7, Ἀθήνα 1965
  2. Ἐγκυκλοπαιδικὸ Λεξικὸ «ΠΑΠΥΡΟΣ, ΛΑΡΟΥΣ», τ. 35, Ἀθήνα 1989
  3. Μεγάλη Ἑλληνικὴ Ἐγκυκλοπαιδεία, τ. 14, Ἀθήνα 1930
  4. «ΕΚΚΛΗΣΙΑ», ἐπίσημον δελτίον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἔτος ΜΒ´, τ. 15, Ἀθήνα 1965
  5. Νίκος Ζίας, «Φώτης Κόντογλου», ἔκδοση τῆς Ἐμπορικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, Ἀθήνα 1991
  6. Ἰωσὴφ Βιβιλάκης «Φώτης Κόντογλου, ἐν εἰκόνι διαπορευόμενος», ἐκδόσεις «Ἀκρίτας», Ἀθήνα 1995
  7. Ἰωάννης Μ. Χατζηφώτης, «Φώτιος Κόντογλου», ἐκδόσεις «Γραμμή», Ἀθήνα 1978
  8. «Ὁ Φώτης Κόντογλου καὶ οἱ μαθητές του», κατάλογος ἔκθεσης (Βίλλα Bianca 5/10 – 3/11/2002), ἔκδοση τῆς Δημοτικῆς Πινακοθήκης Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 2002
Συντάκτης Βιογραφικοῦ: Παν. Ριζόπουλος

Σάββατο 5 Μαρτίου 2016

Κήρυγμα ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΠΟΚΡΕΩ π Γεωργίου Δορμπαράκη


«Απελεύσονται ούτοι εις κόλασιν αιώνιον, οι δε δίκαιοι εις ζωήν αιώνιον» (Ματθ. 25, 46)

 Το Ευαγγέλιο της κρίσεως που ακούγεται στην Εκκλησία μας την Κυριακή των Απόκρεω, αποτελεί την απάντηση στην ορμή μας για γνώση του αύριο: ο Θεός δεν μας άφησε αμάρτυρο το μέλλον∙ μας άνοιξε τα μάτια,  όχι όμως σε ό,τι συνιστά απλή περιέργεια ως προς την πορεία μας σ’ αυτόν τον κόσμο, αλλά σε ό,τι είναι καίριο και ουσιώδες, σε ό,τι δηλαδή είναι σωτηριώδες και αιώνιο. Ο Κύριος θα ξανάλθει, φωνάζει η Εκκλησία βασισμένη στα ίδια Του τα λόγια.
 Και θα ξανάλθει ένδοξα αυτή τη φορά «κρίναι ζώντας και νεκρούς», σε ώρα που κανείς δεν γνωρίζει.Θα έλθει «ως κλέπτης εν νυκτί» (Α΄Θεσ. 5, 2), «εν ημέρα η ου προσδοκά» ο άνθρωπος (Ματθ. 24. 50). 
Και θα σταθούμε όλοι οι άνθρωποι όλων των εποχών ενώπιόν Του για να γίνει η τελική αποτίμηση. Όσοι θα βρεθούν να έχουν τηρήσει το θέλημά Του, άρα να έχουν αγαπήσει τον συνάνθρωπό τους, θα βρεθούν στους ευλογημένους του Πατρός Του. Όσοι θα βρεθούν αμετανόητοι, ανάπηροι από τα φτερά της πίστεως και της αγάπης, θα βρεθούν στους καταραμένους. Και η οριστική κατάληξη: «Απελεύσονται ούτοι (οι χωρίς αγάπη) εις κόλασιν αιώνιον, οι δε δίκαιοι εις ζωήν αιώνιον».

 1. Ο τονισμός του αιώνιου χαρακτήρα της μιας και της άλλης καταστάσεως είναι το πρώτο στο οποίο κοντοστέκεται κανείς. Ο Κύριος δεν άφησε καμία αμφιβολία περί του οριστικού και αμετάκλητου της κρίσεώς Του. Η αιωνιότητα με την ατέρμονη πορεία της είναι η προοπτική που ανοίγεται μετά τον ερχομό Του για δεύτερη φορά. 

«Της βασιλείας Αυτού ουκ έσται τέλος», όπως το ομολογούμε διαρκώς και στο Σύμβολο της Πίστεως. Δεν υπάρχει πια ανακοπή και ανάκληση. Κι είναι η αιωνιότητα αυτή καταδίκη καταρχάς της παναίρεσης των Γιεχωβάδων, οι οποίοι μεταξύ των άλλων πλανών τους τονίζουν ότι η Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου θα σημάνει την απαρχή μιας χιλιετούς βασιλείας Του, για να ακολουθήσει έπειτα κάτι διαφορετικό. 
Από την άλλη ο αιώνιος χαρακτήρας της κρίσεως του Θεού καταδικάζει και όσους στο παρελθόν ή και πιο μετά πίστεψαν πλανεμένα ότι τελικώς όλοι θα αποκατασταθούν μέσα στην αγκαλιά της αγάπης του Θεού. «Η αποκατάσταση των πάντων», για την οποία μίλησε και ο μεγάλος αλλά καταδικασμένος για τις πλάνες του από την Εκκλησία θεολόγος Ωριγένης, αποτελεί μία πρόκληση και έναν πειρασμό για την Εκκλησία, η οποία όμως απέρριψε την πλάνη, διότι ακριβώς προϋποθέτει εσφαλμένη θεολογία ως προς την εικόνα που απεκάλυψε για τον Θεό ο ίδιος ο Χριστός. Δεν είναι ο Θεός το πρόβλημα για να αποκαταστήσει τους πάντες. Η αποκατάσταση αυτή είναι η διαρκής βούληση του Θεού για όλους, ακόμη και για τους δαίμονες. Διότι «ο Θεός πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Α΄Τιμ. 2,4). Το πρόβλημα είμαστε εμείς οι ίδιοι, οι οποίοι αρνούμαστε την αγάπη του Θεού και τις προκλήσεις και προσκλήσεις για μετάνοιά μας. Η «αποκατάσταση των πάντων» αλλοιώνει και την περί ανθρώπου εικόνα της Εκκλησίας, παρουσιάζοντας αυτόν  με κολοβωμένη ελευθερία.

2. Η αιωνιότητα που θα ανοιχτεί μετά τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου – πέρα βεβαίως από την αιωνιότητα ως παρούσα κατάσταση του εδώ κόσμου που ζει ο Χριστιανός μέσα στην Εκκλησία: «αύτη εστίν η αιώνιος ζωή, ίνα γινώσκωσί Σε τον μόνον αληθινόν Θεόν και ον απέστειλας Ιησούν Χριστόν» (Ευαγγελιστής Ιωάννης) - δεν θα φέρει κάτι διαφορετικό από αυτό που ζει ο άνθρωπος αμέσως μετά τον θάνατό του. Σε όποια κατάσταση δηλαδή  φεύγουμε από τη ζωή αυτή, είτε εν μετανοία είτε εν αμετανοησία, σε αυτήν την κατάσταση θα μας βρει και η Δευτέρα Παρουσία.
 Κι αυτό θα πει: το οριστικό και αμετάκλητο τέλος για τον καθένα μας, σε επίπεδο αιωνιότητας, έρχεται στην ουσία την ώρα του θανάτου μας. Η μόνη διαφορά μεταξύ της μερικής κρίσεως που υφίσταται ο άνθρωπος όταν πεθάνει, και της γενικής κρίσεως που θα υποστεί την ημέρα της Κρίσεως, θα είναι στον βαθμό της έντασης: στη μερική κρίση κρίνεται με μόνη την ψυχή∙ στη γενική κρίση θα κριθεί μαζί με το σώμα, που θα αναστήσει ο Χριστός. Υπό το πρίσμα αυτό ο προβληματισμός και η αγωνία ορισμένων για το πότε θα γίνει η Δευτέρα Παρουσία είναι χωρίς νόημα: η ώρα του θανάτου μας στην πραγματικότητα αποτελεί και την ώρα της τελικής κρίσεώς μας, αφού δεν υπάρχει προοπτική μετάνοιας μετά τον θάνατό μας. «Εν τω Άδη ουκ έστι μετάνοια» κατά τη γνωστή και κλασική διατύπωση.

3. Μιλώντας όμως για τον αιώνιο χαρακτήρα είτε της κόλασης είτε της ζωής, κατά τη διάκριση του Κυρίου, πρέπει να έχουμε την ορθή εικόνα των καταστάσεων αυτών. Να τις βλέπουμε δηλαδή με τις προϋποθέσεις του Ευαγγελίου, της Αποστολικής και της Πατερικής Παραδόσεως. Διότι δυστυχώς υπάρχει πολλή και μεγάλη διαστρέβλωση επ’ αυτών. Άλλοι απορρίπτουν τις καταστάσεις του Παραδείσου και της Κολάσεως, άλλοι τις θεωρούν ως καταστάσεις μόνον του κόσμου τούτου, άλλοι τις κατανοούν με μεσαιωνικές εικόνες: ως τόπους που είτε βράζουν και ψήνονται οι άνθρωποι (η κόλαση) είτε αναπαύονται σε κήπους και ανάκλιντρα (ο παράδεισος).

Η Εκκλησία μας λοιπόν διδάσκει πως ό,τι ονομάζουμε κόλαση και παράδεισος δεν υφίσταται από πλευράς του Θεού. Διότι «ο Θεός αγάπη εστί» (Α΄Ιωάν. 4, 16), και έτσι το μόνο που δύναται είναι να αγαπά. Κατά συνέπεια  όλοι οι άνθρωποι όλων των αποχρώσεων και όλων των καταστάσεων, είτε πιστοί είτε άπιστοι, ως παιδιά του Θεού δέχονται την ίδια αγάπη από Εκείνον. 
Ο Θεός δεν κάνει διακρίσεις. Διακρίσεις κάνουμε εμείς οι εμπαθείς άνθρωποι. Αν ένας γονιός φτάνει στο σημείο να αγαπά όλα τα παιδιά του το ίδιο, είτε είναι μέσα στο σπίτι είτε εκτός, πόσο περισσότερο ο ουράνιος Πατέρας, ο Οποίος είναι παντελώς απαλλαγμένος από οποιαδήποτε εμπάθεια και οποιαδήποτε κακία.
 Αν όμως δεν υφίσταται κόλαση και παράδεισος από πλευράς του Θεού, υφίσταται από πλευράς των ανθρώπων. Εμείς τη μία και ενιαία αγάπη του Θεού δυστυχώς την ζούμε έτσι και αλλιώς: είτε δηλαδή θετικά είτε αρνητικά. Διότι οι δικές μας προϋποθέσεις ζωής μεταποιούν και αλλοιώνουν τη θεϊκή αγάπη. Έτσι ο μετανοημένος πιστός που αγωνίστηκε σε αυτήν τη ζωή να απαλλαγεί από τον εγωισμό και την αμαρτία: ό,τι καταργεί και σκοτώνει την αγάπη, δέχεται την ενέργεια της αγάπης του Θεού και την βιώνει ως φως και ευλογία. Ο αμετανόητος όμως, που παγίωσε τον εγωισμό μέσα του κι έκανε πέτρα την καρδιά του, αυτός την ίδια αγάπη του Θεού την δέχεται πια αρνητικά: ως φωτιά που τον κατακαίει και τον πονάει. Σαν τον ήλιο που οι ίδιες ακτίνες του το μεν πτώμα το αποσυνθέτουν, τον δε ζωντανό οργανισμό τον ζωοποιούν και τον αναζωογονούν.

 Έτσι για το αν βρεθούμε στην κόλαση ή στον παράδεισο, όπως λέμε, αποκλειστικά υπεύθυνοι είμαστε εμείς και όχι ο Θεός. Ο Θεός μας αγαπά. Εμείς δεν μπορούμε να γευτούμε την αγάπη Του, γιατί όσο μας δόθηκε ο χρόνος εργασίας και μετανοίας, αυτή η ζωή, εμείς φροντίσαμε να παραλύσουμε τις αισθήσεις μας. Γι’ αυτό και δεν πρέπει να μας παραξενεύουν τα λόγια μερικών Πατέρων της Εκκλησίας που μιλώντας για τα θέματα αυτά είπαν: ακόμη και στην περίπτωση που ο Θεός διά της βίας μας έβαζε στον Παράδεισο, ακόμη και στην υποτιθέμενη αυτή περίπτωση τον παράδεισο εμείς θα τον ζούσαμε ως κόλαση. Διότι ο εγωιστής άνθρωπος και στον παράδεισο θα είναι εγωιστής, άρα κολασμένος.

4. Τι θα κρίνει βεβαίως την ένταξή μας στη μία ή στην άλλη κατάσταση είναι γνωστό και το αναφέραμε ακροθιγώς παραπάνω: η αγάπη που φροντίσαμε να κρατήσουμε στη ζωή αυτή και απέναντι στον Θεό και απέναντι στον συνάνθρωπο. Και κυρίως απέναντι στον συνάνθρωπο, διότι αυτή κρίνει την ποιότητα και της αγάπης μας προς τον Θεό. «Αν δεν αγαπάμε τον συνάνθρωπό μας που βλέπουμε – επισημαίνει ο άγιος Ιωάννης – πώς θα αγαπάμε τον Θεό που δεν βλέπουμε;» (Πρβλ. Α΄ Ιωάν. 4, 20). Η αγάπη μας λοιπόν προς τον συνάνθρωπο συνιστά και το έσχατο κριτήριο, πάνω στο οποίο θα κριθούμε.

Και πράγματι η παραβολή της Κρίσεως αυτό επισημαίνει: «Εφ’ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε». Και «εφ’ όσον ουκ εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, ουδέ εμοί εποιήσατε». Τα λόγια του Κυρίου είναι συγκλονιστικά. Ο άλλος, ο πλησίον, ο συνάνθρωπος, όποιος κι αν είναι αυτός, δεν είναι απλώς ο άλλος. Πολύ περισσότερο δεν είναι ο ξένος και ο εχθρός, που μπορεί να φτάσει να θεωρηθεί και ως η κόλασή μου – μία θεώρηση που συνιστά την ίδια την αθεΐα. Διότι πράγματι χωρίς Θεό στη ζωή μου, ο συνάνθρωπος αποτελεί για μένα μόνο απειλή και ενόχληση. Ο άλλος όμως, κατά τον Κύριο, είναι ο αδελφός του Κυρίου, κι ακόμη πιο πολύ: ο ίδιος ο Κύριος.

5. Δεν αποτελούν συμβολικές εικόνες αυτά που λέγει ο Χριστός. Είναι οριστικές διατυπώσεις που αποκαλύπτουν την πραγματικότητα. Ο Χριστός αίρει την τύφλωσή μας και μας δίνει τα μάτια για να δούμε την κρυμμένη πραγματικότητα. Το έσχατο βάθος της. Και μας λέει: μη με ψάχνετε εδώ κι εκεί. Δείτε με στα πρόσωπα των συνανθρώπων σας. Ακόμη και σε εσάς τους ίδιους. Ο καθένας λοιπόν από εμάς συνιστά μία κρυμμένη παρουσία Χριστού. Αποτελούμε μία πρόκληση διαλόγου με τον Χριστό και μία βίωση της Δευτέρας Παρουσίας του πριν ακόμη εκείνη έρθει. 
Έτσι η κόλαση και ο παράδεισος δεν ανήκουν ως καταστάσεις στο μακρινό και απώτατο μέλλον. Είναι πολύ κοντά μας, μπροστά κυριολεκτικά στα μάτια μας, όσο είμαστε εμείς οι ίδιοι μπροστά στον εαυτό μας και μπροστά στον κάθε συνάνθρωπό μας. Την κόλαση και τον παράδεισο τα κερδίζουμε την κάθε στιγμή της ζωής μας. Κι αυτό που τώρα ζούμε, το ίδιο με μεγαλύτερη ένταση θα ζήσουμε και μετά τον θάνατό μας, και με την απόλυτη δυνατή ένταση μετά τον ερχομό του Χριστού στη Δευτέρα Του Παρουσία. Πόσο οικεία και γνώριμα λοιπόν ακούει στα αυτιά του ο Χριστιανός τα λόγια των Πατέρων του: «Από τον πλησίον μας εξαρτάται η ζωή και ο θάνατος. Γιατί αν κερδίσουμε τον αδελφό μας, τον Χριστό κερδίσαμε. Κι αν τον προσβάλουμε, Εκείνον χάσαμε».

Η παραβολή της κρίσεως ακούγεται μία φορά τον χρόνο στην Εκκλησία μας, την Κυριακή των Απόκρεω – σκαλοπάτι κι αυτή για την είσοδό μας στη Σαρακοστή. Περιττό να πούμε ότι λόγω της σπουδαιότητάς της θα πρέπει να την έχουμε μόνιμο και καθημερινό ανάγνωσμά μας και μελέτη του βίου μας διαπαντός. Διότι επικεντρώνει την προσοχή μας σε ό,τι πιο ουσιαστικό έχουμε να κάνουμε στη ζωή αυτή, από το οποίο εξαρτάται και το αιώνιο μέλλον μας: να αγαπάμε τους πάντες και τα πάντα. Για χάρη του Χριστού. Για χάρη δική μας.

Κυριακή της Απόκρεω – Η ώρα της κρίσεως


Ευαγγέλιο Κυριακής: Ματθ. κε’ 31-46
31 Ὃταν δὲ ἔλθῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ καὶ πάντες οἱ ἅγιοι ἄγγελοι μετ᾿ αὐτοῦ, τότε καθίσει ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ, 32 καὶ συναχθήσεται ἔμπροσθεν αὐτοῦ πάντα τὰ ἔθνη, καὶ ἀφοριεῖ αὐτοὺς ἀπ᾿ ἀλλήλων ὥσπερ ὁ ποιμὴν ἀφορίζει τὰ πρόβατα ἀπὸ τῶν ἐρίφων, 33 καὶ στήσει τὰ μὲν πρόβατα ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ, τὰ δὲ ἐρίφια ἐξ εὐωνύμων. 34 τότε ἐρεῖ ὁ βασιλεὺς τοῖς ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ· δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου. 35 ἐπείνασα γάρ, καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα, καὶ ἐποτίσατέ με, ξένος ἤμην, καὶ συνηγάγετέ με, 36 γυμνός, καὶ περιεβάλετέ με, ἠσθένησα, καὶ ἐπεσκέψασθέ με, ἐν φυλακῇ ἤμην, καὶ ἤλθετε πρός με. 37 τότε ἀποκριθήσονται αὐτῷ οἱ δίκαιοι λέγοντες· κύριε, πότε σε εἴδομεν πεινῶντα καὶ ἐθρέψαμεν, ἢ διψῶντα καὶ ἐποτίσαμεν; 38 πότε δέ σε εἴδομεν ξένον καὶ συνηγάγομεν, ἢ γυμνὸν καὶ περιεβάλομεν; 39 πότε δέ σε εἴδομεν ἀσθενῆ ἢ ἐν φυλακῇ, καὶ ἤλθομεν πρός σε; 40 καὶ ἀποκριθεὶς ὁ βασιλεὺς ἐρεῖ αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ᾿ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε. 41 τότε ἐρεῖ καὶ τοῖς ἐξ εὐωνύμων· πορεύεσθε ἀπ᾿ ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον τὸ ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καὶ τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ. 42 ἐπείνασα γάρ, καὶ οὐκ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα, καὶ οὐκ ἐποτίσατέ με, 43 ξένος ἤμην, καὶ οὐ συνηγάγετέ με, γυμνός, καὶ οὐ περιεβάλετέ με, ἀσθενὴς καὶ ἐν φυλακῇ, καὶ οὐκ ἐπεσκέψασθέ με. 44 τότε ἀποκριθήσονται αὐτῷ καὶ αὐτοὶ λέγοντες· κύριε, πότε σε εἴδομεν πεινῶντα ἢ διψῶντα ἢ ξένον ἢ γυμνὸν ἢ ἀσθενῆ ἢ ἐν φυλακῇ, καὶ οὐ διηκονήσαμέν σοι; 45 τότε ἀποκριθήσεται αὐτοῖς λέγων· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ᾿ ὅσον οὐκ ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἐλαχίστων, οὐδὲ ἐμοὶ ἐποιήσατε. 46 καὶ ἀπελεύσονται οὗτοι εἰς κόλασιν αἰώνιον, οἱ δὲ δίκαιοι εἰς ζωὴν αἰώνιον.
Η ώρα της κρίσεως

Ο Παράδεισος

Η ώρα είναι μοναδική και συγκλονιστική. Ο Θεάνθρωπος Κύριος έρχεται μέσα στη θεϊκή του δόξα για να κρίνει την ανθρωπότητα. Τον συνοδεύουν οι αμέτρητες στρατιές των αγίων αγγέλων. Μπροστά στον ένδοξο θεϊκό του θρόνο έχουν συγκεντρωθεί όλοι οι άνθρωποι όλων των αιώνων. Κι ο μέγας Κριτής χωρίζει τους ανθρώπους, όπως ο βοσκός χωρίζει τα πρόβατα από τα γίδια. Στα δεξιά του βάζει τους δίκαιους και στα αριστερά του τους αμετανόητους αμαρτωλούς. Εκείνη τη φοβερή ώρα ακούγεται η θεϊκή φωνή του ουρανίου Κριτού προς τους δικαίους: Ελάτε, οι ευλογημένοι του Πατρός μου, να κληρονομήσετε τη Βασιλεία που είναι ετοιμασμένη για εσάς από τότε που δημιουργήθηκε ο κόσμος. Διότι πείνασα και μου δώσατε τροφή, δίψασα και μου δώσατε νερό, ήμουν ξένος και με φιλοξενήσατε, γυμνός και με ντύσατε, άρρωστος και με επισκεφθήκατε, φυλακισμένος και ήλθατε να με παρηγορήσετε.
Και οι δίκαιοι με έκπληξη και απορία θα πουν: Κύριε, πότε Σε είδαμε πεινασμένο, διψασμένο, ξενιτεμένο, γυμνό, άρρωστο, φυλακισμένο και Σου δείξαμε αγάπη; Και θα αποκριθεί ο Κριτής: Εφόσον το κάνατε στους άσημους αδελφούς μου, είναι σαν να το κάνατε σε μένα. Ελάτε λοιπόν στη Βασιλεία μου.
Πώς όμως θα είναι αυτή η Βασιλεία του Θεού; Όποιες λέξεις κι αν χρησιμοποιήσουμε δεν θα μπορέσουμε να περιγράψουμε την ασύλληπτη ωραιότητα της Βασιλείας των ουρανών, όπως ακριβώς ένας εκ γενετής τυφλός δεν μπορεί να περιγράψει την ωραιότητα της φύσεως. Η Αγία Γραφή βέβαια παρουσιάζει συμβολικές εικόνες του Παραδείσου, ο απόστολος Παύλος τονίζει ότι σαν αυτά που ετοίμασε ο Θεός γι’ αυτούς που Τον αγαπούν, «ὀφθαλμός οὐκ εἶδε καί οὖς οὐκ ἤκουσε καί ἐπί καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη» (Α’ Κορ. β’ 9). Η ζωή του Παραδείσου όχι μόνο εν μπορεί να περιγραφεί, αλλά ούτε και να συγκριθεί με καμιά άγια χαρά του κόσμου αυτού. Από τη ζωή εκείνη θα απουσιάζει κάθε «ὀδύνη, λύπη καί στεναγμός». Εκεί δεν θα υπάρχουν αδικίες, αρρώστιες, θάνατος. Εκεί θα έχουν σβήσει όλα τα πάθη. Εκεί όλα θα είναι γεμάτα χαρά. Όλα θα είναι φως. Η μεγαλύτερη όμως χαρά και ευτυχία μας θα είναι ότι θα βλέπουμε διαρκώς «πρόσωπον προς πρόσωπον» το απαστράπτον πρόσωπο του Χριστού.
Τα μάτια μας δεν θα χορταίνουν να βλέπουν τη δόξα του· τα αυτιά μας να ακούν τη φωνή του και τις γλυκύτατες ψαλμωδίες των αγγέλων και των αγίων, το στόμα μας να δοξολογεί ακατάπαυστα τον βασιλέα μας· τα χέρια μας να υψώνονται προς Αυτόν. Εκεί θα λάμπουμε όλοι όπως ο ήλιος και θα μοιάζουμε στη μορφή και τη δόξα με τον Χριστό μας. Εκεί θα γίνουμε κατά χάριν θεοί. Εκεί… Αλλά μέχρι να φθάσουμε εκεί, ας στραφούμε προς τα εκεί κάθε μέρα το νου μας κι ας πλημμυρίσει την καρδιά μας ο πόθος της Βασιλείας του Θεού.

Η κόλαση

Κατόπιν ο Κύριος θα στρέψει το βλέμμα Του αριστερά στους αμετανόητους αμαρτωλούς και θα τους πει: Φύγετε από κοντά μου στο πυρ το αιώνιο, που έχει ετοιμαστεί για τον διάβολο και τους δαίμονες. Διότι επείνασα, και δεν μου δώσατε τροφή, δίψασα, και δεν μου δώσατε νερό, ήμουν ξένος, και δεν με φιλοξενήσατε, γυμνός και δεν με ντύσατε, άρρωστος, και δεν με επισκεφθήκατε, φυλακισμένος, και δεν ήλθατε να με παρηγορήσετε.
Τότε αυτοί θα Του αποκριθούν: Πότε Σε είδα, Κύριε, πεινασμένο, διαψασμένο, ξενιτεμένο, γυμνό, άρρωστο, φυλακισμένο και δεν Σε υπηρετήσαμε; Και ο Κριτής θα τους απαντήσει: Καθετί που δεν κάνατε στους άσημους αδελφούς μου, ούτε σε μένα το κάνατε. Τότε θα φύγουν αυτοί στην αιώνια κόλαση.
Πώς θα ζουν αλήθεια οι άνθρωποι στην αιώνια κόλαση; Ό,τι και να πει κανείς, ελάχιστα μπορεί να περιγράψει τη φρίκη της κολάσεως. Εκεί οι κολασμένοι θα υποφέρουν φρικτά. Θα δοκιμάζουν οδυνηρούς πόνους, ακατάπαυστη δίψα, αφόρητη αγωνία, τύψεις βασανιστικές, απελπισία και θάνατο. Διότι θα είναι περικυκλωμένοι από τους μισάνθρωπους δαίμονες και από όλους τους κολασμένους ανθρώπους. Επιπλέον θα βλέπουν αιωνίως μέσα τους τα αποτυπώματα των αμαρτιών τους, και η ντροπή που θα δοκιμάζουν θα είναι φοβερή. Θα υποφέρουν ακόμη, διότι θα στερούνται όλα εκείνα τα οποία απήλαυσαν στην επίγεια ζωή τους.
Το μεγαλύτερο όμως μαρτύριο των κολασμένων θα είναι ότι θα ζουν χωρίς Θεό. Και μία μόνο ακτίνα της δόξας του αν είχαν, αμέσως ο άδης θα γινόταν Παράδεισος! Οι κολασμένοι θα υποφέρουν μακριά από την αγάπη του Θεού. Και δεν υπάρχει μεγαλύτερη φρίκη από την αιωνιότητα νωρίς τον Χριστό! Δεν υπάρχει μεγαλύτερη κόλαση από το να χάσουμε την Χριστό, ο Οποίος είναι όλος φως, όλος ζωή, όλος ωραιότητα.
Εκείνο λοιπόν το οποίο πρέπει κυρίως να φοβόμαστε ως προς την κόλαση είναι η αιώνια στέρηση της αγάπης του Θεού. Γι’ αυτό ας αγαπήσουμε από τώρα τον Κύριο και τις άγιες και σωτήριες εντολές του κι ας αγωνιζόμαστε καθημερινά να ζούμε όπως θέλει Εκείνος. Για να αντικρίσουμε κι εμείς το ολοφώτεινο πρόσωπό του και να ακούσουμε τη γλυκύτατη φωνή του να μας καλεί κοντά του.

Κυριακή των Απόκρεω



Η τρίτη Κυριακή του Τριωδίου είναι αφιερωμένη στο πιο φοβερό γεγονός της ανθρώπινης ιστορίας, στη μέλλουσα Κρίση, ως απαραίτητος προβληματισμός των πιστών αυτή την αγωνιστική αυτή περίοδο.
Η μέλλουσα Κρίση είναι θεμελιώδης πίστη της χριστιανικής διδασκαλίας, η οποία θα επισυμβεί στο τέλος αυτού του πρόσκαιρου κόσμου και περιγράφεται σαφέστατα στο ευαγγέλιο του Ματθαίου (25,31-46). Ο Κύριος, λίγο πριν το πάθος Του, ομιλώντας για τα έσχατα και μετά τις παραστατικές παραβολές των δέκα παρθένων και των ταλάντων είπε πως, όταν έρθει ο Ίδιος στη Δεύτερη και φοβερή παρουσία Του «εν τη δόξη αυτού και πάντες οι άγιοι άγγελοι μετ' αυτού, τότε καθίσει επί θρόνου δόξης αυτού, και συναχθήσεται έμπροσθεν αυτού πάντα τα έθνη, και αφοριεί αυτούς απ' αλλήλων ώσπερ ο ποιμήν αφορίζει τα πρόβατα από των εριφίων, και στήσει τα μεν πρόβατα εκ δεξιών αυτού, τα δε ερίφια εξ ευωνύμων. Τότε ερεί ο βασιλεύς τοις εκ δεξιών αυτού΄ δεύτε οι ευλογημένοι του πατρός μου, κληρονομήσατε την ητοιμασμένην υμίν βασιλείαν από καταβολής κόσμου. Επείνασα γαρ, και εδώκατέ μοι φαγείν, εδίψησα, και εποτίσατέ με, ξένος ήμην, και συνηγάγετέ με, γυμνός, και περιεβάλετέ με, ησθένησα, και επεσκέψασθέ με, εν φυλακή ήμην, και ήλαθατε προς με. Τότε αποκριθήσονται αυτώ οι δίκαιοι λέγοντες΄ Κύριε πότε σε είδομεν πεινόντα και εθρέψαμεν, ή διψώντα και εποτίσαμεν; Πότε σε είδομεν ξένον και συνηγάγομεν, ή γυμνόν και περιεβάλομεν; Πότε σε είδομεν ασθενή ή εν φυλακή, και ήλθομεν προς σε; Και αποκριθείς ο βασιλεύς ερεί αυτοίς΄ αμήν λέγω υμίν , εφ' όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε. Τότε ερεί και τοις εξ' ευωνύμων΄ πορεύεσθε απ' εμού οι κατηραμένοι εις το πυρ το αιώνιον το ητοιμασμένον τω διαβόλω και τοις αγγέλοις αυτού… εφ' όσον ουκ εποιήσατε ενί τούτων των ελαχίστων, ουδέ εμοί εποιήσατε. Και απελεύσονται ούτοι εις κόλασιν αιώνιον, οι δε δίκαιοι εις ζωήν αιώνιον» (Ματθ.25,31-46).
Η μέλλουσα κρίση είναι αναπόφευκτη και απορρέει από την απόλυτη δικαιοσύνη του Θεού. Την παρέλευση αυτού του φθαρτού και τραυματισμένου από την αμαρτία κόσμου θα επισφραγίσει η μεγάλη και αδέκαστη κρίση του Χριστού, ως απαραίτητη προϋπόθεση για την είσοδο στη νέα πραγματικότητα της βασιλείας του Θεού. Οι άνθρωποι, ως ελεύθερα όντα, πρέπει να τοποθετηθούν στη βασιλεία του Χριστού ανάλογα με τη δική τους επιλογή σε αυτή τη ζωή. Ύψιστο κριτήριο της κρίσεως θα είναι η στάση και συμπεριφορά τους απέναντι στους συνανθρώπους τους. Η θετική ή η αρνητική στάση τους θα κρίνει τελικά αν θα είναι κληρονόμοι της βασιλείας του Θεού, ή θα είναι προορισμένοι να ριχτούν στην αιώνια κόλαση, όπου «εκεί έσται ο κλαυθμός και ο βρυγμός των οδόντων» (Ματθ.24,51).
Η ενθύμηση της φοβερής μελλούσης Κρίσεως στην αρχή του Τριωδίου είναι απαραίτητη, διότι απώτερος σκοπός του όλου πνευματικού αγώνα μας είναι να βρεθούμε εκ δεξιών του Δεσπότη Χριστού, κατά τη μεγάλη K ρίση. Αυτό είναι αποτυπωμένο κάλλιστα στην υπέροχη υμνωδία της ημέρας. Οι άγιοι υμνογράφοι συνέθεσαν διδακτικότατα τροπάρια, τα οποία προτρέπουν τους πιστούς να συναισθανθούν την επερχόμενη βεβαία και φοβερή Κρίση. Σε ένα από αυτά ψάλλουμε: «Την φοβεράν της κτίσεως, και αρρήτου σου δόξης, ημέραν ενθυμούμενος, φρίττω, Κύριε, όλως και τρέμων φόβω κραυγάζω΄ Επί γης όταν έλθης, κρίναι, Χριστέ, τα σύμπαντα, ο Θεός μετά δόξης, τότε οικτρόν, από πάσης ρύσαί με τιμωρίας, εκ δεξιών σου, Δέσποτα, αξιώσας με στήναι».

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΠΟΚΡΕΩ «Απελεύσονται ούτοι εις κόλασιν αιώνιον, οι δε δίκαιοι εις ζωήν αιώνιον» (Ματθ. 25, 46)






«Απελεύσονται ούτοι εις κόλασιν αιώνιον, οι δε δίκαιοι εις ζωήν αιώνιον» (Ματθ. 25, 46)
 Το Ευαγγέλιο της κρίσεως που ακούγεται στην Εκκλησία μας την Κυριακή των Απόκρεω, αποτελεί την απάντηση στην ορμή μας για γνώση του αύριο: ο Θεός δεν μας άφησε αμάρτυρο το μέλλον∙ μας άνοιξε τα μάτια,  όχι όμως σε ό,τι συνιστά απλή περιέργεια ως προς την πορεία μας σ’ αυτόν τον κόσμο, αλλά σε ό,τι είναι καίριο και ουσιώδες, σε ό,τι δηλαδή είναι σωτηριώδες και αιώνιο. Ο Κύριος θα ξανάλθει, φωνάζει η Εκκλησία βασισμένη στα ίδια Του τα λόγια. Και θα ξανάλθει ένδοξα αυτή τη φορά «κρίναι ζώντας και νεκρούς», σε ώρα που κανείς δεν γνωρίζει. Θα έλθει «ως κλέπτης εν νυκτί» (Α΄Θεσ. 5, 2), «εν ημέρα η ου προσδοκά» ο άνθρωπος (Ματθ. 24. 50). Και θα σταθούμε όλοι οι άνθρωποι όλων των εποχών ενώπιόν Του για να γίνει η τελική αποτίμηση. Όσοι θα βρεθούν να έχουν τηρήσει το θέλημά Του, άρα να έχουν αγαπήσει τον συνάνθρωπό τους, θα βρεθούν στους ευλογημένους του Πατρός Του. Όσοι θα βρεθούν αμετανόητοι, ανάπηροι από τα φτερά της πίστεως και της αγάπης, θα βρεθούν στους καταραμένους. Και η οριστική κατάληξη: «Απελεύσονται ούτοι (οι χωρίς αγάπη) εις κόλασιν αιώνιον, οι δε δίκαιοι εις ζωήν αιώνιον».
 1. Ο τονισμός του αιώνιου χαρακτήρα της μιας και της άλλης καταστάσεως είναι το πρώτο στο οποίο κοντοστέκεται κανείς. Ο Κύριος δεν άφησε καμία αμφιβολία περί του οριστικού και αμετάκλητου της κρίσεώς Του. Η αιωνιότητα με την ατέρμονη πορεία της είναι η προοπτική που ανοίγεται μετά τον ερχομό Του για δεύτερη φορά. «Της βασιλείας Αυτού ουκ έσται τέλος», όπως το ομολογούμε διαρκώς και στο Σύμβολο της Πίστεως. Δεν υπάρχει πια ανακοπή και ανάκληση. Κι είναι η αιωνιότητα αυτή καταδίκη καταρχάς της παναίρεσης των Γιεχωβάδων, οι οποίοι μεταξύ των άλλων πλανών τους τονίζουν ότι η Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου θα σημάνει την απαρχή μιας χιλιετούς βασιλείας Του, για να ακολουθήσει έπειτα κάτι διαφορετικό. Από την άλλη ο αιώνιος χαρακτήρας της κρίσεως του Θεού καταδικάζει και όσους στο παρελθόν ή και πιο μετά πίστεψαν πλανεμένα ότι τελικώς όλοι θα αποκατασταθούν μέσα στην αγκαλιά της αγάπης του Θεού. «Η αποκατάσταση των πάντων», για την οποία μίλησε και ο μεγάλος αλλά καταδικασμένος για τις πλάνες του από την Εκκλησία θεολόγος Ωριγένης, αποτελεί μία πρόκληση και έναν πειρασμό για την Εκκλησία, η οποία όμως απέρριψε την πλάνη, διότι ακριβώς προϋποθέτει εσφαλμένη θεολογία ως προς την εικόνα που απεκάλυψε για τον Θεό ο ίδιος ο Χριστός. Δεν είναι ο Θεός το πρόβλημα για να αποκαταστήσει τους πάντες. Η αποκατάσταση αυτή είναι η διαρκής βούληση του Θεού για όλους, ακόμη και για τους δαίμονες. Διότι «ο Θεός πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Α΄Τιμ. 2,4). Το πρόβλημα είμαστε εμείς οι ίδιοι, οι οποίοι αρνούμαστε την αγάπη του Θεού και τις προκλήσεις και προσκλήσεις για μετάνοιά μας. Η «αποκατάσταση των πάντων» αλλοιώνει και την περί ανθρώπου εικόνα της Εκκλησίας, παρουσιάζοντας αυτόν  με κολοβωμένη ελευθερία.
2. Η αιωνιότητα που θα ανοιχτεί μετά τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου – πέρα βεβαίως από την αιωνιότητα ως παρούσα κατάσταση του εδώ κόσμου που ζει ο Χριστιανός μέσα στην Εκκλησία: «αύτη εστίν η αιώνιος ζωή, ίνα γινώσκωσί Σε τον μόνον αληθινόν Θεόν και ον απέστειλας Ιησούν Χριστόν» (ευαγγελιστής Ιωάννης) - δεν θα φέρει κάτι διαφορετικό από αυτό που ζει ο άνθρωπος αμέσως μετά τον θάνατό του. Σε όποια κατάσταση δηλαδή  φεύγουμε από τη ζωή αυτή, είτε εν μετανοία είτε εν αμετανοησία, σε αυτήν την κατάσταση θα μας βρει και η Δευτέρα Παρουσία. Κι αυτό θα πει: το οριστικό και αμετάκλητο τέλος για τον καθένα μας, σε επίπεδο αιωνιότητας, έρχεται στην ουσία την ώρα του θανάτου μας. Η μόνη διαφορά μεταξύ της μερικής κρίσεως που υφίσταται ο άνθρωπος όταν πεθάνει, και της γενικής κρίσεως που θα υποστεί την ημέρα της Κρίσεως, θα είναι στον βαθμό της έντασης: στη μερική κρίση κρίνεται με μόνη την ψυχή∙ στη γενική κρίση θα κριθεί μαζί με το σώμα, που θα αναστήσει ο Χριστός. Υπό το πρίσμα αυτό ο προβληματισμός και η αγωνία ορισμένων για το πότε θα γίνει η Δευτέρα Παρουσία είναι χωρίς νόημα: η ώρα του θανάτου μας στην πραγματικότητα αποτελεί και την ώρα της τελικής κρίσεώς μας, αφού δεν υπάρχει προοπτική μετάνοιας μετά τον θάνατό μας. «Εν τω Άδη ουκ έστι μετάνοια» κατά τη γνωστή και κλασική διατύπωση.
3. Μιλώντας όμως για τον αιώνιο χαρακτήρα είτε της κόλασης είτε της ζωής, κατά τη διάκριση του Κυρίου, πρέπει να έχουμε την ορθή εικόνα των καταστάσεων αυτών. Να τις βλέπουμε δηλαδή με τις προϋποθέσεις του Ευαγγελίου, της Αποστολικής και της Πατερικής Παραδόσεως. Διότι δυστυχώς υπάρχει πολλή και μεγάλη διαστρέβλωση επ’ αυτών. Άλλοι απορρίπτουν τις καταστάσεις του Παραδείσου και της Κολάσεως, άλλοι τις θεωρούν ως καταστάσεις μόνον του κόσμου τούτου, άλλοι τις κατανοούν με μεσαιωνικές εικόνες: ως τόπους που είτε βράζουν και ψήνονται οι άνθρωποι (η κόλαση) είτε αναπαύονται σε κήπους και ανάκλιντρα (ο παράδεισος).
Η Εκκλησία μας λοιπόν διδάσκει πως ό,τι ονομάζουμε κόλαση και παράδεισος δεν υφίσταται από πλευράς του Θεού. Διότι «ο Θεός αγάπη εστί» (Α΄Ιωάν. 4, 16), και έτσι το μόνο που δύναται είναι να αγαπά. Κατά συνέπεια  όλοι οι άνθρωποι όλων των αποχρώσεων και όλων των καταστάσεων, είτε πιστοί είτε άπιστοι, ως παιδιά του Θεού δέχονται την ίδια αγάπη από Εκείνον. Ο Θεός δεν κάνει διακρίσεις. Διακρίσεις κάνουμε εμείς οι εμπαθείς άνθρωποι. Αν ένας γονιός φτάνει στο σημείο να αγαπά όλα τα παιδιά του το ίδιο, είτε είναι μέσα στο σπίτι είτε εκτός, πόσο περισσότερο ο ουράνιος Πατέρας, ο Οποίος είναι παντελώς απαλλαγμένος από οποιαδήποτε εμπάθεια και οποιαδήποτε κακία. Αν όμως δεν υφίσταται κόλαση και παράδεισος από πλευράς του Θεού, υφίσταται από πλευράς των ανθρώπων. Εμείς τη μία και ενιαία αγάπη του Θεού δυστυχώς την ζούμε έτσι και αλλιώς: είτε δηλαδή θετικά είτε αρνητικά. Διότι οι δικές μας προϋποθέσεις ζωής μεταποιούν και αλλοιώνουν τη θεϊκή αγάπη. Έτσι ο μετανοημένος πιστός που αγωνίστηκε σε αυτήν τη ζωή να απαλλαγεί από τον εγωισμό και την αμαρτία: ό,τι καταργεί και σκοτώνει την αγάπη, δέχεται την ενέργεια της αγάπης του Θεού και την βιώνει ως φως και ευλογία. Ο αμετανόητος όμως, που παγίωσε τον εγωισμό μέσα του κι έκανε πέτρα την καρδιά του, αυτός την ίδια αγάπη του Θεού την δέχεται πια αρνητικά: ως φωτιά που τον κατακαίει και τον πονάει. Σαν τον ήλιο που οι ίδιες ακτίνες του το μεν πτώμα το αποσυνθέτουν, τον δε ζωντανό οργανισμό τον ζωοποιούν και τον αναζωογονούν.
 Έτσι για το αν βρεθούμε στην κόλαση ή στον παράδεισο, όπως λέμε, αποκλειστικά υπεύθυνοι είμαστε εμείς και όχι ο Θεός. Ο Θεός μας αγαπά. Εμείς δεν μπορούμε να γευτούμε την αγάπη Του, γιατί όσο μας δόθηκε ο χρόνος εργασίας και μετανοίας, αυτή η ζωή, εμείς φροντίσαμε να παραλύσουμε τις αισθήσεις μας. Γι’ αυτό και δεν πρέπει να μας παραξενεύουν τα λόγια μερικών Πατέρων της Εκκλησίας που μιλώντας για τα θέματα αυτά είπαν: ακόμη και στην περίπτωση που ο Θεός διά της βίας μας έβαζε στον Παράδεισο, ακόμη και στην υποτιθέμενη αυτή περίπτωση τον παράδεισο εμείς θα τον ζούσαμε ως κόλαση. Διότι ο εγωιστής άνθρωπος και στον παράδεισο θα είναι εγωιστής, άρα κολασμένος.
4. Τι θα κρίνει βεβαίως την ένταξή μας στη μία ή στην άλλη κατάσταση είναι γνωστό και το αναφέραμε ακροθιγώς παραπάνω: η αγάπη που φροντίσαμε να κρατήσουμε στη ζωή αυτή και απέναντι στον Θεό και απέναντι στον συνάνθρωπο. Και κυρίως απέναντι στον συνάνθρωπο, διότι αυτή κρίνει την ποιότητα και της αγάπης μας προς τον Θεό. «Αν δεν αγαπάμε τον συνάνθρωπό μας που βλέπουμε – επισημαίνει ο άγιος Ιωάννης – πώς θα αγαπάμε τον Θεό που δεν βλέπουμε;» (Πρβλ. Α΄ Ιωάν. 4, 20). Η αγάπη μας λοιπόν προς τον συνάνθρωπο συνιστά και το έσχατο κριτήριο, πάνω στο οποίο θα κριθούμε.
Και πράγματι η παραβολή της Κρίσεως αυτό επισημαίνει: «Εφ’ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε». Και «εφ’ όσον ουκ εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, ουδέ εμοί εποιήσατε». Τα λόγια του Κυρίου είναι συγκλονιστικά. Ο άλλος, ο πλησίον, ο συνάνθρωπος, όποιος κι αν είναι αυτός, δεν είναι απλώς ο άλλος. Πολύ περισσότερο δεν είναι ο ξένος και ο εχθρός, που μπορεί να φτάσει να θεωρηθεί και ως η κόλασή μου – μία θεώρηση που συνιστά την ίδια την αθεΐα. Διότι πράγματι χωρίς Θεό στη ζωή μου, ο συνάνθρωπος αποτελεί για μένα μόνο απειλή και ενόχληση. Ο άλλος όμως, κατά τον Κύριο, είναι ο αδελφός του Κυρίου, κι ακόμη πιο πολύ: ο ίδιος ο Κύριος.
5. Δεν αποτελούν συμβολικές εικόνες αυτά που λέγει ο Χριστός. Είναι οριστικές διατυπώσεις που αποκαλύπτουν την πραγματικότητα. Ο Χριστός αίρει την τύφλωσή μας και μας δίνει τα μάτια για να δούμε την κρυμμένη πραγματικότητα. Το έσχατο βάθος της. Και μας λέει: μη με ψάχνετε εδώ κι εκεί. Δείτε με στα πρόσωπα των συνανθρώπων σας. Ακόμη και σε εσάς τους ίδιους. Ο καθένας λοιπόν από εμάς συνιστά μία κρυμμένη παρουσία Χριστού. Αποτελούμε μία πρόκληση διαλόγου με τον Χριστό και μία βίωση της Δευτέρας Παρουσίας του πριν ακόμη εκείνη έρθει. Έτσι η κόλαση και ο παράδεισος δεν ανήκουν ως καταστάσεις στο μακρινό και απώτατο μέλλον. Είναι πολύ κοντά μας, μπροστά κυριολεκτικά στα μάτια μας, όσο είμαστε εμείς οι ίδιοι μπροστά στον εαυτό μας και μπροστά στον κάθε συνάνθρωπό μας. Την κόλαση και τον παράδεισο τα κερδίζουμε την κάθε στιγμή της ζωής μας. Κι αυτό που τώρα ζούμε, το ίδιο με μεγαλύτερη ένταση θα ζήσουμε και μετά τον θάνατό μας, και με την απόλυτη δυνατή ένταση μετά τον ερχομό του Χριστού στη Δευτέρα Του Παρουσία. Πόσο οικεία και γνώριμα λοιπόν ακούει στα αυτιά του ο Χριστιανός τα λόγια των Πατέρων του: «Από τον πλησίον μας εξαρτάται η ζωή και ο θάνατος. Γιατί αν κερδίσουμε τον αδελφό μας, τον Χριστό κερδίσαμε. Κι αν τον προσβάλουμε, Εκείνον χάσαμε».
Η παραβολή της κρίσεως ακούγεται μία φορά τον χρόνο στην Εκκλησία μας, την Κυριακή των Απόκρεω – σκαλοπάτι κι αυτή για την είσοδό μας στη Σαρακοστή. Περιττό να πούμε ότι λόγω της σπουδαιότητάς της θα πρέπει να την έχουμε μόνιμο και καθημερινό ανάγνωσμά μας και μελέτη του βίου μας διαπαντός. Διότι επικεντρώνει την προσοχή μας σε ό,τι πιο ουσιαστικό έχουμε να κάνουμε στη ζωή αυτή, από το οποίο εξαρτάται και το αιώνιο μέλλον μας: να αγαπάμε τους πάντες και τα πάντα. Για χάρη του Χριστού. Για χάρη δική μας.

Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2016

Γόρτυνος Ιερεμίας: “Ο Άγιος Παΐσιος ως ομολογητής της Ορθόδοξης Πίστης».


1. Σήμερα, ἀδελφοί μου χριστιανοί, ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία ἑορτάζει τόν ὅσιο Παΐσιο τόν ἁγιορείτη, πού τώρα τελευταῖα ἀνακηρύχθηκε ἐπίσημα ἅγιος ἀπό τό Οἰκουμενικό μας Πατριαρχεῖο. Σᾶς παρακαλῶ, ἀδελφοί, νά ἀποκτήσετε καί νά διαβάσετε σιγά-σιγά τούς πέντε τόμους πού ἐπιγράφονται «Γέροντος Παϊσίου Ἁγιορείτου λόγοι». Εἶναι τό καλύτερο πνευματικό ἀνάγνωσμα οἱ τόμοι αὐτοί γιά τήν πνευματική μας πρόοδο. Εἶναι τό Γεροντικό τῆς συγχρόνου ἐποχῆς μας.
2. Ἀξιώθηκα νά γνωρίσω τόν ἅγιον αὐτόν πατέρα τῆς ἐποχῆς μας καί συνεζήτησα μαζί του δυό φορές. Πολύ ὠφελήθηκα ἀπό τίς ἅγιες συμβουλές του. Μέ τήν προσευχή καί τόν ἀσκητικό του βίο καθαρίστηκε ἡ καρδιά του καί ἔγινε κατοικητήριο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Σ᾽ αὐτόν τόν ἀγράμματο Μοναχό τοῦ δόθηκε τό χάρισμα τῆς θεολογίας καί ἀκόμη τοῦ δόθηκε καί τό προορατικό χάρισμα. Ἀλλά τά χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀγαπητοί μου, δίδονται ὅταν ὑπάρχει ὀρθή πίστη. Ὁ ὅσιος πατήρ Παΐσιος, ὅπως ὅλοι οἱ ἅγιοι Μοναχοί, μαζί μέ τόν ἀγώνα του γιά τόν καθαρμό τῆς καρδιᾶς του, εἶχε τήν ἀγωνία γιά τήν διαφύλαξη τῆς ὀρθόδοξης πίστης καί ἐκφραζόταν μάλιστα δυναμικά καί ἀγωνιζόταν γι᾽ αὐτό. Ἔτσι τό διαβάζουμε στά πολλά βιβλία, πού γράφουν τό συναξάριό του καί τήν διδασκαλία του. Στρεφόταν ἰδιαίτερα ἐναντίον τοῦ παπισμοῦ καί τοῦ οἰκουμενισμοῦ· ἐναντίον αὐτῶν τῶν δύο ἀπό τά ὁποῖα κινδυνεύουν οἱ χριστιανοί μας σήμερα, χωρίς μάλιστα νά γνωρίζουν τόν κίνδυνο τῶν αἱρέσεων αὐτῶν, γιατί δέν τούς τόν λέμε.
3. Μή ἔχοντες τόν χρόνο νά ποῦμε πολλά, λέγουμε ἐδῶ μόνο αὐτά τά λίγα. Ὁ ἅγιος Γέροντας Παΐσιος, τότε πού ὁ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας ἔκανε ἐκεῖνα τά τολμηρά καί βάσφημα κατά τῆς Ὀρθόδοξης πίστη μας κινήματά του, καί προσέγγισε τούς αἱρετικούς παπικούς σάν νά ἦταν καί αὐτοί ὀρθόδοξοι, ὁ πατήρ Παΐσιος, λέγω, ἁπλός μονοχός αὐτός, ἔγραψε ἐπιστολή, στήν ὁποία χύνει τόν πόνο του γιά τό παραστράτημα αὐτό τοῦ Πατριάρχου. Σ᾽ αὐτήν τήν ἐπιστολή, πού ὑπάρχει μέχρι σήμερα, γράφει: «Ἔφθασαν – λέγει – μέχρι τό ἐρημητήριό μου θλιβερές εἰδήσεις διά τήν Ἁγίαν Ὀρθοδοξίαν μας. Ἐπόνεσα πολύ διά τήν γραμμήν καί κοσμικήν ἀγάπην, δυστυχῶς, τοῦ πατέρα μας κ. Ἀθηναγόρα». Καί παρακάτω στήν ἐπιστολή του γράφει ὁ ἅγιος πατέρας γιά τόν Πατριάρχη: «Ἀγάπησε μίαν ἄλλην γυναίκα μοντέρνα, πού λέγεται παπική ἐκκλησία, διότι ἡ Ὀρθόδοξη Μητέρα μας δέν τοῦ κάμνει καμμίαν ἐντύπωσι, ἐπειδή εἶναι πολύ σεμνή». Καί γιά τίς ἐνέργειες αὐτές τοῦ τότε Πατριάρχου Ἀθηναγόρα γράφει στήν συνέχεια ὁ ἅγιος Παΐσιος: «Τό ἀποτέλεσμα ἦταν νά ἀναπαύσῃ (ὁ Πατριάρχης) μέν ὅλα τά κοσμικά παιδιά, πού ἀγαποῦν τόν κόσμον καί ἔχουν τήν κοσμικήν αὐτήν ἀγάπην, νά κατασκανδαλίσῃ ὅμως ὅλους ἐμᾶς, τά τέκνα τῆς Ὀρθοδοξίας, μικρά καί μεγάλα, πού ἔχουν φόβο Θεοῦ». Γιά τούς φιλενωτικούς, γι᾽ αὐτούς, δηλαδή, πού θέλουν καί ἀγωνίζονται γιά τήν ἕνωσή μας μέ τόν Πάπα, λέγει ὁ ἅγιος πατήρ Παΐσιος: «Μετά λύπης μου, ἀπό ὅσους φιλενωτικούς ἔχω γνωρίσει, δέν εἶδα νά ἔχουν οὔτε ψίχα πνευματική οὔτε φλοιό».
«Ἄς γνωρίζουμε – λέγει στήν συνέχεια ὁ ἅγιος Γέροντας Παΐσιος – ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μας δέν ἔχει καμμία ἔλλειψιν. Ἡ μόνη ἔλλειψις πού παρουσιάζεται εἶναι ἡ ἔλλειψις σοβαρῶν Ἱεραρχῶν καί Ποιμένων μέ πατερικές ἀρχές. Εἶναι ὀλίγοι οἱ ἐκλεκτοί, ὅμως δέν εἶναι ἀνησυχητικόν. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ καί Αὐτός τήν κυβερνάει. Δέν εἶναι Ναός, πού κτίζεται ἀπό πέτρες, ἄμμο καί ἀσβέστη ἀπό εὐσεβεῖς καί καταστρέφεται μέ φωτιά βαρβάρων, ἀλλά εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός “καί ὁ πεσών ἐπί τόν λίθον τοῦτον συνθλασθήσεται, εφ᾽ ὅν δ᾽ ἄν πέσῃ λικμήσει αὐτόν” (Ματθ. κα´ 44-45). Ὁ Κύριος, ὅταν θά πρέπῃ, θά παρουσιάσῃ τούς Μάρκους τούς Εὐγενικούς καί τούς Γρηγορίους Παλαμᾶδες, διά νά συγκεντρώσουν ὅλα τά κατασκανδαλισμένα ἀδέλφια μας, διά νά ὁμολογήσουν τήν Ὀρθόδοξον Πίστιν, νά στερεώσουν τήν Παράδοσιν καί νά δώσουν χαράν μεγάλην εἰς τήν Μητέρα μας».
4. Συνήθως, ἀγαπητοί μου χριστιανοί, παρουσιάζουν τόν ἅγιο Παΐσιο ὡς παρήγορο τῶν θλιβομένων ψυχῶν καί πνευματικό διδάσκαλο, ἀλλά παραλείπουν πολλοί, ἴσως καί ἐπίτηδες, νά παρουσιάσουν τόν ἅγιο Γέροντα  ὡς ὁμολογητή καί ἀγωνιστή τῆς Ὀρθόδοξης πίστης μας, χωρίς τήν ὁποία δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει ἁγιότητα.
Ἄς ἔχουμε τήν εὐχή τοῦ ἁγίου πατρός Παϊσίου, πού ἑορτάζουμε σήμερα, καί ἄς γίνουμε καλοί μαθητές τῆς ἱερᾶς Του διδαχῆς καί μιμητές, ὅσον τό δυνατόν, τῆς ἁγίας ζωῆς του.
Μέ πολλές εὐχές, † Ὁ Μητροπολίτης Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως Ἰερεμίας

Eρμηνεία Παλαιάς Διαθήκης Μητρ. Γόρτυνος (Μέρος 16)



           IEΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΓΟΡΤΥΝΟΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΕΩΣ
Δημητσάνα, Δευτέρα 15 Ἰουνίου 2015
ΣΥΝΤΟΜΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ
ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ ΣΕ ΣΥΝΕΧΕΙΕΣ
(Ἡ ἑρμηνεία παρά τήν συντομία της καί τήν ἁπλότητά της εἶναι ἐπιστημονική)
Ἡ ἐργασία αὐτή προσφέρεται στούς ἀναγνῶστες σέ συνέχειες ἑκάστη Δευτέρα καί Παρασκευή διά ἐξεύρεση λαθῶν ἐκ μέρους τους καί ἐνημέρωσή μας πρός διόρθωση, πρίν ἀπό τήν τελική δημοσίευση τοῦ ἔργου.

Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΗΣΑΪΑΣ
Πρώτη ἐπέμβαση τοῦ Ἡσαΐου (7,1-9)
(Προλογικό σημείωμα τῆς περικοπῆς)
Ἡ ἐδῶ περικοπή μᾶς ὁμιλεῖ γιά τόν λεγόμενο «Συροεφραϊμικό» πόλεμο κατά τοῦ βασιλείου τοῦ Ἰούδα (βλ. Δ´ Βασ. 16,5 ἑξ.). Ὁ βασιλεύς, δηλαδή, τῆς Συρίας (Ἀράμ) Ραασών συνεμάχησε μέ τόν βασιλέα τοῦ βορειο-ἰσραηλιτικοῦ βασιλείου (Ἐφραίμ) Φακεέ καί ἐπιτέθηκαν ἐναντίον τοῦ βασιλείου τοῦ Ἰούδα (734/733 π.Χ.), γιατί ὁ βασιλεύς του Ἄχαζ δέν δέχτηκε νά συμμαχήσει μαζί τους στήν ἐκστρατεία τους ἐναντίον τῶν Ἀσσυρίων. Κατά τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ ὁ προφήτης Ἡσαΐας συναντᾶ τόν Ἄχαζ, γιά νά τοῦ πεῖ νά μή φοβᾶται καί νά μή δειλιάζει ἀπό τήν ἀπειλή τῶν δύο ἐχθρικῶν στρατῶν, «τῶν δύο τούτων καπνιζόντων δαυλῶν» (στίχ. 4). Μέ τήν ἐπέμβασή του αὐτή ὁ προφήτης θέλει νά ἀποτρέψει τόν βασιλέα Ἄχαζ ἀπό τό νά συμμαχήσει μέ τούς Ἀσσυρίους, γιά νά ἀποφύγει τάχα τόν κίνδυνο στόν ὁποῖον βρίσκεται, γιατί αὐτό θά ἐσήμαινε ὅτι ἡ Ἰουδαία θά ἔχανε τήν θρησκευτική καί πολιτική της ἀνεξαρτησία. Ὁ Ἡσαΐας σέ ἐκείνη τήν δύσκολη στιγμή γιά τό ἔθνος του συνιστοῦσε τήν πίστη στόν Θεό, διακηρύσσοντας τό ἀθάνατο ἀξίωμά του: «Ἐάν δέν πιστεύσετε, δέν θά σταθεῖτε (ὡς ἔθνος)» (στίχ. 9)!


(Μετάφραση τοῦ κειμένου τῆς περικοπῆς, τό ὁποῖο παραλείπουμε ἐδῶ πρός ἐξοικονόμηση χώρου)

7,1Καί συνέβηκε κατά τίς ἡμέρες τοῦ Ἄχαζ, τοῦ υἱοῦ τοῦ Ἰωάθαμ, τοῦ υἱοῦ τοῦ Ὀζίου τοῦ βασιλέως τοῦ Ἰούδα, ἀνέβηκαν ὁ Ρασείν, ὁ βασιλεύς τῶν Ἀραμαίων, καί ὁ Φακεέ, ὁ υἱός τοῦ Ρομελίου, βασιλεύς τοῦ Ἰσραήλ, κατά τῆς Ἱερουσαλήμ, γιά νά πολεμήσουν ἐναντίον της, ἀλλά δέν μπόρεσαν νά τήν πολιορκήσουν. 2Καί ἀναγγέλθηκε στόν οἶκο Δαυΐδ, ὅτι συμμάχησαν οἱ Ἀραμαῖοι μέ τούς Ἰσραηλῖτες·καί ταράχθηκε ἡ καρδιά τοῦ λαοῦ αὐτοῦ, ὅπως ταράσσονται τά δέντρα τοῦ δάσους ἀπό τόν ἄνεμο.
3Τότε εἶπε ὁ Κύριος στόν Ἡσαΐα: «Ἔβγα νά συναντήσεις τόν Ἄχαζ, ἐσύ καί ὁ υἱός σου Ἰασούβ – δηλαδή τό «κατάλειμμα (θά ἐπιστρέψει)» – κοντά στήν δεξαμενή τοῦ ἐπάνω δρόμου τοῦ ἀγροῦ τοῦ λευκαντοῦα 4καί νά πεῖς σ᾽ αὐτόν: Φρόντισε νά ἡσυχάσεις καί μή φοβᾶσαι! Ἄς μή δειλιάσει ἡ ψυχή σου ἀπό τά δύο αὐτά καπνίζοντα δαυλιά· γιατί καί ὅταν ἐκσπάσει ἡ ὀργή τοῦ θυμοῦ μου, πάλι θά σᾶς θεραπεύσω.β 5Ἐπειδή οἱ Ἀραμαῖοι καί ὁ υἱός τοῦ Ρομελίου σκέφθηκαν κακά ἐναντίον σου λέγοντες, 6«ἄς ἀνεβοῦμε κατά τοῦ Ἰούδα, γιά νά συζητήσουμε μαζί του καί νά τόν παρασύρουμε πρός τό μέρος μαςγ καί νά ἐγκαταστήσουμε σ᾽ αὐτούς βασιλέα τόν υἱό τοῦ Ταβεήλ»,
7(Γι᾽ αὐτό) τά ἑξῆς λέγει ὁ Κύριος Σαβαώθ:
«Δέν θά πετύχει τό σχέδιο (τους) αὐτό
καί δέν θά πραγματοποιηθεῖ!
8Γιατί ἡ κεφαλή τῶν Ἀραμαίων
εἶναι ἡ Δαμασκός
καί ἡ κεφαλή τῆς Δαμασκοῦ
εἶναι ὁ Ρασείν
– ἀλλά ἀκόμη ἑξήντα καί πέντε ἔτη
καί θά ἐρημωθεῖ ἡ βασιλεία τοῦ Ἐφραίμ
καί δέν θά ὑπάρχει πλέον λαός.
9Καί ἡ κεφαλή τοῦ Ἐφραίμ
εἶναι ἡ Σαμάρεια
καί ἡ κεφαλή τῆς Σαμάρειας
εἶναι ὁ υἱός τοῦ Ρομελίου.
Καί ἐάν δέν πιστεύσετε
δέν θά τό ἐνοήσετε.δ
α. Οἱ Ο´ παραφράζουν ἐδῶ συντέμνοντες τό Ἑβρ. τό ὁποῖο λέγει: «Παρά τόν ὑδραγωγό τῆς ἄνω λίμνης, κατά τόν δρόμο τοῦ ἀγροῦ τοῦ λευκαντοῦ».
β. Στό Ἑβρ. τό β´ ἡμιστίχ. εἶναι ἐπεξηγηματικό τοῦ πρώτου καί λέγει: «…Πρό τῆς φοβερᾶς ὀργῆς τοῦ Ρασείν καί τῆς Συρίας καί τοῦ υἱοῦ τοῦ Ρομελίου».
γ. Κατά λέξη στό Ἑβρ.: «Θά τούς καταβάλουμε», «θά τούς κάνουμε μία ρωγμή».
δ. «Ἐάν δέν πιστεύσετε δέν θά σταθεῖτε», ἔχει καλύτερα τό Ἑβρ.


(Σύντομα ἑρμηνευτικά σχόλια τῆς περικοπῆς)

7,1. Ἀνέβη Ρασείμ… ἐπί Ἰερουσαλήμ. Πρόκειται γιά τόν Συροεφραιμικό πόλεμο (βλ. Δ´ Βασ. 16,1-20), τό 734-733 π.Χ. Ὁ στίχ. αὐτός συνοψίζει μέ λίγα λόγια τήν κατάσταση στήν ὁποία ἀναφέρονται οἱ προφητεῖες τῶν κεφ. 7 καί 8. Ὁ βασιλεύς τοῦ Ἰούδα Ἄχαζ τρομαγμένος ἀπό τόν φόβο ὅτι οἱ δύο σύμμαχοι βασιλεῖς τῆς Συρίας (Ἀράμ) καί τοῦ βορειο-ἰσραηλιτικοῦ βασιλείου (Ἐφραίμ) βαδίζουν κατά τῆς πρωτεύουσάς του, ἐπειδή αὐτός δέν θέλησε νά συμμαχήσει μαζί τους στήν ἐκστρατεία τους κατά τῶν Ἀσσυρίων, σκέφθηκε νά καλέσει γιά βοήθεια τόν βασιλέα τῶν Ἀσσυρίων πληρώνοντας βέβαια σ᾽ αὐτόν ἕνα βαρύ φόρο ὑποτελείας καί ἀναγνωρίζοντας τήν κυριαρχία του (Δ´ Βασ. κεφ. 16). Παρά τήν ἀντίθετη παραίνεση τοῦ Ἡσαΐου, ὁ Ἄχαζ τελικά ζήτησε τήν βοήθεια τοῦ Τιγλάθ Πιλεσσάρ, ὁ ὁποῖος ἐπετέθηκε κατά τῆς Δαμασκοῦ καί τῆς Σαμάρειας, ἀλλά κατέστησε ὑποτελῆ τόν Ἰούδα. Ὁ Ἄχαζ ἄνοιξε στήν Ἀσσυρία τήν πύλη τῆς χώρας του, βλ. Δ´ Βασ. 16,5-16. 7,2. Ἀπειλεῖται ἡ συνέχεια τῆς δαυιτικῆς μοναρχίας (βλ. στίχ. 6). 7,3. Ἰασούβ. Ἑβρ. «Γιασούβ». Εἶναι ὄνομα προφητικό, βλ. σχόλ. εἰς 1,26, πού σημαίνει «ἕνα ὑπόλοιπο θά ἐπιστρέψει», δηλαδή, θά πιστεύσει στόν Γιαχβέ καί ἔτσι θά ἐκφύγει τήν καταστροφή, βλ. σχόλ. εἰς 4,2.3. Τό ὄνομα «Ἰασούβ» εἶναι καί ἀπειλητικό καί ἐλπιδοφόρο: Ἡ συμφορά θά ἔλθει, ἀλλά θά διασωθεῖ ἀπό αὐτή ἕνα μικρό ὑπόλοιπο. Ἔτσι ὁ υἱός τοῦ Ἡσαΐου εἶναι μία συμβολική διαβεβαίωση τοῦ Κυρίου ὅτι θά θεραπεύσει καί θά σώσει ἕνα ὑπόλοιπο. Ἡ ὑπόσχεση τοῦ Θεοῦ στόν Δαυίδ (βλ. Β´ Βασ. 7,8-16) θά ἐκπληρωθεῖ στό ὑπόλοιπο (10,20-23). – Τήν κολυμβήθρα τῆς ἄνω ὁδοῦ… Εἶναι δεξαμηνή νοτίως τῆς κολυμβήθρας τοῦ Σιλωάμ. 7,4. Δύο ξύλων τῶν δαυλῶν τῶν καπνιζομένων. Εἶναι περιφρονητική ἔκφραση γιά τούς βασιλεῖς τοῦ Ἰσραήλ καί τῆς Συρίας καί θέλει νά δηλώσει ὅτι ἡ ζημιά τους δέν θά εἶναι μόνιμη. 7,6. Τόν υἱόν Ταβεήλ. Τόν ὑποθέτουν ὡς ἕνα Ἀραμαῖο τῆς αὐλῆς τῆς Δαμασκοῦ. Ζήτησαν ὅμως ἄλλοι στόν «υἱό τοῦ Ταβεήλ» νά δοῦν ἕνα ἡγεμόνα τῆς Ἰουδαίας, τοῦ ὁποίου ἡ μητέρα θά καταγόταν ἀπό τήν Tabeel (μία περιοχή τῆς βορείου Ὑπεριορδανείας). Τό ὄνομα ὡς ἀραμαϊκό, «ταβ-ιλού», σημαίνει «καλός ὁ θεός», ἀλλά τό Μασωριτικό ἐνέγνωσε «ταβε᾽άλ», δηλαδή, ἀνάξιος. 7,8.9. Δύσκολο κείμενο. Μερικοί προτείνουν τήν μεταφορά τοῦ 8β μετά τό 9α καί τά 65 ἔτη νά διορθωθοῦν σέ 5 ἤ 6 ἔτη (πράγματι, ἡ Σαμάρεια θά πέσει τό 722). Ὅπως παρουσιάζεται τό κείμενο, ὑποθέτει μία σιωπηρή σύγκριση μεταξύ Ἰουδαίας, τῆς ὁποίας ἡ πρωτεύουσα εἶναι ἡ Ἰερουσαλήμ, πού ἀληθινή «κεφαλή» της εἶναι ὁ Γιαχβέ, καί τῶν ἐχθρῶν της, οἱ ὁποῖοι δέν ἔχουν τά ἴδια δικαιώματα. Ἐκτός αὐτοῦ ὁ προφήτης Ἡσαΐας ἀναγγέλλει τήν ἐξαφάνιση τοῦ βασιλείου τοῦ Βορρᾶ, ἀλλά θέτει ὡς ὅρο μιά ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στόν Θεό, ἐμπιστοσύνη πού στηρίζεται στήν θεία ἐκλογή. Αὐτή ἡ ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στόν Θεό, πού ἐγγυᾶται τήν σωτηρία (βλ. Ἡσ. 28,16), ἀποκλείει τήν προσφυγή σέ ἄλλη βοήθεια, εἴτε τῶν ἀνθρώπων, εἴτε, πολύ περισσότερο, σέ βοήθεια τῶν ψεύτικων θεῶν, βλ. 30,15. Ἱερ. 17,5. Ψαλμ. 51,9. – Ἐάν μή πιστεύσητε, οὐδέ μή συνιῆτε. Στό πρωτότυπο κείμενο ἡ πρόταση παρουσιάζει ἕνα λογοπαίγνιο, λέξεως καί ρήματος («τα᾽αμίνου», «τε᾽αμένου») προερχομένων ἀπό τήν ἑβραϊκή ρίζα ᾽μν, ἡ ὁποία σημαίνει «βεβαιώνω», «στερεώνω», πιστεύω.


Δεύτερη παρέμβαση: Τό σημεῖο τοῦ Ἐμμανουήλ (7,10-17)
(Προλογικό σημείωμα τῆς περικοπῆς)
Ὁ προφήτης προσπαθώντας νά βοηθήσει τόν βασιλέα στήν ἐμπιστοσύνη του πρός τόν Θεό, τόν προσκαλεῖ νά ζητήσει ἀπ᾽ Αὐτόν ἕνα «σημεῖον», ἕνα θαῦμα, ὅσο μεγάλο καί καταπληκτικό θέλει αὐτός νά εἶναι τό «σημεῖον» αὐτό (στίχ. 11). Ἀλλά ὁ βασιλεύς, ἐμφορούμενος ἀπό κοσμικά καί ὑλιστικά φρονήματα, ὑποκρίνεται εὐσέβεια καί λέγει ὅτι δέν θέλει νά πειράσει τόν Θεό μέ τό νά ζητήσει «σημεῖον» ἀπό Αὐτόν (στίχ. 12). Ὁ προφήτης, μετά τήν ἀποτυχία καί τῆς δευτέρας του ἀπόπειρας νά συνετίσει τόν βασιλέα Ἄχαζ, ἀπευθύνεται τέλος πρός αὐτόν καί πρός ὅλον τόν οἶκον Δαυΐδ καί τούς ἐλέγχει γιά τήν ἀπιστία τους (στίχ. 13). Ἔτσι ἐπέρχεται τελεία ρήξη μεταξύ βασιλέως καί προφήτου.
Ἀλλά, ἐάν ἔτσι ὁ βασιλεύς ἀπέρριψε τό θαῦμα, ὁ προφήτης ὅμως, γιά νά ἀποδείξει τήν ἀλήθεια τῆς πίστεως στήν παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ, διατυπώνει τό μεγαλύτερο θαῦμα τῆς ἱστορίας, τήν γέννηση ἀπό τήν Παρθένο τοῦ Ἐμμανουήλ, διά τοῦ ὁποίου οἱ πιστεύσαντες σ᾽ Αὐτόν θά σωθοῦν (στίχ. 14 ἑξ.). Στήν συνέχεια δέ ὁ προφήτης Ἡσαΐας μᾶς λέγει καί γιά τό θαυμαστό Πρόσωπο τοῦ Ἐμμανουήλ καί γιά τό προσεχές μέλλον τοῦ ἔθνους (στίχ. 15 ἑξ.). Ὁ Ἐμμανουήλ εἶναι Θεός, πράγμα τό ὁποῖο ὑποδηλώθηκε μέ τήν παρθενική σύλληψή Του (στίχ. 14) καί ὑποδηλώνεται πάλι τώρα ἀπό τόν προφήτη, ὁ ὁποῖος ὁμιλεῖ γιά τήν εὐθυκρισία τοῦ Ἐμμανουήλ καί τό ἀναμάρτητο αὐτοῦ (στίχ. 15.16α), ἀκόμη δέ καί μέ τήν διατροφή του, ἡ ὁποία θά εἶναι θεία, «βούτυρον καί μέλι φάγεται» (στίχ. 15), γιατί ἡ τροφή αὐτή καί στούς Βαβυλωνίους καί στούς Ἕλληνες ἀπό παλαιά συνδέεται μέ τούς θεούς. Ὁ βέβαιος ἐρχομός τοῦ Ἐμμανουήλ ἐγγυᾶται τήν ἀπαλλαγή τῆς χώρας ἀπό τήν ἐπιδρομή τῶν ἐχθρῶν (στίχ. 16β).


(Μετάφραση τοῦ κειμένου τῆς περικοπῆς, τό ὁποῖο παραλείπουμε ἐδῶ πρός ἐξοικονόμηση χώρου)

7,10Καί ὁ Κύριος συνέχισε νά ὁμιλεῖ στόν Ἄχαζ καί τοῦ εἶπε:
11«Ζήτησε γιά τόν ἑαυτό σου
ἀπό τόν Κύριο τόν Θεό σου
ἕνα σημεῖο,
(σημεῖο) εἴτε στό βάθος (τῆς γῆς)
εἴτε στό ὕψος (τοῦ οὐρανοῦ)».
12Ἀλλά ὁ Ἄχαζ ἀποκρίθηκε:
«Δέν θά ζητήσω, γιά νά μή δοκιμάσω τόν Κύριο».
13Τότε εἶπε (ὁ Ἡσαΐας):
«Ἀκοῦστε, λοιπόν,
ὦ οἶκος τοῦ Δαυίδ!
Σᾶς εἶναι πολύ λίγο
νά καταπονεῖτε ἀνθρώπους,
ὥστε θέλετε
νά καταπονήσετε καί τόν Θεό;
14Γι᾽ αὐτό θά σᾶς δώσει
αὐτός ὁ Κύριος σημεῖο:
Ἰδού ἡ Παρθένος
θά συλλάβει καί θά γεννήσει υἱό
καί θά τόν ὀνομάσει “Ἐμμανουήλ”.
15Βούτυρο καί μέλι θά τρώγει·
προτοῦ ἀκόμη ἔρθει σέ ἡλικία
νά νοήσει καί νά γνωρίσει τό κακό,
θά ἐκλέξει τό καλό·
16γιατί προτοῦ τό παιδί μάθει
νά διακρίνει τό ἀγαθό ἀπό τό κακό,
θά ἀπειθεῖ στήν πονηρία
γιά νά ἐκλέγει τό ἀγαθό.
(Αὐτό ἐγγυᾶται ὅτι)
θά ἀπαλλαγεῖ ἡ χώρα,
γιά τήν ὁποία ἐσύ φοβᾶσαι,
ἀπό τούς δύο βασιλεῖς.
17Ἀλλά ὁ Κύριος
θά ἐπιφέρει ἐναντίον σου
καί ἐναντίον τοῦ λαοῦ σου
καί ἐναντίον τοῦ οἴκου τοῦ πατέρα σου,
ἡμέρες, οἱ ὁποῖες δέν ἔχουν ἔρθει
ἀπό τήν ἡμέρα ἐκείνη
πού ὁ Ἰσραήλ χωρίστηκε
ἀπό τόν Ἰούδα·
(θά ἐπιφέρει ἐναντίον σου)
τόν βασιλέα τῶν Ἀσσυρίων».


(Σύντομα ἑρμηνευτικά σχόλια τῆς περικοπῆς)

7,13-14. Τό «σημεῖον» δέν δόθηκε στόν Ἄχαζ, ὁ ὁποῖος καί τό ἀμφέβαλε, ἀλλά σέ ὅλο τόν Ἑβραϊκό λαό (Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος). Ἡ προφητεία ἐκπληρώθηκε ὅταν ἡ Παρθένος Μαρία γέννησε τόν Ἰησοῦ Χριστό. 7,13. Ὁ στίχ. ὡς νά ἐκφράζει τήν ἀνυπομονησία καί ἀγωνία καί ταραχή τοῦ προφήτου. 7,14. Ἰδού ἡ παρθένος ἐν γαστρί ἕξει καί τέξεται υἱόν… Ὑπό τήν «παρθένο» τοῦ στίχου μας θά νοήσουμε τήν Παρθένο Μαρία, τήν Παναγία Μητέρα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, γιά τήν ὑπερφυσική γέννηση τοῦ Ὁποίου πληροφορούμεθα ἀπό τά χωρία Λουκ. 1,35 καί Ματθ. 1,18 ἑξ. τῆς Κ.Δ. Ἤδη ὅμως ἀπό παλαιά, καθώς πληροφορούμεθα ἀπό τόν φιλόσοφο καί μάρτυρα Ἰουστῖνο (†165;) (Διάλογος πρός Τρύφωνα 71,120), ὑπῆρχαν σύγχρονοί του Ἰουδαῖοι, οἱ ὁποῖοι διέστρεφαν τό σημαντικώτατο αὐτό χωρίο τοῦ Ἡσαΐου καί ἑρμήνευαν τήν λ. «παρθένος» («ἁλμά») διά τοῦ «νεᾶνις». Ὅμως σέ τί θά εἶναι «σημεῖον», δηλ. θαῦμα, τό ὁποῖο θά στερεώσει τόν ἀπιστοῦντα Ἄχαζ, ἀλλά καί πάντα ἄπιστο, τό νά γεννήσει μία ὕπανδρος γυναίκα, ἔστω καί νεαρά («νεᾶνις»); Γιά νά νοηθεῖ ὀρθῶς ἡ προφητεία μας πρέπει ἀπαραιτήτως νά συσχετισθεῖ καί πρός τίς ἄλλες σχετικές προφητεῖες τοῦ Ἡσαΐου (κεφ. 8-11) καί πρός παράλληλη προφητεία τοῦ Μιχαίου (5,1ἑξ.). Ἡ «ἁλμά» τοῦ Ἡσαΐου εἶναι ἡ «γιωλεδά» τοῦ Μιχαίου. Βλ. τό ἰσχυρό ὑπόμνημα τοῦ ἀειμνήστου Καθηγητοῦ μας Π. Μπρατσιώτου Ὁ προφήτης Ἡσαΐας, Τεῦχος Α´. Κεφ. Α´-ΙΒ´ (ἔκδοση Καθηγητοῦ Ν. Μπρατσιώτου), Ἀθῆναι 1993, σελ. 115-119). Παραθέτουμε χάριν ἑρμηνείας καί τόν σχολιασμό τοῦ συντόμου, ἀλλά περιεκτικοῦ ὑπομνήματος BJ: «Ὁ βασιλεύς Ἄχαζ ἀρνήθηκε νά ζητήσει σημεῖο, ἀλλά ἐν τούτοις τοῦ δόθηκε ἀπό τόν Θεό. Τό σημεῖο εἶναι ἡ γέννηση ἑνός παιδίου, τοῦ ὁποίου τό ὄνομα Ἐμμανουήλ, δηλαδή, “ὁ Θεός μαζί μας”, βλ. 8,8.10, εἶναι προφητικό καί ἀναγγέλει ὅτι ὁ Θεός θά προστατεύσει καί θά εὐλογήσει τόν Ἰούδα. Σέ ἄλλες περικοπές, 9,1-6. 11,1-9, ὁ Ἡσαΐας θά ἀποκαλύψει μέ μεγαλύτερη ἀκρίβεια τήν σωτηρία πού θά ἔλθει ἀπό αὐτό τό παιδίο. Οἱ προφητεῖες αὐτές εἶναι μία ἔκφραση τοῦ μεσσιανικοῦ βασιλείου, πού ἔχει σκιαγραφηθεῖ ἤδη ἀπό τόν προφήτη Νάθαν, Β´ Βασ. κεφ. 7, καί πού θά ἐπαναληφθεῖ ἀργότερα ἀπό τίς περικοπές Μιχ. 4,14. Ἰεζ. 34,23. Ἀγγ. 2,23·βλ. Ψαλμ. 2.45. 72.110. Ὁ Θεός θά δώσει τήν σωτηρία στόν λαό του ἀπό ἕνα βασιλιᾶ, διάδοχο τοῦ Δαυίδ· ἡ ἐλπίδα τῶν πιστῶν τοῦ Γιαχβέ στηρίζεται στήν διάρκεια τῆς δαυιτικῆς γραμμῆς. Ἀκόμη καί ἄν ὁ Ἡσαΐας ἔχει κατά νοῦν τήν ἄμμεση γέννηση ἑνός υἱοῦ τοῦ Ἄχαζ, γιά παράδειγμα τοῦ Ἐζεκία (πράγμα πού φαίνεται πιθανόν, παρά τήν ἀβεβαιότητα τῆς χρονολογίας, καί πράγμα πού φαίνεται νά ἐννόησαν οἱ Ο´ διαβάζοντας στόν στίχ. 14 “καί καλέσεις τό ὄνομα αὐτοῦ”), ὅμως, ἀπό τήν ἐπισημότητα τῆς προφητείας καί ἀπό τήν δυνατή ἔννοια τοῦ συμβολικοῦ ὀνόματος πού δόθηκε στό παιδίο, νοοῦμε ὅτι ὁ Ἡσαΐας διαβλέπει σ᾽ αὐτή τήν βασιλική γέννηση, πέρα ἀπό τά παρόντα περιστατικά, μία ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ πρός τήν ὁριστική μεσσιακή βασιλεία. Ἔτσι ἡ προφητεία περί τοῦ Ἐμμανουήλ ξεπερνάει τό ἄμεσο παρόν καί πολύ σωστά λοιπόν οἱ Εὐαγγελιστές (εἰς Ματθ. 1,23 ἀναφέρεται τό Ἡσ. 7,14· εἰς Ματθ. 4,15-16 ἀναφέρεται τό Ἡσ. 8,23-9,1) καί στήν συνέχεια ὅλη ἡ χριστιανική παράδοση βλέπουν στήν ἐδῶ προφητεία μας  τήν ἀγγελία τῆς γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ». – Ἡ παρθένος. Τό ἀντίστοιχο ἑβρ. «ἁλμά» σημαίνει ἀκριβῶς μία νέα ἄγαμη γυναίκα ἤ καί ἀκόμη καί μία προσφάτως ὑπανδρευμένη. Εἶναι τό θηλυκό τοῦ «ἕλεμ», ὁ ἄνδρας (Α´ Βασ. 17,56. 20,22)· ἡ λ. ἐμφανίζεται καί εἰς Γεν. 24,43. Ἐξ. 2,8. Ψαλμ. 67,25 καί ἀλλοῦ μέ τήν ἔννοια τῆς «νεάνιδος». Ἡ Μετάφραση ὅμως τῶν Ο´ ἀπέδωσε τήν ἑβραϊκή αὐτή ἔκφραση «ἁλμά» μέ τό «παρθένος» καί αὐτό πρέπει νά ὑποδηλώνει μία παλαιά ἰουδαϊκή παράδοση περί τῆς Μητέρας τοῦ Μεσσίου, πού θά καθιερωθεῖ ἀπό τό ἱερό Εὐαγγέλιο: Τό Ματθ. 1,23 βρίσκει στήν μετάφραση αὐτή τήν προφητεία περί τῆς παρθενικῆς συλλήψεως τοῦ Χριστοῦ. – Ἐμμανουήλ, «ὁ Θεός μαζί μας». Πρόκειται μᾶλλον γιά ἕνα τύπο λειτουργικῆς κραυγῆς. Μέ τό ὄνομα αὐτό δηλοῦται ἡ θεία φύση τοῦ Παιδίου, ἐνῶ τό ὅτι ὁ Μεσσίας ἔρχεται ὡς Παιδίο (στίχ. 16) αὐτό δηλώνει τήν ἀνθρώπινη φύση του. Ἡ ἔννοια τοῦ ὀνόματος τοῦ Παιδίου «ὁ Θεός εἶναι μαζί μας» εἶναι μία δεύτερη διαβεβαίωση (σύγκρ. μέ τήν πρώτη στίχ. 3-9) τοῦ Ἡσαΐου πρός τόν κατατρομαγμένο βασιλέα Ἄχαζ περί τῆς θείας βοηθείας. 7,15. Βούτυρον καί μέλι φάγεται. Ἡ ἔκφραση εὑρίσκεται ἀργότερα εἰς Β´ Ἐνώχ 8,5 στόν λόγο περί παραδείσου. Θά μπορούσαμε νά ποῦμε ὅτι ὑπό τήν τροφή «βούτυρο καί μέλι» νοεῖται ἡ παραδείσια τροφή, ἡ ὁποία καί στούς Βαβυλωνίους καί στούς ἄλλους λαούς καί μάλιστα καί στούς Ἕλληνες παριστάνεται ὡς τροφή θεῶν καί ἡρώων. Θεωροῦνται ὅμως οἱ τροφές «βούτυρο καί μέλι» ἁπλές τροφές καί ὑπαινίσσονται γι᾽ αὐτό δύσκολα χρόνια. – Πρίν ἤ γνῶναι αὐτόν ἤ προελέσθαι… Ἡλικία ἠθικῆς διάκρισης. 7,16. Καί καταληφθήσεται ἡ γῆ… Ὅπως στήν προφητεία 7,7-9, ἔτσι καί ἐδῶ ἔχουμε μία ἀγγελία περί τῶν καταστροφῶν πού θά ἔλθουν στά βασίλεια τῆς Σαμάρειας καί τῆς Δαμασκοῦ, πράγμα πού ὑπόσχεται ὁ Θεός στό βασίλειο τοῦ Ἰούδα, πού τώρα ἀπειλεῖται. 7,17. Ὁ στίχ. μας ὑποδηλώνει μιά ἐποχή εὐημερίας καί δόξης, ὡς αὐτές πού γνώρισε ὁ Ἰσραήλ στίς βασιλεῖες τοῦ Δαυίδ καί τοῦ Σολομῶντος. Μέ αὐτή τήν ὅραση τῆς ἐλπίδος τελειώνει τό δεύτερο ἐπεισόδιο (7,10-17) τῆς προφητείας τοῦ Ἐμμανουήλ. – Γιά τό ποία σχέση ἔχει ὁ Ἐμμανουήλ πρός τούς στίχ. 15-17 βλ. τό μνημονευθέν βιβλίο τοῦ μακαριστοῦ Καθηγητοῦ μας Π. Μπρατσιώτη στίς σελ. 122. 123.
Ἐπιδρομή κατά τῆς Ἰουδαίας (7,18-25)

(Προλογικό σημείωμα τῆς περικοπῆς)
Ἡ περικοπή μας ἐδῶ εἶναι μιά προφητεία τοῦ Ἡσαΐου κατά τῆς Ἰουδαίας, προερχόμενη μᾶλλον ἀπό τά μετέπειτα χρόνια τῆς δράσεώς του. Ἡ προφητεία ὁμιλεῖ γιά τήν ἐρήμωση τῆς Ἰουδαίας ἀπό τήν Αἴγυπτο καί τήν Ἀσσυρία, πού παριστάνονται ὡς ἐνοχλητικά ἔντομα, ὡς μύγες καί ὡς μέλισσες. Μέ μέλισσες πάντως περιγράφονται οἱ ἐνοχλητικώτεροι Ἀσσύριοι (στίχ. 18), αὐτοί μέ τούς ὁποίους, κατά τίς προηγούμενες περικοπές μας, ὁ Ἄχαζ ἤθελε – καί τό ἔκανε – νά συνάψει συμμαχία. Ἀκόμη οἱ Ἀσσύριοι παριστάνονται καί ὡς μεγάλο καί κοφτερό ξυράφι, μέ τό ὁποῖο θά «ξυρισθεῖ» (= θά ἐρημωθεῖ) ἡ Ἰουδαία (στίχ. 20). Τέλος ἡ χώρα παριστάνεται ὡς ἐρημωμένη ἀπό τίς ἐπιθέσεις τῶν δύο αὐτῶν ἐνοχλητικῶν ἐντόμων καί ὡς γεμάτη ἀπό ἀγκάθια καί τριβόλους (στίχ. 23), ὥστε μόνο οἱ κυνηγοί θά μποροῦν νά τήν διέρχονται (στίχ. 24) καί τά ζῶα θά βόσκουν σ᾽ αὐτήν (στίχ. 25). Ὅσοι θά ἀπομείνουν στήν χώρα θά τρέφονται μέ τήν κοινή τροφή τῶν νομάδων, τό βούτυρο καί τό μέλι (στίχ. 22).



(Μετάφραση τοῦ κειμένου τῆς περικοπῆς, τό ὁποῖο παραλείπουμε ἐδῶ πρός ἐξοικονόμηση χώρου)

7,18Καί θά συμβεῖ ἐκείνη τήν ἡμέρα:
Ὁ Κύριος θά σφυρίξει στήν μύγα,
πού ὑπάρχει σέ κάποιο μέρος τοῦ ποταμοῦ τῆς Αἰγύπτου,α
καί στήν μέλισσα, πού εἶναι στήν χώρα τῶν Ἀσσυρίων.
19Καί θά ἔρθουν ὅλοι καί θά ἐγκατασταθοῦν
στίς φάραγγες τῆς χώρας
καί στίς τρῶγλες τῶν βράχων
καί στά σπήλαια καί σέ κάθε χαράδρα
καί σέ κάθε δένδρο.β
20Ἐκείνη τήν ἡμέρα θά ξυρίσει ὁ Κύριος
μέ μεγάλο καί κοφτερόγ ξυράφι,
– πού βρίσκεται πέραν τοῦ ποταμοῦ τοῦ ἔθνους τῶν Ἀσσυρίων –
τήν κεφαλή καί τίς τρίχες τῶν ποδῶν
καί θά ἀφαιρέσει τόν πώγωνά σας.
21Ἐκείνη τήν ἡμέρα θά συμβεῖ:
Θά τρέφει κάποιος (μόνο) μιά νεαρή ἀγελάδα
καί ἕνα ζεῦγος προβάτων·
22καί θά συμβεῖ, λόγω τῆς ἀφθονίας πού θά ἀποδώσουν,
νά τρώγουν γάλα, βούτυρο καί μέλι ὅσοι θά ἀπομείνουν στήν χώρα.
23Ἐκείνη τήν ἡμέρα θά συμβεῖ:
Κάθε τόπος, στόν ὁποῖο θά ὑπάρχουν χίλια κλήματα
ἀξίας χιλίων σίκλων,
θά γεμίσει ἀπό ἀγκάθια καί τριβόλους.
24Μέ βέλη καί τόξα θά εἰσέρχονται ἐκεῖ,
γιατί ὅλη ἡ χώρα θά χερσωθεῖ καί θά γεμίσει ἀπό ἀγκάθια.
25 Καί κάθε βουνό καλλιεργήσιμο θά καλλιεργηθεῖ μέ ἄροτρο
καί δέν θά ὑπάρχει ἐκεῖ φόβος (λόγω τῆς ἀπουσίας τῶν ἐχθρῶν)·
ἀλλά καί αὐτά ἐπειδή θά γίνουν χέρσα καί θά γεμίσουν μέ ἀγκάθια,
θά εἶναι γιά βοσκή προβάτων καί γιά νά καταπατοῦνται ἀπό τά βόδια.
α. Τό τέλος τοῦ στίχου κατά τό Ἑβρ.: «Ἡ ὁποία (ὑπάρχει) στό τέλος τῶν ποταμῶν (βραχιόνων τοῦ Νείλου) στήν Αἴγυπτο».
β. «Βοσκότοποι» μεταφράζουν τήν ἀντίστοιχο ἑβραϊκή ἔκφραση ἤ «ποτίστρες»
γ. «Μισθωμένο», λέγει τό Ἑβρ.
δ. Μεταφράσαμε κατά λέξη τό κείμενο, ἀλλά δέν φαίνεται νά ἀποδίδεται νόημα σύμφωνο μέ τά συμφραζόμενα. Καλύτερο νόημα ἀποδίδεται μέ τήν μετάφραση:
Καί σ᾽ ὅλα τά βουνά τά καλλιεργημένα μέ ἄροτρο
δέν θά πατήσει κανείς ἐκεῖ·
γιατί θά φοβοῦνται ἀπό τούς τριβόλους καί τά ἀγκάθια·
θά γίνουν βοσκήματα προβάτων
καί καταπατήματα βοδιῶν.

(Σύντομα ἑρμηνευτικά σχόλια τῆς περικοπῆς)

7,18-25. Τέσσερες ἀπειλές διευρυνόμενες. Δέν πρόκειται στήν περικοπή μας γιά τόν Συροεφραιμικό πόλεμο, ἀλλά γιά τήν Αἴγυπτο καί τήν Ἀσσυρία. Δέν πρόκειται πιά γιά μιά εὐημερία, ἀλλά γιά μιά ἀπειλή ἐρήμωσης τῆς χώρας ἀπό τούς Ἀσσυρίους. Ἔχουμε πιθανόν μιά μεταγενέστερη προφητεία τῶν τελευταίων χρόνων δράσεως τοῦ Ἡσαΐου, πρίν ἀπό τήν ἐπέμβαση τοῦ Σενναχηρίμ. Πρέπει νά παρενεβλήθη ἐδῶ λόγῳ τῆς μνείας τοῦ γάλακτος καί τοῦ μέλιτος, στίχ. 22, πού μνημονεύθηκε στήν προηγουμένη ἀκριβῶς περικοπή, στίχ. 15. Ἀλλά ἐνῶ στόν στίχ. 15 εἶναι μία τροφή χάριτος, βλ. Ἐξ. 3,8.17. Δευτ. 6,3. 11,9 κ.ἄ., ὅμως στόν στίχ. 22 ἐδῶ πρόκειται περί μόνης τροφῆς μιᾶς ἐρημωμένης χώρας γιά μιά ποιμενική ζωή. Εἶναι διάφορος λοιπόν ἡ περικοπή μας ἀπό τήν προηγούμενη καί προέρχεται ἀπό περίοδο πού κυριαρχεῖ ἡ ἀπειλή τῶν Ἀσσυρίων. 7,20. Τῶν ποδῶν. Βλ. σχόλ. εἰς Ἐξ. 4,25. 7,22. Βούτυρον καί μέλι φάγεται πᾶς ὁ καταλειφθείς ἐπί τῆς γῆς. Ὁ στίχος φαίνεται νά σημαίνει ἤ ὅτι θά ἀπομείνουν τόσον ὀλίγοι μετά τό κτύπημα τῶν Ἀσσυρίων, ὥστε γιά τούς ὀλίγους αὐτούς θά εἶναι ἄφθονος ἡ ὑπάρχουσα τροφή, ἤ ὅτι ἀποτελεῖ μία προφητεία γιά ἐκείνους πού θά ἐπιζήσουν τῆς καταστροφῆς, ὅτι θά ἔχουν μόνον τήν τροφή τῶν νομάδων, ἀντί ἄλλων πλουσίων καί ποικίλων ἡδονικῶν ἐδεσμάτων, μέ τά ὁποῖα εἶχαν συνηθίσει. 7,23-25. 7,24. Μετά βέλους καί τοξεύματος. Ὁ ὁπλισμός αὐτός εἶναι ἀναγκαῖος λόγω τῆς αὐξήσεως τῶν θηρίων. 7,25. Τό νόημα τοῦ στίχου καί ὅλης τῆς περικοπῆς εἶναι ὅτι ἡ χώρα θά ἐρημωθεῖ καί αὐτό θά ὑποχρεώσει τούς ἐπιζήσαντες νά καταφύγουν στήν ποιμενική ζωή γιά τήν ἀπόκτηση τῶν στοιχειωδῶν. Οἱ Ἰουδαῖοι θά ἔπρεπε νά ἦταν πλούσιοι, ἀλλά γιά τήν ἀνυπακοή τους στά κηρύγματα τῶν προφητῶν ἡ χώρα τους κατήντησε «εἰς χέρσον καί εἰς ἄκανθαν» (στίχ. 23). Ὅμως μετά τήν παιδαγωγική τους τιμωρία ἡ χώρα τους θά γίνει πάλι καλό «βόσκημα προβάτου καί καταπάτημα βοός» (στίχ. 25β). – Ἄς παρατηρήσουμε ὅτι στίς δύο τελευταῖες προφητεῖες τῆς περικοπῆς μας (στίχ. 21-22. 23-25) γίνεται ὑπαινιγμός στό ἀγαπητό θέμα τοῦ προφήτου μας περί ὑπολοίπου: παρά τήν μέλλουσα νά συμβεῖ καταστροφή, θά ἐπιζήσει τό ἐκλεκτό ὑπόλοιπο.

Γόρτυνος Ιερεμίας: Πάντα «ἀντιπαπικός» καί ποτέ «φιλοπαπικός»!


Ἀγαπητοί μου
Συμπρεσβύτεροι ἀδελφοί,
1. Τώρα τό θέρος ἰδιαίτερα ἔρχονται στά ὡραῖα μας χωριά οἱ αἱρετικοί καί μάλιστα οἱ χιλιαστές, γιά νά σπείρουν τό δηλητήριο τῆς πλάνης τους. Σεῖς πρέπει νά εἶστε οἱ φρουροί τῆς ποίμνης σας καί νά τήν διαφυλάττετε ἀπό τούς ἐχθρούς τῆς πίστης μας.
Στήν παροῦσα μου ἐγκύκλιο θέλω νά σᾶς γράψω κάτι πού τό θεωρῶ σοβαρό: Πρό ὀλίγων ἐτῶν, μετά ἀπό μία ἐπικίνδυνη ἐπίσκεψη τῶν χιλιαστῶν στά χωριά μας, κατά τήν ὁποία αὐτοί διένειμαν τήν Καινή Διαθήκη καί τά περιοδικά τους στούς χριστιανούς μας, σᾶς ἀπηύθυνα ἐγκύκλιό μου, στήν ὁποία σᾶς ἔγραφα νά συμβουλεύσετε τούς πιστούς νά παραδώσουν στό πῦρ ὅλη τήν προσφορά αὐτή τῶν ψευδομαρτύρων τοῦ Ἰεχωβά.
Ναί, ἀλλά μεταξύ τῶν χιλιαστικῶν βιβλίων καί φυλλαδίων ἦταν καί ἡ Καινή Διαθήκη. Καί αὐτή λοιπόν νά καεῖ; Ἔτσι φαινόταν ἀπό τήν Ἐγκύκλιό μου ἐκείνη, γιατί ἔλεγα νά παραδοθοῦν εἰς τό πῦρ ὅλα ὅσα ἔδωσαν οἱ αἱρετικοί χιλιαστές στούς χριστιανούς μας.
Τό ἔγραφα ὅμως αὐτό, πατέρες μου, ἐπειδή ἐπρόκειτο περί τῶν χιλιαστῶν. Γιατί οἱ ψευδομάρτυρες αὐτοί τοῦ Ἰεχωβᾶ, ἐδῶ καί χρόνια, ἔχουν ἐκδόσει δική τους Καινή Διαθήκη, μεταφρασμένη κατά τίς πλάνες τους καί παρουσιάζουν τό ἱερό κείμενο νά συμφωνεῖ ἀπόλυτα μέ τίς αἱρέσεις τους. Ἔτσι λοιπόν ἡ μεταφραση αὐτή τῆς Καινῆς Διαθήκης ἀπό τούς ἀρχηγέτες τῶν χιλιαστῶν πραγματικά θέλει κάψιμο, γιατί μεταφέρει σ᾽ αὐτήν ὅλο τό αἱρετικό κατασκεύασμα τῆς πλάνης τοῦ χιλιασμοῦ.
2. Παλαιότερα ὅμως οἱ χιλιαστές χρησιμοποιοῦσαν γιά Ἁγία Γραφή τήν ἔκδοση τῆς Βιβλικῆς Ἑταιρείας. Ἡ ἔκδοση αὐτή, καί ἡ παλαιοτέρα καί ἡ νεωτέρα, ἔγινε ἀπό ὀρθοδόξους θεολόγους καί ἐπομένως τήν ἐμπιστευόμεθα. Βέβαια, οὐδεμία μετάφραση εἶναι ἀλάνθαστη, ἡ δέ Ἐκκλησία μας καί αὐτήν ἀκόμη τήν μετάφραση τῶν Ο΄ δέν τήν δέχεται ὡς θεόπνευστη, διότι δέν δύναται νά νοηθεῖ θεοπνευστία στήν μετάφραση. Οἱ μεταφράσεις λοιπόν τῆς Ἁγίας Γραφῆς ἐκδόσεως Βιβλικῆς Ἑταιρείας, ὡς πονηθεῖσες ὑπό Ὀρθοδόξων – καί αὐτή τοῦ πολυσεβάστου μου Διδασκάλου Β. Βέλλα – εἶναι ἀποδεκτές ἀπό τήν Ἐκκλησία μας. Ὅταν πρό ἐτῶν ὁ Κοσμήτωρ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Πρωτοπρ. π. Γεώργιος Μεταλληνός μέ ἐρώτησε στόν Πανεπιστημιακό χῶρο νά τοῦ δώσω ὑπεύθυνη γνώμη περί τῶν μεταφράσεων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἀπήντησα γραπτῶς ὅτι ἡ πιστοτέρα μετάφραση τοῦ Ἑβραϊκοῦ κειμένου εἶναι ἡ μετάφραση τοῦ Ἀρχιμ. Νεοφύτου Βάμβα, ἐκδόσεως Βιβλικῆς Ἑταιρείας.
Ἄν λοιπόν οἱ ἐπισκέπτες τῶν χωρίων μας χιλιαστές ὡς Καινή Διαθήκη ἔδωσαν αὐτήν τῆς Βιβλικῆς Ἑταιρείας, τότε, Πατέρες μου, ἀποτελεῖ μεγάλη μου ἁμαρτία, διά τήν ὁποίαν αἰτοῦμαι συγγνώμην ἀπό τόν Κύριο, τό ὅτι διά τῆς Ἐγκυκλίου μου εἶπα νά καεῖ τό ἱερό κείμενο μεταφρασθέν ἐν ὀρθοδόξῳ πνεύματι. Εὐχαριστῶ δέ ἀδελφόν Ἀρχιερέα Πατέρα, διότι μοῦ ὑπέδειξε τήν ἁμαρτία μου αὐτήν. Ἀλλά ἔγραψα τήν ἐγκύκλιό μου ἐκείνη, διότι εἶχα καί ἔχω ὑπ᾽ ὄψιν μου ὅτι εἰδικά οἱ χιλιαστές διαδίδουν τήν ἰδική τους αἱρετική μετάφραση στίς ἐξορμήσεις τους.
3. Ἀλλά καί ὅταν αὐτοί (οἱ χιλιαστές) προσφέρουν ὡς Καινή Διαθήκη τήν μετάφραση τῆς Βιβλικῆς Ἑταιρείας, καί τότε ἀκόμη τήν παραμορφώνουν, καί ἐξωτερικῶς καί ἐσωτερικῶς, γιατί σέ πολλά σημεῖα τοῦ βιβλίου θέτουν τήν σφραγίδα τους, τήν διεύθυνση τῶν συνεδριάσεών τους, καί μαθαίνουν λοιπόν ἔτσι οἱ χριστιανοί μας τά «στέκια» τῶν χιλιαστικῶν συγκεντρώσεων ἀπό τήν παραμορφωμένη αὐτή Καινή Διαθήκη. Τό ἴδιο κάνουν καί ἄλλοι αἱρετικοί, προτεστάντες, εὐαγγελικοί κ.ἄ. Γι’ αὐτό, μέ τήν ἐγκύκλιό μου αὐτή, Πατέρες, παρακαλῶ νά λέγετε στούς χριστιανούς σας ὅτι ἄν οἱ αἱρετικοί τούς δίνουν περιοδικά τους καί τήν Καινή Διαθήκη (καί τῆς ἐκδόσεως Βιβλικῆς Ἑταιρείας), νά τά παραδίδουν ὅλα, καί τήν Καινή Διαθήκη, σέ σᾶς. Σεῖς τά μέν αἱρετικά περιοδικά νά τά καταστρέψετε, τήν Καινή Διαθήκη ὅμως ὄχι, ἀλλά καί δέν θά τήν δίδετε σέ κανένα, ἄν ἔχει τίς σφραγῖδες τῶν αἱρετικῶν. Ἄν δέν ἔχει τήν ὀνομασία καί τήν διεύθυνση τῶν αἱρετικῶν, νά τήν δίδετε. Σᾶς καθιστῶ ὑπευθύνους, ὅπως καί εἶστε, διά τό ποίμνιό Σας.
4. Τά κατηχητικά μας κηρύγματα πρό διετίας ἦταν ἰδιαίτερα δογματικά, γιά μαθητεία στήν ὀρθόδοξη πίστη μας, καί κατ᾽ ἀνάγκη ἀναφερόμεθα στόν παπισμό, ὁ ὁποῖος εἶναι αἵρεση, καί στόν οἰκουμενισμό, ὁ ὁποῖος εἶναι παναίρεση. Ἡ Μητρόπολή μας ἔχει καί νέους ἀνθρώπους καί σοβαρούς ἐπιστήμονες, ἔχει μορφωμένους κληρικούς, μοναχούς καί μοναχές μέ θεολογικά ἐνδιαφέροντα, τά ὁποῖα μοῦ τά ἐκδηλώνουν μέ ἐρωτήματά τους. Ἔτσι ἐγώ ὑποχρεοῦμαι νά φροντίζω γιά τήν διδασκαλία τῶν δογμάτων τῆς πίστης μας ἀντιτιθεμένη πρός τήν αἵρεση. Αὐτά τά γράφω γιά κάποιον δικό μας λαϊκό, πού εἶπε σέ κάποιον Ἀρχιερέα γιά μένα, «ἀμάν αὐτός ὁ δεσπότης μέ τό κήρυγμά του ὅλο κατά τοῦ πάπα». Αὐτός βέβαια θά πεῖ τό ἴδιο γιά μένα καί γιά τόν λόγο μου ὅλο γιά τόν Ἡσαΐα καί ὅλο γιά Παράκληση στήν Παναγία καί ὅλο γιά νηστεῖες. Σ᾽ αὐτόν λοιπόν τόν λαϊκό ἀπαντῶ ὅτι προτιμῶ χίλιες φορές νά μέ λέγουν «ἀντιπαπικό», ἐπειδή ἐπιτίθεμαι συχνά κατά τῆς αἵρεσης τοῦ παπισμοῦ, παρά, ὅπως τόν  Ἀρχιερέα, στόν ὁποῖον μέ ἀνέφερε, πού δέν ὁμιλεῖ καθόλου κατά τοῦ πάπα, ἀλλ᾽ ἀντίθετα προσπελάζει τούς παπικούς, καί τό ποίμνιό του τόν ἀποκαλεῖ γι᾽ αὐτό «φιλοπαπικό».
Χριστέ καί Παναγία μου, πάντα «ἀντιπαπικός» καί ποτέ «φιλοπαπικός»! Ἡ διάπυρη ὅμως εὐχή καί προσευχή μας, Πατέρες μου, εἶναι ὁ πάπας καί ὅλοι οἱ παπικοί νά μετανοήσουν γιά τίς πλᾶνες τους καί νά ἐπανέλθουν στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἀπό τήν ὁποία ἀπεκόπησαν, γιά νά ἑορτάσει ὁ οὐρανός καί ἡ γῆ καί νά κατακαοῦν οἱ δαίμονες, πού πέτυχαν νά ἀποσπάσουν ἀπό τήν Ἐκκλησία μας τούς παλαιούς αὐτούς ἀδελφούς μας καί νά τούς ρίψουν στήν πλάνη. Σ᾽ αὐτό ἀκριβῶς ἀποβλέπουν οἱ διάλογοι τῆς Ἐκκλησίας μας μέ τούς Καθολικούς καί τούς ἄλλους αἱρετικούς.
5. Θά παρατηρήσατε ὅμως Πατέρες, ὅτι ἐδῶ καί καιρό, τά κηρύγματα πού λαμβάνετε εἶναι ἁπλούστερα καί ἀναφέρονται περισσότερο στήν πρακτική πνευματική ζωή. Θά συνεχίσουμε τό εἶδος αὐτό τῶν κηρυγμάτων μας, χωρίς βέβαια νά παραλείπουμε τό δόγμα, γιατί σ᾽ αὐτό στηρίζεται ἡ πράξη. Γι’ αὐτό καί ἐλέγχουμε τό «Φιλιόκβε» τῶν Καθολικῶν, γιατί μᾶς δείχνει ἄλλο Τριαδικό Θεό καί μᾶς κατευθύνει σέ ἄλλο δρόμο πνευματικῆς ζωῆς, καί ὄχι στό δρόμο τῶν ἁγίων Πατέρων μας, πού πάει πρός τήν ἁγιότητα.
 Εὔχεσθε ὑπέρ ἐμοῦ. Καλή Παναγιά!
Μέ ἀγάπη Χριστοῦ καί πολλές εὐχές,
† Ὁ Μητροπολίτης Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως Ἰερεμίας