Δευτέρα 20 Ιανουαρίου 2014

« Διανάστησον δέ ἡμᾶς ἐν τῷ καιρῷ τῆς προσευχῆς»

« Διανάστησον δέ ἡμᾶς ἐν τῷ καιρῷ τῆς προσευχῆς»

π. Γεώργιος Ρ. Ζουμῆς
Στην ωραιότατη ευχή του Μικρού Αποδείπνου «Και δός ημίν, Δέσποτα», περιέχεται  η φράσις και η δέησις προς τον Ιησού Χριστό « διανάστησον δε ημάς εν τω καιρώ της προσευχής». 
Μέχρι σήμερα πάρα πολλά  είπαμε περί προσευχής, πολλά διαβάσαμε,πολλά ακούσαμε και ασφαλώς προσευχόμαστε  άλλος λιγότερο  και άλλος περισσότερο. Το θέμα  όμως είναι , ξέρουμε να προσευχώμαστε ; Οι Απόστολοι κάποτε ζήτησαν από τον Χριστό να τους  διδάξει,  να τους  μάθει πώς πρέπει να προσεύχωνται. Και Εκείνος μας έδωσε τον τύπο, ένα υπόδειγμα της προσευχής, ώστε με τέτοιο πνεύμα να προσευχώμαστε, για να εισακούεται η δέησίς μας  και να ωφελούμεθα από την προσευχή μας. Είναι το « Πάτερ ημών», η λεγομένη Κυριακή προσευχή.
Για να μας ωφελήσει  η προσευχή που κάνουμε πρέπει να γίνεται θεάρεστα. Να συντρέχουν κάποιοι λόγοι, να γίνεται κάτω από  τις κατάλληλες  προϋποθέσεις.
Άς δούμε κατ’ αρχήν, ποιός είναι ο καιρός της προσευχής.
 Λέγει  ο σοφός Σολομών , « καιρός παντί πράγματι». Για κάθε πράγμα υπάρχει  ο κατάλληλος καιρός, ο  κατάλληλος χρόνος. Αυτό μας θυμίζει τα λόγια του απ. Παύλου « αδιαλείπτως προσεύχεσθε».
 Δεύτερον ο στίχος με τον οποίο αρχίσαμε  λέγει «διανάστησον»., που σημαίνει ότι προσευχόμαστε όρθιοι. Στεκόμαστε με ευλάβεια , με προσοχή, με φόβο Θεού. Δεν κινούνται μηχανικά μόνο τα χείλη μας, αλλά συμμετέχει, προσεύχεται και η καρδιά μας. Αν βέβαια  υπάρχει λόγος, κάποια ανάγκη και δεν μπορούμε να σταθούμε όρθιοι, τότε μπορούμε να προσευχηθούμε καθιστοί ακόμη και ξαπλωμένοι, όπως μας συμβουλεύουν οι πνευματικοί μας και οι Άγιοι Πατέρες. Το σώμα σαν ασθενικό θα κάθεται, η ψυχή όμως το πνεύμα θα  παραμένει όρθιο και η καρδιά θα αγρυπνεί.
 Δεν είναι σωστό να αφήνουμε την προσευχή τελευταία, αφού κάνουμε όλες τις άλλες εργασίες μας ,σαν να ήταν κάτι παρακατιανό η προσευχή, ή αφού περάσει η  ώρα, ή αφού ξενυχτήσουμε στην τηλεόραση και τότε κουρασμένοι και νυσταγμένοι θα πάμε να προσευχηθούμε. Τότε ασφαλώς δεν θα είναι προσευχή, αλλά αγγαρεία, κοροϊδία και ασέβεια. Ασφαλώς δεν θα είναι προσευχή και ποτέ δεν θα εισακουσθεί από τον Θεό. Έλεγε ένας χαρισματούχος  αγιορείτης μοναχός, όταν η προσευχή δεν φτάνει από το στόμα στο δικό μας το αυτί, πως θέλετε να φτάσει στον ουρανό και να εισακουσθεί από τον Θεό; Στην προσευχή πρέπει να είμαστε ξύπνιοι, όρθιοι και εν εγρηγόρσει. Έτσι είπε ο Κύριος:   «Γρηγορείτε και προσεύχεσθε».
Το τρίτο σημείο που πρέπει να προσέξουμε είναι το περιεχόμενο της προσευχής. Αυτά που λέμε να είναι αληθινά, να ανταποκρίνωνται στην πραγματικότητα, να τα πιστεύουμε.
 Τι θέλω να πώ: Η Κυριακή προσευχή περιέχει επτά αιτήματα. Από αυτά τα έξι αναφέρονται σε πνευματικά θέματα. Το ένα μόνο αναφέρεται σε θέμα υλικό, αν και σ’ αυτό οι Πατέρες βλέπουν πάλι  νόημα πνευματικό. Στην αρχή της προσευχής λέμε « Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς». Δεν λέμε « Πάτερ μου», αλλά «Πάτερ ημών»,σε πληθυντικό αριθμό. Αυτό σημαίνει ότι  μεταξύ μας είμαστε αδέλφια. Το ερώτημα είναι, αυτό που λέμε το πιστεύουμε; Αφού είμαστε αδέλφια, έχουμε μεταξύ μας αδελφική αγάπη; Έχουμε τόσο ισχυρούς δεσμούς  αγάπης; Μήπως και την ώρα της προσευχής  λέμε ψέματα; Και δεν λέμε ψέματα σε άνθρωπο, αλλά στον Θεό, οπότε η αμαρτία μας είναι μεγαλύτερη. Αυτή η αγάπη τόσο πολύ μειώθηκε, τόσο ατόνησε, τόσο ξεθώριασε, ώστε δεν την συναντούμε ούτε και ανάμεσα στους συγγενείς, ούτε και σ’ αυτά τα αδέλφια, στα μέλη της οικογένειας. Υπάρχουν αδέλφια που έχουν διακόψει κάθε δεσμό και επικοινωνία μεταξύ τους, κάθε σχέση. Έχουν τέτοιο μίσος μέσα τους, που ούτε  στους ξένους, ούτε ανάμεσα στους εχθρούς δεν το συναντούμε. Γιατί είναι βαθιά βγαλμένο το μάτι σου; γιατί μου το έβγαλε ο αδελφός μου. Αν το έβγαζε ξένος, θα άφηνε λίγη ρίζα. Ο αδελφός έκανε μεγαλύτερη ζημία , το ξεπάτωσε εντελώς. Γιαυτό και όταν κάποιοι έχουν μεγάλο μίσος μέσα τους λέμε « μισούνται σαν αδέλφια».

Ανάμεσα στα ανδρόγυνα, στους συζύγους , υπάρχει πάντοτε η αναμενόμενη αγάπη; Με τι όνειρα ξεκινούν τον γάμο τους δύο νέοι και πού καταλήγουν λίγο αργότερα; Πού πήγε αυτή η αγάπη ,πώς χάθηκαν όλα αυτά τα ευγενή αισθήματα; Τι ύβρεις, τι κατηγορίες εκστομίζονται από τον ένα εναντίον του άλλου!
Παλαιότερα πρίν πάνε κάποιοι στα δικαστήρια, για να χωρίσουν, υπήρχε η λεγομένη απόπειρα συμβιβασμού. Προσπαθούσε δηλαδή ο Μητροπολίτης να τους συμβιβάσει και να τους συμφιλιώσει. Σε κάποια τέτοια περίπτωση είπε ένας Μητροπολίτης στην κοπέλα, μέχρι τώρα ήταν ο άγγελός σου, πώς τώρα έγινε ο διάβολός σου και δεν θέλεις ούτε να τον βλέπεις; Μέχρι τώρα ήσουν μελιστάλακτη, όλο γλυκόλογα, γιατί τώρα τόσο μίσος, τόση κακία μέσα σου, τόση περιφρόνηση και λές, αυτός, αυτός, ούτε το όνομά του θέλεις να αναφέρεις. Έτσι , αγαπητοί μου, όταν προσευχόμενοι  λέμε « Πάτερ ημών», ψευδόμεθα, δεν πιστεύουμε σ’ αυτά που λέμε,  δεν λέμε  αλήθεια.
Αλλά και στο τέλος της προσευχής, για να αφήσουμε όλα τα άλλα, λέμε, «άφες ημίν τα όφειλήματα  ημών, ως και ημείς  αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών». Συγχώρησέ μας, Κύριε και Θεέ μας, όπως κι’ εμείς συγχωρούμε όσους μας έβλαψαν , μας ελύπησαν και μας επίκραναν. Το κάνουμε όμως; Δυστυχώς ,τις περισσότερες φορές  όχι. Δεν τους συγχωρούμε , τους κατηγορούμε,  δεν θέλουμε ούτε να τους βλέπουμε, αισθανόμαστε μίσος και απέχθεια και αποστροφή. Όταν μάλιστα ο πνευματικός θέσει το δίλημμα, ή τους συγχωρείς και κοινωνείς , ή δεν τους συγχωρείς και συνεπώς δεν μπορείς να κοινωνήσεις πολλοί προτιμούν, ούτε να τους συγχωρήσουν, ούτε να κοινωνήσουν. Κατά τα άλλα είμαστε καλοί χριστιανοί.
Αγαπητοί μου, ας μάθουμε να προσευχώμαστε  όρθιοι και στην ψυχή και στο σώμα. Να προσευχώμαστε με ειλικρίνεια, με καθαρότητα, ει δυνατόν  μετά δακρύων, για να εισακούσει ο Θεός την προσευχή μας, να ικανοποιεί τα αιτήματα μας ,να μας αγιάζει και να μας οδηγεί στην σωτηρία. Αμήν.

Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2014

Τί εστι Θεός

Τί εστι Θεός


russian-orthodox-forgiveness-e1270108633506


Συγγραφέας: kantonopou
Ο χώρος μας βέβαια είναι πολύ μικρός για να απαντήσουμε με πληρότητα. Πρέπει να γνωρίζουμε όμως πως όσο κι αν προσπαθήσει ο άνθρωπος μόνο με τις δικές του φτωχές δυνάμεις και δυνατότητες να εξερευνήσει και να καθορίσει το θείο, τη θεότητα, το Θεό, στο τέλος θα σηκώσει τα χέρια, θα βρεθεί μπροστά σε αδιέξοδο. Ακριβώς γιατί είναι κάτι που ξεπερνά την ανθρώπινη ικανότητα. Το να γνωρίσουμε και να κατανοήσουμε τον άπειρο Θεό είναι σαν να προσπαθούμε να χωρέσουμε σ’ ένα κουβαδάκι όλο τον ωκεανό. Όπως πολύ σωστά ελέχθη, αν ο άνθρωπος μπορούσε να γνωρίσει την ουσία του Θεού, δύο πράγματα θα συνέβαιναν: Ή ο Θεός θα έπαυε να είναι Θεός ή ο άνθρωπος θα γινόταν ανώτερος του Θεού. Όπως γράφει ο απόστολος Παύλος ο Θεός είναι αυτός που « μόνος έχει από τον εαυτό του ζωή αθάνατη και αιώνια και κατοικεί σε φως, στο οποίο κανένα από τα δημιουργήματα δεν μπορεί να πλησιάσει και τον οποίο, το Θεό, κανένας από τους ανθρώπους ούτε είδε ούτε μπορεί να δει » (Α΄ Τιμ. στ΄ 16).

Κανένας, λοιπόν, δεν μπορεί να πλησιάσει όχι μόνο το Θεό, αλλά ούτε το θείο φως που Τον περιβάλλει. Είναι αδύνατο ανθρώπινα μάτια να ατενίσουν τη λαμπρότητα της θείας δόξας. Όταν ο Μωυσής ζήτησε από το Θεό να του φανερωθεί, ο Κύριος του αποκρίθηκε: « Δε θα μπορέσεις να δεις το πρόσωπό μου· γιατί κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να με αντικρίσει σε όλη μου τη δόξα και να ζήσει » (Εξοδ. λγ΄ 20). Αν τον ήλιο, το φυσικό αυτό δημιούργημα του Θεού, δεν μπορούμε να ατενίσουμε με γυμνό οφθαλμό, πώς είναι δυνατόν να ατενίσουμε κατά πρόσωπο τον Ήλιο της Δικαιοσύνης; Αν θέλαμε να ανακεφαλαιώσουμε τη δυσκολία του πράγματος θα μπορούσαμε να την εκφράσουμε με τα λόγια του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού: « Άπειρο το θείο και ακατάληπτο και το μόνο που είναι καταληπτό σχετικά με αυτό είναι η απειρία και η ακαταληψία του » .

Όλα αυτά φυσικά δε σημαίνουν και τέλεια αγνωσία του Θεού. Σχετική γνώση του Θεού είναι δυνατή στο μέτρο που ο ίδιος ο Θεός μας την αποκάλυψε και εξακολουθεί να μας την αποκαλύπτει. Πολύ σωστά είπαν, πως αν δεν μπορώ να αγκαλιάσω το βουνό, μπορώ όμως να το ψηλαφήσω. Και αν δεν μπορώ να ρουφήξω όλο τον ποταμό, μπορώ όμως να πιω αρκετό νερό και να ξεδιψάσω. Αν τώρα δεν έχω πλήρη γνώση, μπορώ να έχω μερική, τόσο από το θαύμα της δημιουργίας όσο και από την αγάπη και την πρόνοια του Θεού.

Ο απόστολος Παύλος, ο επουράνιος αυτός άνθρωπος και επίγειος άγγελος, που είχε προικισθεί με ειδικά χαρίσματα και έλαβε ιδιαίτερες αποκαλύψεις, που ηρπάγη στον Παράδεισο, δηλώνει αδυναμία για να περιγράψει « τα άρρητα ρήματα (που άκουσε) ά ουκ εξόν ανθρώπω λαλήσαι » (Β΄ Κορ. ιβ΄ 4). Καμιά ανθρώπινη γλώσσα δεν έχει τη δύναμη να τα περιγράψει. Ο άγιος του Θεού στέκεται με δέος και σεβασμό μπροστά στα μυστήρια του Υψίστου. Πώς να μιλήσει για τα ασύλληπτα « ά οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη » (Α΄ Κορ. β΄ 9); Όραση, ακοή, νόηση, συναίσθημα, τα μέσα αυτά της φυσικής γνώσης αδυνατούν να συλλάβουν τα μυστήρια του Θεού. Μόνο οι πνευματοκίνητοι άνθρωποι μπορούν να προγεύονται και να προαπολαμβάνουν τα αγαθά αυτά.

Αλλά αν ένας ολοφάνερος και κατανοητός στην ανθρώπινη διάνοια Θεός θα έπαυε να είναι Θεός, έτσι κι ένας κατασκότεινος Θεός, που δε θα μας είχε τίποτα αποκαλύψει, δε θα ήταν αληθινός Θεός. Ο ουράνιος, λοιπόν, Πατέρας μας δε μας άφησε στην άγνοια και στο σκοτάδι. Μας αποκαλύφθηκε διά του Μονογενή Υιού Του. Ο Χριστός μάς εξήγησε και μας γνώρισε το Θεό. « Το Θεό κανείς ποτέ δεν τον έχει δει· ο μονογενής του υιός, αυτός που βρίσκεται στην αγκαλιά του πατέρα, εκείνος μας εξήγησε » (Ιωάν. α΄ 18). Ο ευαγγελιστής Ιωάννης γράφει και πάλι: « Γνωρίζουμε καλά ότι ο Υιός του Θεού έχει έλθει και μας έδωσε νου φωτισμένο και ικανό να γνωρίζουμε τον αληθινό Θεό, διά του Υιού του, του Ιησού Χριστού. Και αυτός ο Ιησούς Χριστός, είναι ο αληθινός Θεός και η αιώνια ζωή » ( Α΄ Ιωάν. ε΄ 20).

Επομένως το πράγμα απλουστεύεται. Τώρα πια δε χανόμαστε στα σκοτάδια των δεισιδαιμονιών, ή στους λαβυρίνθους των φιλοσοφικών αναζητήσεων. Για να γνωρίσουμε τον αληθινό Θεό δεν έχουμε παρά να αναζητήσουμε και να γνωρίσουμε τον Ιησού Χριστό. Είναι ο ίδιος ο Θεός, που « φανερώθηκε ως άνθρωπος » . « Αυτός που έχει δει εμένα, έχει δει και τον πατέρα » (Ιωάν. ιδ΄ 9), είπε στο μαθητή Του Φίλιππο. Ο δρόμος που οδηγεί ασφαλώς στη γνώση του Θεού είναι αυτός που ανοίχτηκε με τον ερχομό του Χριστού στη γη.

Όποιος αναζητεί σήμερα το Θεό, δεν πρέπει να προσπαθήσει να Τον ανακαλύψει · απλά πρέπει να Τον ακούσει · Να Τον παρατηρήσει, όπως εμφανίζεται στη γήινη αναστροφή Του, όταν συμπορεύεται με τους ανθρώπους. Δεν πρόκειται τώρα πια εμείς να ζωγραφίσουμε ένα πρόσωπο του Θεού « κατ’ εικασίαν » . Πρόκειται να εμβαθύνουμε, όσο είναι δυνατόν, στα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, που μας αποκάλυψε ο Θεός:

  • Εϊναι « πνεύμα ο Θεός » (Ιωάν. δ΄ 24) και δεν μπορεί η άγνοια να Τον παραμορφώνει με τα ανόητα σχήματα και τις παιδαριώδεις παραχαράξεις της εξημμένης ειδωλολατρικής φαντασίας. Δεν επιτρέπεται να ασχημίζουμε την απερίγραπτη θεϊκή μορφή με εξεζητημένες ανθρωποπαθείς εκφράσεις και να την περιορίζουμε σε μακρινούς τόπους. Ως πνεύμα ο Θεός είναι πανταχού παρών και μας παρακολουθεί με το ακοίμητο βλέμμα Του και μας συμπαρίσταται στις δυσκολίες, στους πειρασμούς, στις θλίψεις μας.

  • « Ο Θεός είναι αγάπη », η Αγάπη, η σαρκωμένη αγάπη, που κατέβηκε στη γη μας και αναστράφηκε τους « κοπιώντας και πεφορτισμένους » (Ματθ. ια΄ 28) και θυσιάσθηκε πάνω στο Σταυρό για τους ανθρώπους. Δεν είναι ο « νεφεληγερέτης Δίας » που ατενίζει αδιάφορα από τις συννεφιασμένες κορυφές του Ολύμπου τα ανθρώπινα πλάσματα. Είναι η αγάπη που ξεχειλίζει και διατηρεί το σύμπαν και ευεργετεί την οικουμένη και προνοεί και δημιουργεί ελεύθερα και όχι άβουλα πλάσματα.

  • Ο Θεός είναι Πατέρας και εμείς είμαστε τα αγαπημένα παιδιά Του. Πατέρας του « άσωτου υιού », του καθενός μας, που μας ανέχεται και μας αγαπά, παρά τις ελλείψεις μας και μας περιμένει πάντα με ανοιχτή την αγκαλιά. Είμαστε παιδιά του Θεού. « Και αν είμαστε παιδιά, είμαστε και κληρονόμοι, κληρονόμοι μεν του Θεού, συγκληρονόμοι δε του Χριστού » (Ρωμ. η΄ 16-17).

  • Αλλά ο Θεός είναι και δικαιοσύνη. « Δίκαιος Κύριος και δικαιοσύνας ηγάπησεν » (Ψαλμ. ι΄ 8). Δεν είναι μόνο έλεος, ευσπλαχνία, συγγνώμη, στοργή. Αγαπάει ο Θεός. Δεν αγαπάει όμως τυφλά. Διαφορετικά δε θα υπήρχε καμιά ηθική τάξη. Αγάπη χωρίς δικαιοσύνη καταντάει ασυδοσία. Όμως και δικαιοσύνη χωρίς αγάπη γίνεται Νέμεσις σιδηρά και αδυσώπητη. Αυτή, λοιπόν, η δικαιοσύνη χαλιναγωγεί, προειδοποιεί, αναχαιτίζει, βραβεύει ή τιμωρεί. Επομένως και η δικαιοσύνη κατά βάθος δεν είναι τίποτε άλλο παρά πατρική και σοφή και αγνή αγάπη του Θεού, που αποστρέφεται την αμαρτία, χωρίς ποτέ να παύει να αγαπά τον αμαρτωλό.

  • Οι θείες ιδιότητες δεν είναι διαφορετικά πράγματα. Είναι ποικίλες όψεις του ίδιου πολύεδρου διαμαντιού, που ακτινοβολεί την ίδια λάμψη από όλες τις πλευρές του. Αυτή τη λάμψη τη βλέπουν καθαρά μονάχα « οι καθαροί τη καρδία » (Ματθ. ε΄ 8).+
  • xfd.gr

Ιωάννη Δαμασκηνού - Εγκώμιον είς την Αγίαν καί ένδοξον μάρτυρα του Χριστού Βαρβάραν

Ιωάννη Δαμασκηνού - Εγκώμιον είς την Αγίαν καί ένδοξον μάρτυρα του Χριστού Βαρβάραν



ΙΩΑΝΝΗ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ - ΕΓΚΩΜΙΟΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΓΙΑΝ ΚΑΙ ΕΝΔΟΞΟΝ ΜΑΡΤΥΡΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΒΑΡΒΑΡΑΝ  - Laudatio sanctae Barbarae
 Τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Ἰωάννου πρεσβυτέρου τοῦ ∆αμασκηνοῦ,ἐγκώμιον εἰς τὴν ἁγίαν καὶ ἔνδοξον τοῦ Χριστοῦ μάρτυρα Βαρβάραν.
αʹ. Ὑπέρκειται  μὲν  ὁμολογουμένως ἅπασαν ἐγκω  96.784 μίων  σύνθεσιν, τῶν ἁγίων, καὶ τῆς εὐσεβείας καλλινίκων μαρτύρων ἡ δόξα, καὶ χάρις, καὶ εὔκλεια, καὶ τῆς ἐκ ῥητορικῶν λόγων, καὶ σοφιστικῆς τέχνης λαρυγγισμάτων ἐρανιζομένης ὑπερίδρυται πλάσεως.  Καὶ καταπλαγείησαν,   οἶμαι,  καὶ  ἀποροίησαν ἂν  πρὸς  τὸ  τῆς  ὑποθέσεως μέγεθος, καὶ οἱ λίαν περὶ τὰς τοιαύτας ἐπιστήμας δεινοὶ, καὶ τὸν ὅλον ἑαυτῶν βίαν περὶ τὰς τοιάσδε τριβὰς, καὶ μελέτας  ἐσχολακότες,  καὶ κατανηλωκότες·  μὴ ὅτι γε οἱ καθ' ἡμᾶς  ἀμαθεῖς  τε  καὶ  ἄπειροι,  καὶ  μηδ'  ἄκρῳ δακτύλῳ,  τὸ  δὴ  λεγόμενον,   ταύτης γεγευσμένοι τῆς ἐμπειρίας τε καὶ εὐτεχνίας, καὶ λογογραφικῆς  σκέψεως. Ἀλλ' οὐ παρὰ τοῦτο πάντη πρὸς τὴν τοῦ λόγου ἐγχείρησιν οἱονεί πως ἰλιγγιάσαντες, καὶ δειλίᾳ συσχεθέντες, καὶ κατοκνήσαντες, ἡμᾶς γε αὐτοὺς, καὶ τὸ παρὸν φιλήκοον ἀκροατήριον, ἀμοίρους τῆς ἐκ τηλικούτων  ἀγώνων περιπετείας, ὡς εἰκὸς, προσγενομένης ὠφελείας παντελῶς  καταλείψωμεν.  Φέρε δὴ οὖν,  τὴν  ἄνωθεν  ῥοπὴν  παρὰ τοῦ τῶν  τοιούτων ἀγωνισμάτων  ἐπόπτου  καὶ ἀθλοθέτου  Χριστοῦ, ἵλεω  καὶ ἐπίκουρον  ἐπικαλεσάμενοι, διαγράψωμεν  τῷ λόγῳ, καὶ ὡς οἷόν τε ὑπ' ὄψιν  παραστήσωμεν, τὴν  παρ' ἡμῶν  νῦν εἰκότως εὐφημουμένην· καὶ ἧς, τὴν πανήγυριν  πάνδημον  σήμερον ἄγομεν καλλινίκου μάρτυρος Βαρβάρας, τῆς ὅλης ἀθλήσεως, ὡς ἐν βραχεῖ τὴν ὑπόθεσιν ἐνστησώμεθα, ἵνα τὴν ἀοράτως συνεπισχύουσαν, καὶ νευροῦσαν τοὺς μάρτυρας θείαν κατανοήσαντες δύναμιν, οὐ τὴν τυχοῦσαν τῇ ψυχῇ προσπορισώμεθα ὄνησιν, καὶ βελτίωσιν· οὐκ εὐγλωττίας ἤχοις, καὶ ῥήμασιν τοὺς ἀγῶνας ἐπαίρειν πειρώμενοι. Οὐδὲ γὰρ τῆς ἐκ τῶν λόγων οὗτοι βοηθείας προσδέονται· αὐτὰ δὲ δή που τὰ πράγματα ψιλῇ τῇ φράσει διεξερχόμενοι.




βʹ. Ἀλλὰ διανάστητέ  μοι λοιπὸν,  ὦ φιλόχριστον  καὶ φιλόμαρτυς  σύστημα, καὶ τὸν νοῦν τῆς ἐπὶ τὰ ἔξω περιπλανήσεως περιπτύξαντες καὶ συστείλαντες, προσεχῶς τῶν λεγομένων   ἀκούσατε.  Καὶ γὰρ  ἄτοπον,  ἐπὶ  μὲν  τὰ  κοσμικὰ  θέατρα, ἱπποδρομίας  ἢ παλαίστρας φημὶ, ἤ τινος τῶν τοιούτων  γυμνικῶν  ἀγώνων προθύμως συνδραμεῖν, καὶ τὴν ἅμιλλαν τῆς ἀγωνίας, καὶ τὴν τῶν ἀντιπάλων συμπλοκὴν ὑπηγμένως ἐθέλειν ἰδεῖν, καὶ  μὴ πρότερον  ἀποστῆναι,  κἂν  μυρία περισπῶνται,  πρὶν  τὸ  τέλος,  καὶ  τὸν  νίκην ἀπενεγκάμενον  ἐποπτεῦσαι, τὸ βραβεῖον τε ἀράμενον,  καὶ τὸ στέφος ἀναδησάμενον, καίτοι μηδὲν ἑαυτοῖς ἐκεῖθεν ἐπιφερομένους  τὸ ὄφελος. Ἐνταῦθα δὲ ἔνθα ψυχωφελὲς, καὶ πνευματικὸν ἡμῖν πρόκειται θέατρον, ἀγωνοθέτην  μὲν κεκτημένον, οὐχ ἕνα τῶν ἐπὶ γῆς  βασιλέων, ἀλλὰ  τῶν  ἁπάντων  ὁρατῶν  καὶ ἀοράτων  ἡγεμονεύοντα  παντάνακτα Χριστὸν τὸν Θεὸν  ἡμῶν,  θεατὰς  δὲ,  τὰς  χιλιάδας,  καὶ  μυριάδας  τῶν  ἐπουρανίων στρατιῶν καὶ δυνάμεων,  ἀγωνιουμένην δὲ, Βαρβάραν τὴν  ἀοίδιμον,  καὶ παμπόθητον τοῦ Χριστοῦ στεφανίτιν  καὶ μάρτυρα, ἀντιπάλους  δὲ, οὐχ ἕνα που, ἢ δεύτερον, ἀλλὰ πρῶτον μὲν, καθώς φησιν ὁ Ἀπόστολος; Οὐ γὰρ ἔχομεν τὴν πάλην πρὸς αἷμα, καὶ σάρκα, ἀλλὰ πρὸς τὰς ἀρχὰς, πρὸς τὰς ἐξουσίας, πρὸς τοὺς κοσμοκράτορας 96.785 τοῦ σκότους, πρὸς τὰ πνευματικὰ  τῆς πονηρίας  ἐν τοῖς ἐπουρανίοις,  τουτέστιν,  διὰ τὰ ἐπουράνια. Πρὸς τούτοις δὲ, καὶ τὸν ἴδιον κατὰ σάρκα πνεῦμα, καὶ τοὺς κοσμικοὺς ἡγεμόνας, καὶ ἄρχοντας,  οὓς  ἡ  πάναγνος  τοῦ  Χριστοῦ ἀμνὰς  Βαρβάρα παλαιστρίτας  ἐκέκτητο,  ἐξ ὁρατῶν καὶ ἀοράτων πολεμίων συγκειμένων.
γʹ. Τοιαύτης οὖν ἡμῖν ἄθλων θεωρίας προτιθεμένης, οὐκ ἐπισπεύσομεν πρὸς τὴν τούτων ἐπόπτευσιν, καὶ τὰς συμβολὰς, καὶ πλοκὰς, καὶ λαβὰς ἀμφοτέρων κατάρδωμεν, καὶ τὴν  νίκην  τῆς ἡμετέρας ἱερονίκου,  καὶ στεφανίτιδος ἐπαθρήσομεν; καὶ τοὺς μὲν στυγεροὺς δαίμονας ἡττωμένους καὶ καταισχυνομένους καὶ πίπτοντας, τοὺς ἀγγελικοὺς δὲ δήμους ἀλαλαγμοὺς ἐπιφωνοῦντας, καὶ ἐπινικίοις κρότοις τὴν καλλίνικον εὐφημοῦντας   καὶ  γεραίροντας,  καὶ  Χριστὸν αὐτὸν  ὡς ἀγωνοθέτην,   τοῦ  βασιλικοῦ θρόνου,   καθάπερ   ἐπὶ   Στεφάνου   τοῦ  πρωτομάρτυρος,   ἐπανιστάμενον,    καὶ   τοὺς στεφάνους προτείνοντα, καὶ ἱδρῶσι περιῤῥεομένην τὴν νικηφόρον, ὑπ' ἀγγέλων δορυφορουμένην  ὑποδεχόμενον,  καὶ περιπτυσσόμενον, καὶ τοῖς ἐπουρανίοις θαλάμοις, καὶ νυμφῶσιν  ἐνευναίοντα;  Τί τοῖς φιλοθεάμοσι τοῦ τοιοῦδε θεάματος τερπνότερον, ἢ ἡδύτερον, ἢ ἐπικερδέστερον; «Μακάρισον γὰρ, φησὶν Βασίλειος ὁ ἱερὸς τῆς Ἐκκλησίας διδάσκαλος, γνησίως μαρτυρήσαντας, ἵνα γένῃ μάρτυς τῇ προαιρέσει, καὶ ἐκβῇς χωρὶς αἵματος,  καὶ μαστίγων,  καὶ αἰκισμῶν.»  Ἆρά ἐστιν τίς  ἑτέρα τῆς τοιαύτης  ἐποψίας  ἢ πραγματείας κερδαλεωτέρα, καὶ τὸν πλοῦτον προσφέρουσα πλείονα; οὔ μοι δοκεῖ. Ἀλλὰ τί πέπονθα, ὦ φίλοι; πρὶν τῇ ἀρχῇ τῶν  ἀγώνων  προσβάλωμεν, πρὸς τὸ τέλος ἡμᾶς ὁ λόγος παρώρμησεν. Ἄγε δὴ οὖν, αὐτὸν ἀνακαλεσάμενοι, τῶν προθύρων τοῦ μαρτυρίου ἐπιβῶμεν ἤδη, καὶ τῆς κατὰ μέρος διηγήσεως καταρξώμεθα.


δʹ. Τοῦ παναγάθου,  καὶ  φιλοικτίρμονος Θεοῦ Λόγου τὸ ἴδιον  πλαστούργημα, ὅπερ κατ' εἰκόνα  τὴν  ἑαυτοῦ  ἀρχῆθεν  πεποίηκεν,  καὶ  τῶν  ἐπιγείων  τὴν  ἡγεμονίαν ἐγκεχείρικεν, ὑπὸ τῆς τοῦ νοητοῦ δὲ διὰ τοῦ αἰσθητοῦ ὄφεως ἀπάτης ἐκ τῆς τοῦ παραδείσου τρυφῆς ἐξενηνεγμένον ἑωρακότος, καὶ λοιπὸν δεδουλωμένον,  καὶ παγγενεὶ οὐ μόνον τῇ φθορᾷ ὑποβεβλημένον, ἀλλὰ καὶ εἰς πολυσχεδεῖς πλάνας καὶ πάθη ἀτιμίας ὑπηγμένον,    καὶ   τοσοῦτον   τῷ   ζόφῳ   τῆς   ἀσεβείας   τοὺς  ψυχικοὺς    ὀφθαλμοὺς ἐσκοτισμένον, ὡς καὶ τὸν ὄντως  ὄντα Θεὸν καταλελοιπέναι, ξύλοις δὲ καὶ λίθοις, καὶ ἀναισθήτῳ   ὕλῃ   τὴν   προσκύνησιν   προσενηνοχέναι,   καὶ   ὑπὸ   τοῦ   πονηροῦ,   καὶ ἀποστατικοῦ δαίμονος  εἰς ἔσχατον ᾅδου καὶ ἀσεβείας ἐξωσμένον  καὶ κατεῤῥιμμένον, οὐκ ἤνεγκεν  τὴν  τοῦ ἀλάστορος τυράννου  ὕβριν, καὶ τοῦ πεπλανημένου ἀνθρώπου ἀπηλπισμένην   ἀπώλειαν.   Οἴκτῳ  δὲ  μᾶλλον  τοῦ  ἰδίου   ἀναλαβὼν   ποιήματος,   ἐξ ἀπειρογάμου  νεά  96.788 νιδος  τὸ  κώδιον ὁ  Ποιμὴν  ὁ  καλὸς  περιέθετο,  δι' οὗ  τὸν ἀντίδικον δελεάσας, καὶ τῷ σταυρῷ καταγωνισάμενος, δικαίως τῆς τυραννίδος ἐκβέβληκεν, ὡς ἀδίκως τῷ ἁμαρτίας ἀπείρῳ, καθ' ἣν ὁ θάνατος ὥριστο, τὸν θάνατον ἐφοπλίσαντα. Οὐ γὰρ θανάτου εὐθύναις καὶ ἐπιτιμίοις ὑπέκειτο, ὁ ἁμαρτίας παντάπασιν ἄγευστος.
εʹ. Ὁ  τοίνυν   τοῦτον  ἀδίκως  ἀνῃρηκὼς,  ἐνδίκως   ἀνταναιρεθήσεται,   καὶ  οὗ ἐκέκτητο πλούτου, στερηθήσεται. Ἐκείνου γὰρ ἀναίρεσις, ἡ τῆς ἐξουσίας ἐστὶν ἐκβολὴ καὶ ἔκπτωσις· ἀθάνατον γὰρ τὸ δαιμόνιον φύλον ὑπὸ τοῦ Κτίστου δεδημιούργηται. Καὶ ὁ Κύριος γὰρ παρὰ τὸν τοῦ πάθους καιρὸν ἔφασκεν· Ἔρχεται ἄρχων τοῦ κόσμου τούτου, καὶ ἐν  ἐμοὶ εὑρήσει οὐδέν· τουτέστι,  τῶν  ἐκείνου σπερμάτων  γεώργιον,  ἢ ἁμαρτίας ἴχνος,  ἢ ὀσμὴν, ἢ ἀποσκίασμα. Ἁμαρτίαν γὰρ οὐκ ἐποίησεν, προφητικῶς  εἰπεῖν,  οὐδὲ δόλος εὑρέθη ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ. ∆ιὸ καὶ πάλιν ἔλεγεν, Νῦν κρίσις τοῦ κόσμου τούτου ἐστίν·  νῦν  ὁ  ἄρχων  τοῦ  κόσμου τούτου  ἐκβληθήσεται  ἔξω,  ἤτοι,  τῆς  τυραννίδος ἐκπεσεῖται, καὶ μεταστήσεται. ∆ιὰ τῆς ἑαυτοῦ τοιγαροῦν ἀναστάσεως τὸ ἡμέτερον ἀνασκευάσας καὶ ἀνανεωσάμενος φύραμα, τοὺς ἱεροὺς λοιπὸν ἀποστόλους κατὰ πάσης ἐκπέμπει τῆς οἰκουμένης τὰ πέρατα, τὸ σωτήριον τοῖς βροτοῖς διαγγέλλοντας κήρυγμα,
 καὶ πρὸς τὸν ἴδιον ποιητὴν ἐπανάγοντας, καὶ τῆς ἀθεΐας τὸν σκότον τοῖς τοῦ πνεύματος ἀμαρύγμασιν διαλύοντας, καὶ τὴν πλάνην ἐξαφανίζοντας, καὶ θεογνωσίαν διδάσκοντας. Ἐντεῦθεν ὥσπερ πολυξύλου, καὶ ἀμφιλαφεστάτης  ὕλης πῦρ ἐπιδραξάμενον, τάχιστα εἰς ἐπηρμένην φλόγα ἐπαίρεται, καὶ εἰς τὰ προσεχῆ μεταβατικῶς διαδίδοται· καὶ τὴν λαμπηδόνα, καὶ ἐνέργειαν οὐκ ἐν τῷ παραβύστῳ κατέχειν δύναται, ἀλλ' ἔκδηλον ἅπασι, καὶ τοῖς μακρὰν ἀπῳκισμένοις καθίστησιν. Οὕτως δὴ λοιπὸν καὶ τὸ θεῖον πῦρ, ὃ βαλεῖν ἐπὶ τῆς γῆς, ὁ τῆς γῆς ἄνωθεν καταπεφοίτηκε  Κύριος, τὸ ἀναλωτικὸν ἁπάσης ἁμαρτίας, καὶ  μοχθηρᾶς,  καὶ ὑλώδους  ἕξεώς  τε, καὶ  διαθέσεως  διὰ  τῶν  ἀποστόλων,  καὶ  τῶν τούτων διαδόχων, εἰς τὰς ἀνθρωπίνας  διαβαῖνον ψυχάς. Καὶ τὰς μὲν, ὅσαι λεῖαί τε ἦσαν, καὶ ἁπαλαὶ, καὶ πρὸς ἀνάπλασιν  ἐπιτήδειαι, καὶ τὸν ἑαυτῶν ποιητὴν  καὶ λυτρωτὴν  ἐκ τῆς συνεχούσης αἰχμαλωσίας  ἐπιποθοῦσαι, καὶ ἀναμένουσαι, αὐτίκα τῆς τῶν ἁμαρτημάτων   κηλίδος  ἀποσμῆχον,  καὶ  ἀνακαθαῖρον,  θεοειδεῖς,  καὶ  φωτεινὰς,  καὶ λαμπρὰς ἀπετόρνευσεν· τοὺς δέ γε κατὰ βάθος δεδεγμένους τὴν τῆς ἀσεβείας ἑκουσίως ποιότητα,  καὶ νυκτερίδων  δίκην  μήτε τοῦ ἡλίου  λάμψαντος  τὸ φέγγος τοῖς  ἑαυτῶν ὀφθαλμοῖς βουλομένους εἰσδέχεσθαι, ἀλλ' ἐν σκότει διάγειν, καὶ τῷ βορβόρῳ ἐγκαλινδεῖσθαι  διηνεκῶς προαιρουμένους, τῷ τελευταίῳ τῆς γεέννης πυρὶ παρέπεμπεν, ὡς ἀνίατα νοσεῖν ἐθελουσίως ποθήσαντας.
ϛʹ.  Ἀλλ'  οὐ  τοιαύτη  τῆς  πανευφήμου   μάρτυρος  Βαρβάρας ἡ  πανίερος  καὶ καθαρωτάτη ψυχὴ, δεδεγμένη δὲ μᾶλλον τὴν αἴγλην τῆς πίστεως, καὶ τὸ φῶς τῷ ζόφῳ συγκρίνασα,  καὶ  τὸ  ἀσύγκριτον   ὅσον  ὑπεροχικῶς   ἰδοῦσα,  κεκτημένη   τὴν  θείαν ἐπίγνωσιν  πρὸς τὴν  τῷ  βδελυγμάτων  πλάνην  καὶ σκότασιν, 96.789 εὐθὺς ὥσπερ γῆ καλή  τε  καὶ  πίων,  τὸν  οὐράνιον  σπόρον  ἁρπάσασα, καὶ  ἐπιμελῶς  τῇ ἐργασίᾳ  τῶν ἐντολῶν  γεωργήσασα, ἐκαρποφόρησεν εἰς τριάκοντα, καὶ εἰς ἑξήκοντα, καὶ εἰς ἑκατὸν, ἀναβάσεις ἐν τῇ καρδίᾳ τιθεμένη, καὶ πρὸς ἀρετῶν προβαίνουσα τελειότητα. Πέρας δὴ οὖν, τὸ προφητικὸν  ἐδέξατο λόγιον, Καὶ πλησθήσεται, φάσκον, πᾶσα ἡ γῆ τοῦ γνῶναι τὸν  Κύριον, ὡς  ὕδωρ  πολὺ  καλύπτον θαλάσσας· τῶν  ἐθνῶν  δηλαδὴ  τὰ συστήματα, θαλάσσας τροπικῶς  τῆς προφητικῶς προσαγορευούσης χάριτος.  Ἀλλ' οὐκ ἤνεγκεν  ὁ μισάγαθος καὶ φιλοπόνηρος δαίμων τῶν σωζομένων τὴν πληθὺν ὁρᾷν ὁσημέραι προκόπτουσαν. Ὁ γὰρ ἐν ἀρχῇ τὸν Ἀδὰμ μετὰ τῆς συζύγου βασκήνας τῆς ἐν παραδείσῳ διαγωγῆς,  σχολῇ  γε  ἂν  ἐκαρτέρει τὰς  ἀναριθμήτους  μυριάδας,  οὐκ  εἰς  παράδεισον αἰσθητὸν   καὶ  ἐπίγειον,   ἀλλ' εἰς  οὐρανὸν,   ἀφ'  οὗπερ  αὐτὸς  ὡς  σιδήρεος  βόλος ἐξέῤῥιπται, διὰ πίστεως τῆς εἰς Χριστὸν θεώμενος ἀναβαίνοντας.  Ἐξαιτεῖται τοίνυν τὴν πεῖραν ὁ πειραστής· οὐ γὰρ ἔχει μὴ λαμβάνων  κατ' οὐδενὸς τὴν ἐξουσίαν· ἀλλ' ὥσπερ πάλαι ἀκηκοὼς τοῦ Θεοῦ τῷ ἰδίῳ ἐγκαυχωμένου  θεράποντι, καὶ φάσκοντος, Προσέσχες τῇ διανοίᾳ σου τῷ θεράποντί μου Ἰὼβ, ὅτι οὐκ ἔστιν κατ' αὐτὸν ἄνθρωπος ἐπὶ τῆς γῆς, ἄκακος, δίκαιος,  ἀληθινὸς,  θεοσεβὴς,  ἀπεχόμενος  ἀπὸ  παντὸς  πονηροῦ  πράγματος; Εὐθὺς ἐκεῖνος τῷ φθόνῳ πληγεὶς, ἀπεκρίνατο, Μὴ δωρεὰν Ἰὼβ τὸν Κύριον σέβεται, κ. τ. ε. Ἀλλ' ἀπόστειλόν με, ἵνα ἅψωμαι τῶν σαρκῶν αὐτοῦ, εἰ μὴ εἰς πρόσωπον εὐλογεῖ. Εἶτα βουλόμενος πᾶσιν ἀποδεῖξαι τὸν ἴδιον θεράποντα ὁ Θεὸς, καὶ ἐν τοῖς ἐσχάτοις κινδύνοις στεῤῥὸν καὶ ἀνάλωτον,  τούτῳ τὴν αἴτησιν δίδωσιν, ἵνα μὴ δόξῃ ὡς ἔτυχεν εἰρῆσθαι ἡ καύχησις.  Οὕτω καὶ  τότε,  ἀκηκοὼς  ὁ παμπόνηρος  τοῦ  Κυρίου περὶ τῆς  Ἐκκλησίας ἐγκωμιαστικῶς  ἀποφαινομένου,  Καὶ πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς, πύλας ᾅδου τὰς  παντοίας  τῶν  κολάσεων  ἰδέας  εἰς  ᾅδην  καὶ  θάνατον ὠθούσας, καὶ καταγούσας ὀνομάζοντος, ἐξαιτεῖται πάλιν ἀναιδῶς τὴν πεῖραν Καὶ δὴ λαβὼν τὴν ἐξουσίαν, ὄργανα λοιπὸν   τῆς   ἀσεβείας  μεστὰ,  καὶ   αὐτῷ   τῇ   τοῦ  τρόπου   παρισουμένους   ὠμότητι
 ἐκλεξάμενος,  τούτους  καθίστησιν  ἡγεμόνας  καὶ  ἄρχοντας· καὶ  δόγμα καθολικῶς  δι' ἐκείνων ἐκτίθησιν, τοῦ μὲν Χριστοῦ παύεσθαι τὴν προσκύνησιν, εἰδώλοις δὲ τὰς θυσίας προσφέρεσθαι,  καὶ  ἀφειδῶς   παντοίαις   κολάσεσιν ἀναιρεῖσθαι   τοὺς  ἀντιλέγοντας. Ἐντεῦθεν  ἡλικία  πᾶσα, καὶ ἀξία, ἀῤῥένων  τε καὶ θηλύων,  χόρτου δίκην  ἀσυμπαθῶς κατεθερίζετο τῶν Χριστοῦ τὴν πίστιν μέχρι θανάτου  τηρεῖν προαιρουμένων  ἄτρωτον, καὶ ἀπαρεγχείρητον.
ζʹ. Κατ' ἐκείνου  δὴ οὖν καιροῦ, Μαξιμιανοῦ τοῦ ἀσεβοῦς βασιλεύοντος, ἡγεμονεύοντος  δὲ Μαρκιανοῦ, ἦν τις τοπάρχης,  φησὶν, ὀνόματι  ∆ιόσκορος, πλούσιος σφόδρα, ἐμμανὴς  δὲ περὶ τὴν  τῶν  ἀψύχων  εἰδώλων  προσκύνησιν. Οὗτος μονογενὲς ἔσχε  θυγάτριον,  Βαρ 96.792 βάραν  ὀνόματι,  κάλλους  ὡραιότητι διαπρέπουσαν,  καὶ τρόπου σεμνότητι διαλάμπουσαν. Πύργον οὖν ὑψηλὸν δειμάμενος, ἐκεῖσε τὴν παρθένον κατέκλεισεν,  ὥστε μὴ ὁρᾶσθαι αὐτὴν  ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων,  διὰ τὴν  ἐπανθοῦσαν  καὶ ἀπαστράπτουσαν τοῦ κάλλους φανότητα καὶ λαμπρότητα. Αὐτόθι οὖν διαιτωμένη, ἄτερ τῶν   ἔξωθεν   θορύβων   ἀφησυχάσασα, λογισμοὺς   ἀνεκίνει   θεοσεβεῖς,  καὶ  τούτους ἐγεώργει, καὶ ἔτρεφεν· οἶδεν γὰρ ἐρημία, ἐννοιῶν ἰσχνῶν, καὶ μεγαλοφυεστάτων  μήτηρ καθίστασθαι. Καὶ τὴν  μὲν τῶν  εἰδώλων  πλάνην  καὶ λατρείαν,  ὡς εἰς ᾅδου πέταυρον κατάγουσαν ἐβδελύττετο, τὴν δ' ἀληθῆ τῶν Χριστιανῶν πίστιν, καὶ τὴν τῆς ἁγίας καὶ ὁμοουσίου Τριάδος σεπτὴν  ὁμολογίαν,  ὡς  εἰς  οὐρανοὺς  ἀνάγουσαν,  περιέθαλπε  καὶ προσίετο· τούς τε περὶ ἀθανασίας ψυχῆς  λόγους, περί τε βασιλείας οὐρανῶν,  καὶ τῆς τῶν ἀκηράτων  ἀπολαύσεως, περί τε γεέννης,  καὶ τῆς ἐκεῖσε ἀτελευτήτου  κολάσεως, πρὸς τούτοις  δὲ, καὶ  τὴν  τῶν  προσκαίρων  τοῦ  κόσμου τούτου  πραγμάτων ἄστατον περιφορὰν καὶ ἀβέβαιον κατὰ νοῦν ἐζωγράφει, καὶ ἀνείλιττεν·  καὶ τὰς λαμπαδηφόρους παρθένους, τὰς τῷ ἀφθάρτῳ νυμφίῳ  Χριστῷ ἐν τῇ ἐπουρανίου παστάδι συναπτομένας, καὶ  τῆς  ἔνδον  ἀποῤῥήτου  κατατρυφώσας   μακαριότητος, ἀεὶ  ἐφαντάζετο.   Καὶ τῆς πανολβίου ἐκείνης μοίρας καὶ χαρμονῆς ἀνεκφράστου, καὶ ἀνεκλαλήτου δόξης, καταξιωθῆναι  ἐγλίχετο, καὶ ἐπεθύμει, καὶ ηὔχετο.
ηʹ. Ἐν τοῖς  τοιούτοις  οὖν  θεωρήμασι τῆς σώφρονος  καὶ ἁγνῆς  παρθένου  τὴν ψυχὴν    πυκναζούσης,   ἐφίσταται   ὁ   πατήρ.   Ἀναδιδασκόντων    δὲ   αὐτὸν  πολλῶν μεγιστάνων,  καὶ  περὶ  πολλοῦ  ποιεῖσθαι  τὴν  ταύτης  συζυγίαν  τε, καὶ πρὸς  γαμικὴν ὁμιλίαν  συνάφειαν,  εἰς  τοῦτο  αὐτὴν  ἐπινεῦσαι  προυτρέπετο.  Ἡ  δὲ τοὺς  τοιούτους λόγους  ὡς  λήρους,  καὶ ὀχληροὺς  διαπτύσασα, μετ' ὀργῆς  τῷ γεγεννηκότι   ἐμβρίθως ἀτενίσασα, τὴν  ψυχοβλαβῆ  ταύτην  παραίνεσιν  παντελῶς ἀποσείεται, μηκέτι  μνήμην τοιούτου  πράγματος  αὐτῇ  προσάγειν  παρεγγυήσασα. Γελοῖον γὰρ καὶ πάσης ἀτοπίας ἀνάμεστον  ἡ παρθένος  ἡγήσατο, καθάπαξ ἑαυτὴν τῷ  οὐρανίῳ  καὶ ἀθανάτῳ  νυμφίῳ ἀναθεῖσά τε καὶ συνάψασα, εἰ τοῖς σκωλήκων δίκην ἰλυώδεσι τέλμασιν ἰλυσπωμένων ἑλληνικῷ  βορβόρῳ ὑπείξειεν.  Ὁ τοίνυν ταύτης  πατὴρ  βαλανεῖον  σπουδῇ πολλῇ  τὸ τηνικαῦτα  οἰκοδομῶν,  ἐπιτάξας  τοῖς τεχνίταις  κατὰ νότον  δύο θυρίδας φωταγωγοὺς κατασκευάσαι,  ἀπεδήμησεν  εἰς χώραν  τινά.  Ἡ  δὲ  τῆς  Τριάδος  δούλη  καὶ  νύμφη Βαρβάρα, τὸ ἔργον τῆς οἰκοδομῆς  ἐπισκεψαμένη,  τρεῖς θυρίδας ἐφαρμόσαι τῷ οἰκοδομήματι τοὺς ἐργάτας ἠνάγκασεν. Ἐπανιοῦσα δὲ, καὶ παλινδρομοῦσα ἐπὶ τὸν ἴδιον πύργον ἡ καλὴ παρθένος, ὁρᾷ τὰ ἄψυχα καὶ ἀναίσθητα εἴδωλα, οἷς τὸ σέβας ὁ πατὴρ προσεκόμιζεν, καὶ δὴ Πνεύματος ἁγίου πλησθεῖσα, καὶ ζῆλον ἀναλαβοῦσα ἔνθεον  καὶ ἀνάπυρον, εἰς τὰ ἄτιμα αὐτῶν  ἐνέπτυσεν πρόσωπα, τὸ τοῦ προφήτου ∆αβὶδ εὐκαίρως εἰποῦσα μελῴδημα, Ὅμοιοι ὑμῶν γένοιντο οἱ ποιοῦντες ὑμᾶς, καὶ πάντες οἱ πεποιθότες ἐφ' ὑμᾶς. Ὢ μακαρίας ὄντως, καὶ φιλο 96.793 θέου ψυχῆς! Ὢ νεάνιδος πίστει ζεούσης,
 πίστει κεκοσμημένης! Ὢ κόρης συνέσει θείᾳ τὴν τοῦ πατρὸς μυκτηρισάσης ἀφροσύνην τε καὶ παράνοιαν! Ὢ θυγατρὸς,  τὴν  τῆς προμήτορος  Εὔας εὐήθειαν  καὶ ἀπάτην,  τῷ στεῤῥῷ  τοῦ  φρονήματος   ἀνακαλεσαμένης.   Ἐκείνη  προσβολὴν ψιλὴν   τοῦ  ἐχθροῦ δεξαμένη, εὐθὺς ἀνετρέπετο· αὕτη δὲ, οὐ μόνον τὰ τούτου θελκτήρια αὐστηρῶς ἀπεκρούσατο, ἀλλὰ καὶ αὐτοῦ τῷ προσώπῳ διὰ τῶν εἰδώλων ἐνέπτυσεν. Πρὸς γὰρ τὸν δι' αὐτῶν  ἐνεργοῦντα  καὶ ἀπατῶντα  ἀρχέκακον τοῦ ἐμπτύματος τὴν ὕβριν ἐξέτεινεν, καὶ ἐξέπεμψεν, καὶ κατηκόντικεν.
θʹ. Ἐπαναζεύξαντος δὲ τῆς ἐπιδημίας τοῦ ταύτης γεννήτορος, καὶ ἐπὶ παραλλάξει τῆς  ἑαυτοῦ  διατάξεως  τοῖς  οἰκοδόμοις  χαλεπῄναντος καὶ  ἀγανακτήσαντος   διὰ τὴν τριττῆς θυρίδος πρόσθεσιν, ἐπὶ τὴν τούτου θυγατρὸς κέλευσιν τὴν αἰτίαν μετήγαγον. Ὁ δὲ παρ' αὐτῆς τὴν τῆς τριπλῆς  ἀφορμὴν  θυρίδος πυθόμενος,  εὐκαίρου ἡ πανεύφημος δραξαμένη  προφάσεως,  τῆς  Τριάδος διαῤῥήδην  τὴν  δόξαν ἐθεολόγει,  εἰς πίστιν  τὸν ἄπιστον   προτρεπομένη   σωτήριον.   «Ναὶ,  φησὶν,   καὶ γὰρ  ἡ  Τριὰς  φωτίζει   πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον. Τὸ γὰρ αἰσθητὸν τοῦτο φῶς, τοῦ ἐν τρισὶν ἡλίοις ἐχομένοις ἀλλήλων  νοουμένου καὶ προσκυνουμένου φωτὸς, τυγχάνει κτίσμα καὶ δημιούργημα,  καὶ ἀμυδρότατον  καὶ ἀμαυρὸν ἐξεικόνισμα καὶ ἀποσκίασμα.» Ὁ δὲ τῆς ἀσεβείας τεθραμμένος, καὶ τοῦ σκότους συνήγορος, ὥσπερ τῇ ἀστραπῇ τῆς τρισσοφώτου θεότητος, διὰ τῆς τρανῆς καὶ ἀπαρακαλύπτου τῆς πανενδόξου κόρης ὁμολογίας, τὴν τῆς ψυχῆς  ὄψιν  πληγεὶς, καὶ  τῷ  στεῤῥῷ τοῦ  ἀμαρύγματος  μᾶλλον  ἀμαυρωθεὶς,  μανίας γενόμενος ἔμπλεως, καὶ τῷ θυμῷ ὑπερζέσας, τὸ ξίφος σπασάμενος, ὥρμησεν ὁ ἐσκοτισμένος τὸ μονογενὲς κατασφάξαι θυγάτριον, τῆς εὐσεβείας ὁμοῦ καὶ τῆς φύσεως τοὺς ὅρους ἐκβεβηκὼς, ὅτι αὐτῷ τὴν τῆς ζωῆς τρίβον ὑπέδειξεν. Ὄντως οὐ μόνον  ἐξ ἀνθώδους φυτοῦ, ῥόδον ὡραῖον καὶ εὐωδέστατον φύεται, ἀλλὰ καὶ ἐκ δυσσεβοῦς ῥίζης καρπὸς πολλάκις εὐσεβείας ἀναδίδοται. Παὶ μάρτυς Ἀβραὰμ ὁ πατριάρχης, καὶ διὰ τοῦτο τῶν ἐθνῶν πατὴρ, τῶν τὴν αὐτοῦ πίστιν ἐζηλωκότων κληθεὶς, πρῶτος πατρικῆς ἀποφοιτήσας πολυθεΐας, καὶ ἀθεότητος. Ὄντως πεπλήρωται  καὶ ἐν τούτῳ τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἡ θεία πρόῤῥησις, θυγατέρα καὶ νύμφην  κατὰ πατρὸς, καὶ μητρὸς, καὶ πενθερᾶς ἐξανιστᾶσα, τὰ νέα καὶ πρόσφατα, τοῖς παλαιοῖς καὶ ληρώδεσι· καὶ διχοτομοῦσα τὸ χεῖρον ἀπὸ τοῦ κρείττονος.
ιʹ. Τί οὖν, ἡ πανευκλεὴς  Βαρβάρα; τοῦ πατρὸς  ὁρῶσα τὸ παμμίαρον  ὅρμημα, μᾶλλον δὲ τῆς μιαιφονίας  τοῦτον οἰκτείρασα, δι' εὐχῆς παρακειμένην μεγίστην πέτραν διοίξασα,  διὰ  μέσης  ταύτης  πρὸς  τὸ  ἕτερον  μέρος  τοῦ  ὄρους μεθώρμησεν.  Ὢ τοῦ θαύματος! πέτρα σχισθεῖσα, ἐγκόλπιον  τὴν ἀμνάδα εἰσδέχεται, καὶ ὁ λίθων ἀναισθητότερος  ταύτης  πατὴρ καὶ διώκτης,  μᾶλλον  τῇ πωρώσει ἀπελιθοῦτο,  καὶ εἰς πετρώδη ἀντιτυπίαν  μετήγετο. Καὶ οὐδὲ τοῦ θαύματος τὸ παράδοξον μαλάξαι τούτου δεδύνηται τῆς ψυχῆς τὸ σκληρὸν καὶ ἀπάνθρωπον, ἀλλ' ὑπερβὰς τὸ ὄρος, ταύτην ἐζήτει δι' ἐρωτήσεως. Καὶ δὴ 96.796 εὑρὼν καὶ μαστίξας, τῆς κόμης αὐτὴν ἕλκων, καὶ σύρων ἀπὸ τοῦ ὄρους, αὖθις ἐπάνεισι, καὶ ἐν μικρῷ τὴν μακαρίαν οἰκίσκῳ κατέκλεισεν. Καὶ τῷ ἡγεμόνι τὰ κατ' αὐτὴν μηνύσας, βασανίζεσθαι παραδίδωσιν, ὁρκώσας αὐτὸν κατὰ τῶν θεῶν,  πικραῖς  αὐτὴν καταναλῶσαι  κολάσεσιν.  Προκαθίσας  οὖν  ὁ  ἡγεμὼν  ἐπὶ  τοῦ βήματος, ἐκέλευσεν παραστῆναι  τὴν μάρτυρα. Θεασάμενος δὲ τὴν ἐπανθοῦσαν  αὐτῆς τοῦ προσώπου εὐπρέπειαν, ἐξέστη, καὶ τὸ φαιδρὸν τῆς ὁράσεως ἐθαύμασεν· καὶ ἤρξατο θωπείαις αὐτὴν πειρᾷν, πείθειν βιαζόμενος, καὶ κολακείαις προσάγεσθαι. Τοῦτο γὰρ τὸ πρῶτον  τοῦ διαβόλου  δέλεαρ. Ἢ γὰρ ἡδοναῖς  καὶ ἐπαίνοις  θέλγειν,  καὶ καταμαλακίζεσθαι  δοκιμάζει τὸν ἄνθρωπον,  ἢ ἐκφοβεῖν  καὶ καταπτοεῖν  ἀπειλαῖς καὶ
 κολάσεσιν. Ὡς οὖν πᾶσαν αὐτοῦ τὴν προτέραν φαρέτραν ἐκένωσεν, καὶ τὴν ἀθληφόρον ἑώρα τὰ κοσμικὰ διαπτύουσαν,  θέλγητρα,  καὶ πᾶσαν δόξαν, καὶ τρυφὴν ἐπίγειον  ὡς ἄνθος χόρτου λογιζομένην  εὔφθαρτον  καὶ εὐμάραντον, καὶ τὰς τούτου προτροπὰς, καὶ καταγοητεύσεις  ὡς  ἰὸν  ὄφεως  βδελυττομένην,   καὶ  φευκτὰ δηλητήρια,  εὐθὺς  ἐπὶ  τὸ ἕτερον  εἶδος τῶν  πειρασμῶν  μετετρέπετο.  Καὶ τὰς ἀπειλὰς  ὡσαύτως  ἰδὼν μυκτηρίζουσαν, θυμοῦ μεμεστωμένος, ὡς τοῦ σκοποῦ διαμαρτὼν, πρὸς αὐτὴν ἀπεφθέγγετο.  Τί οὖν θέλεις, κορίον; θύσαι τοῖς θεοῖς, ἢ πικραῖς τιμωρίαις ἀναλωθῆναι; Πρὸς ὃν ἡ μάρτυς, εὐσταθεῖ τῷ ἤθει, καὶ πεπαῤῥησιασμένῳ τῷ παραστήματι, ὀλίγοις ῥήμασι τήν  τ' εὐσεβῆ πίστιν ὡμολόγησεν  διαπρύσιον, καὶ τὴν  τῶν  ἀθέων  τυράννων ἄνοιαν,  καὶ ἀσέβειαν ἐστηλίτευσεν.  Τί φράσασα; ἐγὼ,  φησὶν,  ἑτοίμως  ἔχω  θύσαι τῷ Κυρίῳ μου Ἰησοῦ Χριστῷ, τῷ ποιήσαντι τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν, καὶ τὴν θάλασσαν, καὶ πάντα τὰ ἐν αὐτοῖς. Τοὺς δὲ ὑμετέρους θεοὺς, καλῶς ὁ προφήτης κατεκερτόμησεν· Στόμα ἔχουσι, καὶ οὐ λαλήσουσιν· ὀφθαλμοὺς ἔχουσι, καὶ οὐκ ὄψονται· ὦτα ἔχουσι, καὶ οὐκ ἀκούσονται· ῥῖνας ἔχουσι, καὶ οὐκ ὀσφρανθήσονται· χεῖρας ἔχουσι, καὶ οὐ ψηλαφήσουσι·  πόδας ἔξουσι, καὶ οὐ περιπατήσουσιν· οὐ φωνήσουσιν  ἐν τῷ λάρυγγι αὐτῶν. Ὅμοιοι αὐτοῖς γένοιντο  οἱ ποιοῦντες αὐτὰ, καὶ πάντες οἱ πεποιθότες ἐπ' αὐτοῖς. Ὥσπερ  γὰρ  τὸ  τοῦ  Θεοῦ  σεβάσμιον  ὄνομα   ἐπ'  αὐτοὺς   ψευδωνύμως  ὑφ'  ὑμῶν ἐπιτέθειται, τῆς ζωτικῆς ἐνεργείας ἀμοιροῦσί τε καὶ χηρεύονται.
ιαʹ. Πρὸς ταῦτα καταπλαγεὶς  ὁ παμμίαρος, καὶ ἰταμώτατος  ἡγεμὼν, παφλάζοντι τῷ θυμῷ  κελεύει  γυμνωθεῖσαν  τὴν  μάρτυρα, βουνεύροις  τὰς σάρκας αὑτῆς  ἀφειδῶς καταξέεσθαι, καὶ τριχίνοις  ῥάκεσι καὶ ὑφάσμασι τὰς ἐπιτεθείσας αὐτῇ πληγὰς ἀποσμήχεσθαι, ὥστε αὐτῆς ὅλον τὸ σῶμα καταβαφῆναι  τοῖς αἵμασιν. Βαβαὶ τῆς σεπτῆς, καὶ ἱερᾶς σου, ὢ καλλίνικε  τοῦ Χριστοῦ μάρτυς Βαρβάρα ὁμολογίας, ἣν διὰ Πνεύματος ἁγίου  ἐπὶ  πάντων   ἀφόβως,  καὶ  ἀνυποστόλως   ὡμολόγησας,   καὶ ἐθεολόγησας   εἰς ἐπήκοον ἀνθρώπων,  ἀγγέλων  τε τῶν τὴν σὴν ἄθλησιν ἐφορώντων, καὶ δαιμόνων  τῶν ἀοράτως μετὰ τῶν  ὁρατῶν  ἀντιπάλων ἀντιστρατευομένων σοι· ἣν ἐν οὐρανοῖς ἀπεγράψατο  Κύριος, καὶ ἐπὶ τοῦ ἰδίου ἀρχεφώτου  καὶ θεαρχικοῦ Πατρὸς ὡμολόγησε, καὶ 96.797 αὖθις σπουδῇ ὁμολογήσει τε καὶ ἀνακηρύξει! Βαβαί σου τῆς γενναιοτάτης ὑπομονῆς   καὶ  καρτερίας·  δι'  ἣν,  τὸν   μὲν  διάβολον   καὶ τοὺς  ἀποστάτας  αὐτοῦ κατέπληξας δαίμονας, τοὺς ἁγίους δὲ ἀγγέλους πρὸς θαῦμα καὶ εὐφημίαν  ἐκίνησας· δι' ἣν, τὴν μὲν τῶν εἰδώλων πλάνην ὡς ἀράχνην διέλυσας, τὴν ἀληθῆ δὲ πίστιν ἐκράτυνάς τε καὶ ἐβεβαίωσας!
ιβʹ. Ἑωρακὼς οὖν τὸ ἀμετάθετον  καὶ καρτερικὸν τῆς ἁγίας ὁ δικάζων, κελεύει τέως  ἐν   φρουρᾷ   ταύτην   ἐμβληθῆναι,   ἕως   ἂν   σκέψηται   ποίαις   αὐτῆς   βασάνοις πικροτέραις ἐφάψηται. Ἐν δὲ τῇ νυκτὶ ἐκείνῃ μέσῃ, φῶς αὐτὴν ὑπέρλαμπρον περιήστραψεν,  ἐν  ᾧπερ  ὁ τῆς  δόξης  κατεφαίνετο  Κύριος, τὸ  κατώδυνον   αὐτῆς καὶ περίλυπον  τῇ ἐπιφανείᾳ  παραμυθούμενος, καὶ λόγοις προτρεπτικοῖς θαρσοποιῶν πρὸς ἀγῶνας τοὺς μέλλοντας· «Θάρσει, λέγων, Βαρβάρα, ὅτι μεγίστη χαρὰ ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς ἐπὶ τῇ σῇ ἀθλήσει γενήσεται. Τὰς δὲ τοῦ τυράννου ἀπειλὰς μὴ φοβοῦ, μήτε δέδιθι. Ἐγὼ γάρ εἰμι μετὰ σοῦ, καὶ πασῶν σοι τῶν ἐπιφερομένων  πληγῶν  ἐκλυτρώσομαι.» Καὶ εὐθέως  ἀφανεῖς  αἱ πληγαὶ  ἀπὸ τοῦ αὐτῆς  ἐγένοντο  σώματος. Καὶ ταῦτα  εἰπὼν,  εἰς οὐρανοὺς  αὖθις  ὁ  τῶν  οὐρανῶν ἀναπεφοίτηκε   Κύριος. Ἐγεγήθει  δὲ  μεγάλως,  καὶ πλήρης γέγονεν  εὐθυμίας, καὶ χαρᾶς, καὶ ἀγαλλιάσεως ἐπὶ τῇ τοῦ Χριστοῦ προτροπῇ, ἡ τοῦ Χριστοῦ γνησία μάρτυς τε καὶ θεράπαινα.  Καὶ εἰκότως  ὄντως  ὢ κόρη τρισόλβιε, ἐγέγηθας! ἡ γὰρ τῆς χαρμοσύνης ὑπόθεσις, μόνη ἐστὶν ἀληθὴς εὐφροσύνη, καὶ θυμηδία
 ἀναλλοίωτός τε καὶ ἀναφαίρετος. Ὢ μακαρίων σου ὡς ἀληθῶς ὀμμάτων, τὸν τῆς δόξης Κύριον ἰδεῖν  ἠξιωμένων,  ᾧ  ἀτενίσαι  οὐ τολμῶσιν  ἐν  οὐρανῷ  τὰ  Χερουβὶμ, καὶ  τὰ πολυόμματα τάγματα! Ὢ πανολβίων  ὤτων, τῶν ἠχὴν τῶν τοῦ Θεοῦ ῥημάτων εἰσδεδεγμένων! ὢ ψυχῆς ἀξιαγάστου καὶ τρισευδαίμονος, ἣν προτροπαῖς οἰκείου παρεμυθήσατο  στόματος, ὁ οὐρανίων  καὶ ἐπιγείων,  καὶ καταχθονίων δεσπόζων, καὶ Θεὸς πάσης παρακλήσεως! Σὺ καὶ ἐν  σαρκὶ οὖσα, τὸν  ἀῤῥαβῶνα  τῆς βασιλείας  τῶν οὐρανῶν, ἡ τοῦ Χριστοῦ νύμφη, ὡς τῆς ὅλης σου προικὸς ἐμφάνειαν δέδεξαι. ∆ιὰ τοῦτο τῶν  μὲν  ἀλγεινῶν  τὴν  πεῖραν,  ὡς  νηπίων   βέλη,  ἣ  ψύλλων   δηγμοὺς ἥγησαι  καὶ λελόγισαι· τῷ δὲ τοῦ φανέντος  ἔρωτι θελχθεῖσα, καὶ τὴν ψυχὴν στεῤῥωθεῖσα, Τίς με, ἔλεγες, χωρίσει ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ; θλῖψις; ἢ στενοχωρία; ἢ λιμός; ἢ διωγμός; ἢ  μάστιγες;  ἢ  κίνδυνοι;  πέπεισμαι  γὰρ,  ὡς  οὐ ζωὴ,  οὐ  θάνατος,  οὐκ  ἄγγελος,  οὐκ ἐνεστῶτα,  οὐ μέλλοντα,  οὔτε  τις  κτίσις ἑτέρα, τῆς  τοῦ  Χριστοῦ με ἀγάπης  χωρίσαι δυνήσεται.
ιγʹ. Πρωΐας οὖν γενομένης,  ἤχθη πρὸς τὸ βῆμα ἡ μάρτυς, τοῦ ἄρχοντος  τοῦτο προστάξαντος.  Καὶ ἰδὼν  αὐτῆς  τοὺς μώλωπας  ἀφανεῖς,  καὶ τὸ σῶμα ὁλόκληρον καὶ ἀκέραιον, μήτε τὸ τυχὸν ἔχον σπάραγμα, ὁ φρενοβλαβὴς, φησὶ, καὶ φρενόληπτος, «Ἴδες πῶς οἱ θεοὶ ἀντιποιοῦνται, καὶ ἀγαπῶσίν  σε, ὅτι καὶ τὰς πληγάς  σου ἰάσαντο.» Ἡ δὲ μάρτυς τῆς ἐκείνου καταγελάσασα παραφροσύνης καὶ ἐμβροντησίας, καὶ παραπληξίας ἀνταπεκρίνατο·  «Οἱ μὲν σοὶ θεοὶ ὅμοιοί σού εἰσι, κωφοὶ  καὶ τυφλοὶ,  καὶ ἀναίσθητοι,
96.800 καὶ ἀκίνητοι, ἑαυτοῖς βοηθῆσαι οὐ δυνάμενοι, καὶ πῶς ἐμὲ θεραπεύειν ἠδύναντο, τὴν αὐτῶν  ἀφανίζουσαν  λαοπλανῆ  ματαιότητα; Ὁ δὲ ἐμὲ θεραπεύσας, Ἰησοῦς ἐστιν ὁ Χριστὸς, ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, ὃν σὺ βεβήλοις ὀφθαλμοῖς, καὶ πεπωρωμένῃ ψυχῇ ἰδεῖν  οὐ  πέφυκας  ἄξιος.  Ὡς  δὲ  θηρίον  τούτοις  ἐξαφθεὶς  τῷ θυμῷ  τοῖς  ῥήμασιν  ὁ παμμίαρος,  κελεύει  τὰς  πλευρὰς  αὐτῆς  εὐτόνως  ξέεσθαι, καὶ  λαμπάδας  πυρὸς  ταῖς πληγαῖς  προσφέρεσθαι, καὶ σφύρᾳ κατὰ τῆς κεφαλῆς  ὡς ἐπὶ ἄκμονος τύπτεσθαι. Ἡ δὲ ἀτενίσασα εἰς τὸν οὐρανὸν, εἶπεν· «Σὺ γινώσκεις, καρδιογνῶστα Κύριε, ὅτι ποθοῦσά σέ σοι προσελήλυθα,  μή με ἐγκαταλείπῃς  ἕως τέλους.»  Καὶ ταύτην  οὖν  τὴν  βάσανον ἡ γενναία  τοῦ  Χριστοῦ μάρτυς  γενναίως  ὑπήνεγκεν,   οὐ  τῆς  θηλυκῆς  ἀσθενείας  καὶ ἀνανδρίας   μόνον,  ἀλλὰ  καὶ  τῆς ἀνθρωπίνης   φύσεως  ἔξω  γεγονυῖα.  Πῶς  γὰρ  ἂν τοσαύτας αἰκίας, καὶ πικρὰς, καὶ ὀδυνηρὰς τιμωρίας ἐκαρτέρησεν, μὴ ὑπερβᾶσα τὸ σῶμα τῆς ταπεινώσεως, τῇ ἀοράτως αὐτὴν νευρούσῃ, καὶ ἐνισχυούσῃ δυνάμει τοῦ Πνεύματος. ιδʹ. Ἀλλ'  οὐδὲ τούτων  γιγνομένων, κόρον τῆς μανίας  ἔλαβεν  ὁ τοῦ διαβόλου ὑπηρέτης  τε  καὶ συνήγορος·  ἐφ' ἕτερον  δὲ  βασανιστηρίων  εἶδος  τὴν  τῆς  πονηρίας πηγαίαν διάνοιαν  ἔτρεπτεν, ἔνδον ἐγκαθήμενον  ἔχων τὸν τῆς πάσης κακίας ἀρχηγὸν, καὶ  γεννήτορα,    καὶ   εὑρήμονα   δράκοντα,   τὸν   ἐξ   ἀρχῆς   ἀνθρωποκτόνον   καὶ μισάνθρωπον.  Ἐκέλευσεν  οὖν,  φησὶν,  ὁ ἡγεμὼν  ξίφει  ἐκκοπῆναι  τοὺς  μαστοὺς τῆς μάρτυρος.  Ἐκκοπτομένων   δὲ  τούτων,   ἡ  τοῦ  Χριστοῦ  ἀμνὰς  εἰς  οὐρανὸν  ἔλεγεν ἀναβλέψασα Μὴ ἀποῤῥίψῃς με ἀπὸ προσώπου σου, Κύριε, καὶ τὸ Πνεῦμά σου τὸ ἅγιον μὴ  ἀντανέλῃς   ἀπ'  ἐμοῦ.  Καὶ  ταύτην   οὖν  τὴν  πληγὴν   ἡ  μάρτυς καρτερικῶς  καὶ εὐχαρίστως  ἐδέξατο.  Ἆρά σοι  παμπόνηρε  δαῖμον,  ἑτέρα μοχθηρίας  ἐπίνοια  ταύτης χαλεπωτέρα   ἐν  τῷ  βάθει  τῆς  ψυχῆς  τεταμίευται;  ἆρά σοι  ἕτερον  αἰκισμῶν  εἶδος ὀδυνηρότερον  τῇ γυναικείᾳ  φύσει  ὑπείληπται,  ἢ ὑπολέλειπται;  οὐκ ἀπέκαμέν  σου ὁ νοῦς τὰ κατὰ τῆς μάρτυρος ἐξευρίσκων βασανιστήρια; Πρόσθες, εἰ δοκεῖ σοι, καὶ ἕτερα· εὑρήσεις γὰρ ἀδάμαντα, μᾶλλον δὲ ψυχὴν ἀῤῥαγῆ, καὶ αὐτοῦ στεῤῥοτέραν ἀδάμαντος, ἐπανήλατον   ἄκμονα  τῶν  σῶν σφυρῶν  ἐπιφέρειν  τὰ  κρούσματα· Σκληρόν  σοι πρὸς
 κέντρα  λακτίζειν.  Ὅσῳ γὰρ  πληθύνεις  τὰς  τιμωρίας,  τοσοῦτον  τῇ  μὲν  μάρτυρι καὶ πανευφήμῳ νεάνιδι τοὺς στεφάνους, καὶ ἄκων αὐξήσειας, καὶ λαμπρότερα τὰ νικητήρια βραβεῖα, καὶ  μὴ βουλόμενος  προξενήσειας.  Σαυτῷ δὲ τὰς  αἰσχύνας πληθύνεις,  καθ' ἑκάστην πάλην καὶ προσβολὴν ἡττώμενος, καὶ πίπτων, καὶ ὕπτιος ἀνατρεπόμενος, πλείονας   δὲ  καὶ   τὰς  ἀτελευτήτους   κολάσεις,  καὶ  τοὺς  φλογιστικοὺς   ἀσβέστους ἄνθρακας τῇ παγκακίστῳ σῇ ἐπισωρεύεις κεφαλῇ.
ιεʹ. Ἀλλά μοι καὶ τοῦ τῆς μακαρίας κατὰ μὲν σάρκα γεννήτορος  ἀλλότριον  τοῦ εὐσεβοῦς κατὰ πνεῦμα φρονήματος  τὸ ἀπάνθρωπον  καὶ ἐκτεθηριωμένον  τοῦ τρόπου, καὶ πόῤῥω τῆς πατρικῆς  διαθέσεως, θαυμάζειν  ἐπέρχεται.  Ὄντως  καὶ αὐτὰ τὰ ἄλογα θηρία ἄσπλαγχνε πάτερ, τῇ ὠμότητι καὶ 96.801 τῇ ἀπανθρωπίᾳ ὑπερήλασας. Ἐκεῖνα γὰρ τὰ ἔγγονα  αὐτῶν  ὑφ' ὅτου θεωροῦνται  βλαπτόμενα,  μέχρι θανάτου  αὐτῶν ὑπερμάχονται·  σὺ δὲ τὸ ἴδιον  καὶ μονογενὲς  θυγάτριον  ὡς  ἐν μακέλλῳ  ἀφειδῶς  τὰ γυναικεῖα  γαλακτοφόρα  μέλη  ξίφεσιν  θεώμενος ἐκκοπτόμενα,  οὐδὲ  κἂν  τὴν  ὕβριν ᾐδέσθης  τῆς  φύσεως,  οὐδὲ  πρὸς  τὰς τοσαύτας  πληγὰς  ἐκάμφθης,  ὡς  τὴν  καρδίαν λιθώδης τε καὶ ἀναίσθητος. Ἀλλὰ τί θαυμάζομεν, ἀδελφοὶ, τοὺς τῇ πλάνῃ τῆς ἀσεβείας μεθύοντας,  καὶ  τῇ  τοῦ  Σατανᾷ μανίᾳ  ἐκβεβακχευμένους;  Ὥσπερ γὰρ  οἱ  καλλίνικοι μάρτυρες τῷ  περὶ Χριστὸν φίλτρῳ  τῷ  θείῳ  γενόμενοι  κάτοχοι  Πνεύματι, τὴν  φύσιν νικήσαντες  καὶ ὑπεραναβάντες,  ἐν  τοῖς  ὑπὲρ φύσιν  γεγόνασιν,  οὕτω  δὴ καὶ  οἱ  τοῦ Χριστοῦ καὶ τούτων  διῶκται,  τοῦ πονηροῦ πλήρεις  χρηματίζοντες  πνεύματος,  καὶ τῇ ἀποστατικῇ  ἑαυτοὺς  δυνάμει  καταδουλώσαντες,  ἔξω καὶ αὐτοὶ  τῆς  φύσεως,  οὐκ εἰς κρεῖττον,  ἀλλ' εἰς  τὸ χεῖρον  ἀπώλισθον,  καὶ  ἐξέπεσον. Καὶ ὥσπερ ἐκεῖνοι  ἄνω τῆς ἀνθρωπίνης ὑπερυψώθησαν καταστάσεως, τοσοῦτοι καὶ οὗτοι κατωτέρω ταύτης κατεκλύσθησαν,   καὶ  τοῖς   ἀνθρωποκτόνοις  γεγόνασιν   δαίμοσιν   ὅμοιοι·  καὶ μάλα εἰκότως. Οἱ γὰρ Χριστῷ προσερχόμενοι, Χριστοῦ μιμηταὶ διὰ τῆς αὐτῆς ἀρετῆς καθίστανται· οἱ δὲ τῷ  τοῦ  διαβόλου  ζυγῷ  ἑαυτοὺς  ὑποζεύξαντες,  ἐκείνῳ δήπουθεν γίνονται  παρεμφερεῖς καὶ ἐφάμιλλοι.  Ἀλλ' ἴδωμεν τί πάλιν ὁ ἀντίδικος καὶ ἀντίπαλος διὰ τῶν ἰδίων ὑπασπιστῶν κατὰ τῆς σεμνῆς καὶ σώφρονος Παρθένου ἐπινοεῖ, καὶ τεκταίνεται.
ιϛʹ. Ἰδὼν γὰρ ὅτι τὰς τοῦ σώματος αἰκίας ἀνδρείως ὑποφέρει τε καὶ ὑφίσταται, τῇ ψυχῇ  βάσανον ἐπιτηδεύει  ἀφόρητον,  καὶ αἰσχύνης  ἄξιον, ὡς οἴεται. Καὶ ἔστιν ὡς ἀληθῶς  τοιαύτη,  καὶ τῶν  προτέρων  χαλεπωτέρα.  Ἀλλὰ διὰ Χριστὸν πάσχειν,  κἄν τι δοκεῖ  ἐπονείδιστον   ἔχειν   καὶ  ἄσχημον,  πλὴν   ἀλλὰ  παντὸς  καλλωπίσματός  ἐστιν σεμνότερόν τε καὶ εὐσχημονέστερον, καὶ κοσμιώτερον. Κελεύει γὰρ, φησὶν, ὁ ἡγεμὼν γυμνὴν πομπευθῆναι αὐτὴν πᾶσαν τὴν περίχωρον ἐκείνην, καὶ πληγαῖς ἀφορήτοις μαστίζεσθαι. Ἴστε δὲ πάντως, ἀγαπητοὶ, ὅσην τὸ πρᾶγμα φέρει ταῖς παρθένοις αἰσχύνην καὶ αἰδὼ, καὶ μάλιστα ταῖς κατὰ τὴν ὁσίαν ταύτην κόρην, ἧς οὐδὲ ἥλιος εἰς κόρον, ὡς εἰπεῖν,  ἀπολαῦσαι  δεδύνηται  πρότερον.  Καὶ οὐ μόνον μίαν  ἀγορὰν  καὶ  πλατεῖαν,  ἢ δευτέραν  περιάγειν  ἠνάγκαζεν,  ἀλλὰ  καὶ χωρία, καὶ ἄστεα, καὶ δήμους  ἀμείβουσαν. Πᾶσαν γὰρ,  φησὶν,  τὴν  περίχωρον  ἐκείνην. Ὄντως  πάσης  καύσεως  καὶ  μαστίγων ὀδύνης, οὗτος ὁ πειρασμὸς ταῖς αἰσχυντηλαῖς  καὶ σεμναῖς κόραις, χαλεπώτερός  τε καὶ ἐπαχθέστερος.  Ἀλλ' ὅμως καὶ  ταύτην  τὴν  αἰσχύνην  ὑπέμεινεν  διὰ τὸ πρὸς Χριστὸν φίλτρον  καὶ ἔρωτα, ὃς δι' ἡμᾶς σταυρὸν ὑπέμεινεν,  αἰσχύνης καταφρονήσας. Τὸν γὰρ παλαιὸν  ἄνθρωπον  σὺν τοῖς  παθήμασιν,  ὧν  καὶ  ἡ  τοιαύτη  αἰσχύνη  ἐνυπάρχει  τῆς ἐσθῆτος, ἡ παρθένος προεκδύσασα, διὰ τοῦτο οὐδὲ ἀσχημονεῖν ἐλογίζετο· ἀλλ' ὥσπερ οἱ πρωτόπλαστοι  ἐν τῷ παραδείσῳ πρὸ τῶν  παθῶν  τῆς ἁμαρτίας γυμνοὶ  ἦσαν, καὶ οὐκ
 ᾐσχύνοντο,  ἡνίκα  δὲ διὰ  τῆς  παρακοῆς  τὰ πάθη  ἐν  αὐτοῖς  ἐκινήθησαν, ἀσχημονεῖν
96.804 ὑπελάμβανον, εἰ μὴ φύλλα συκῆς ἑαυτὴν τὴν γύμνωσιν περιέστειλαν· οὕτως καὶ ἡ  παρθένος  αὕτη,  εἰς  ἐκείνην   ἐπανελθοῦσα   τὴν  πρὸ  τῆς  παραβάσεως, ἁμαρτίας κατάστασιν, τὴν αἰσχύνην τοῖς λοιποῖς συναπημφιάσατο πάθεσιν. Ἀλλ' ὅμως ἵνα μὴ οἱ μιαροὶ τὸ πανίερον αὐτῆς ἀπερικάλυπτον  περιπολεῦον σῶμα θεώμενοι, καταγελᾷν δόξωσιν, ἀτενίσασα εἰς τὸν οὐρανὸν εἶπεν· «Κύριε ὁ Θεὸς, ὁ περιβάλλων τὸν οὐρανὸν ἐν νεφέλαις, σκέπασόν μου τὸ διὰ σὲ γεγυμνωμένον σῶμα, ἵνα μὴ ὁρᾶται ὑπὸ τῶν ἀσεβῶν τούτων. Καὶ ταῦτα εἰπούσης αὐτῆς, ἀποστείλας ὁ Κύριος ἄγγελον,  στολῇ λευκῇ αὐτὴν περιεκάλυψεν·  καὶ περιείη καθάπερ νύμφη κεκοσμημένη καὶ κεκαλλωπισμένη,  ἐκ τοῦ πατρικοῦ δόμου ἐπὶ τὴν εὐτρεπισμένην νυμφικὴν  παστάδα, περιαγομένη τε καὶ δορυφορουμένη  καὶ πομπεύουσα, τῷ μαρτυρικῷ  κατεστεμμένη  τε διαδήματι,  καὶ τοῖς ὑπὲρ Χριστοῦ ἀθλητικοῖς στίγμασι, καὶ τῇ τοῦ αἵματος  πορφυρίδι  σεμνυνομένη,  καὶ διαπρέπουσα  ὑπὲρ πᾶσαν  μαργαριτῶν,  σμαράγδων  τε καὶ  ὑακίνθων,  καὶ  πολυτίμων λίθων,  χρυσῶν τε  ἀποπεπλεγμένων  φανότητα.  Ὢ τοῦ  θαύματος!  οἱ  ἐμπαθεῖς,  καὶ φιλήδονοι, ἀναιδεῖς  τε καὶ λίαν  ἀναίσχυντοι,  ὁλογύμνους  τὰς διὰ Χριστὸν ἀθλούσας περιΐστανον   μάρτυρας,  ἵνα   ταύτας,   ὡς  ᾤοντο,   θριαμβεύσωσιν,   ἅμα  δὲ,  καὶ τὴν ἀκόλαστον  αὐτῶν  ὅρασιν ἐμπαθῶς  ἑστιάσωσιν. Ὁ δὲ Χριστὸς χάριτος περιβολῇ ὅλην περιστείλας τὴν οἰκείαν ἀθλήτριαν, τὴν θέαν τοῖς αἰσχροῖς, καὶ ἀσελγέσι, καὶ μυσαροῖς διετείχισεν,   καὶ   ἄπρακτον   αὐτῶν   τὴν   ἐπίνοιαν   δέδειχεν,   καὶ   τῆς   προσδοκίας παρέσφηλεν.
ιζʹ. Περιαγαγόντες  δὲ αὐτὴν  πᾶσαν  ἐκείνην  τὴν  περίχωρον,  ἤγαγον  ἐπί  τινα κώμην,  ἔνθα  καὶ  τὸν  ἡγεμόνα  κατέλαβον.  Ἀπορήσας  οὖν  ὁ  ἡγεμὼν   τὸ  τί πάλιν ποιήσειεν·  πᾶσα γὰρ αὐτοῦ  ἡ ἐπίνοια  ἀνήνυτος  καὶ ἀνόνητος  ἀπεδείκνυτο, καὶ τῶν ἐλπίδων  ἐξέπιπτεν· ἀπόφασιν  κατὰ τῆς πολυάθλου  μάρτυρος ἐξενήνοχεν, κεφαλικῆς τιμωρίας ὑπομεῖναι περαίωσιν. Τότε ὁ ταύτης πατὴρ θυμοῦ πολλοῦ πλησθεὶς, καὶ ζήλου σατανικοῦ,  καὶ  αὐτὸν  ἐγκυμονήσας  τὸν  ἀπ'  ἀρχῆς ἀνθρωποκτόνον  διάβολον,  ἵνα τελείαν δόξῃ λατρείαν προσενέγκαι τοῖς ὑπ' αὐτοῦ θεραπευομένοις εἰδώλοις καὶ βδελύγμασιν,  μᾶλλον  δὲ  τοῖς  δι' ἐκείνων  ἐνεργοῦσι τῆς  πονηρίας  πνεύμασί  τε  καὶ δαίμοσι, ξίφος σπασάμενος, ἀνέλαβεν  αὐτὴν ἐπὶ τὸ ὄρος, αὐτόχειρ καὶ αὐτουργὸς τῆς μιαιφονίας   γενέσθαι   ἐπιθυμῶν   καὶ  ἐφιέμενος.  Περιχαρῶς  δὲ  ἡ  καλὴ  καὶ  τελεία περιστερὰ τὴν  ὑπὲρ Χριστοῦ δεχομένη  σφαγὴν, εἰς προσευχὴν  καὶ ἱκεσίαν  ἐτρέπετο. Ἔσπευδεν γὰρ ἐπὶ τὸ βραβεῖον τῆς ἄνω κλήσεως, καὶ πρὸς τὴν εἰς οὐρανὸν ἠπείγετο μεταρσίαν ἀνάβασιν. Οὐδὲν δὲ κωλύει αὐτῶν  τῆς εὐχῆς τῶν  ῥημάτων  ἐπακοῦσαι τῆς μάρτυρος,  ἵνα  δι' αὐτῶν  τὴν  ἀκοὴν ἁγιάσωμεν.  «Ἄναρχε,  ἀχειροποίητε  μαρτύρων στέφανε, Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ, ὁ τὸν οὐρανὸν ἐκτείνας, καὶ τὴν γῆν θεμελιώσας· ὁ τὰς ἀβύσσους  συγκλείσας,  καὶ  τὴν θάλασσαν  τειχίσας·  ὁ  προστάξας  τὰς  ὀμβροτόκους νεφέλας βρέχειν ἐπὶ πονηροὺς καὶ ἀγαθούς· ὁ 96.805 ἐπὶ θαλάσσης περιπατήσας ὡς ἐπ' ἐδάφους, καὶ τοὺς πόδας μὴ βρέξας· ὁ ἐπιτιμήσας  τῷ ἀνέμῳ  καὶ τῇ θαλάσσῃ, καὶ εἰς γαλήνην μεταβαλών· πάντα γὰρ ὑπακούει, Κύριέ μου Ἰησοῦ Χριστὲ, τῷ σῷ προστάγματι, ὅτι ποιήματά σού ἐστιν· Παράσχου μοι, Κύριε, τὴν αἴτησιν ταύτην, καὶ δὸς τῇ δούλῃ σου χάριν, ἵνα ὅστις μνημονεύῃ μου ἐν τῷ ὀνόματί σου τῷ ἁγίῳ, καὶ ποιῇ τὴν μνήμην τῶν ἡμερῶν τῆς μαρτυρίας μου, Κύριε, μὴ μνησθῇς τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως, ἀλλ' ἵλεως  γενοῦ αὐτοῖς. Γινώσκεις γὰρ, Κύριε, ὅτι σὰρξ καὶ αἷμά ἐσμεν, ποίημα τῶν ἀχράντων χειρῶν σου.» Καὶ ἀναπεμψάσης αὐτῆς τὸ, Ἀμὴν, πάλιν προσηύξατο, λέγουσα·
«Κύριε ὁ Θεὸς δυνάμεων,  ὁ πάσης πνοῆς  καὶ σαρκὸς δημιουργὸς, ὁ ἰασάμενος πᾶσαν
 νόσον, καὶ πᾶσαν μαλακίαν, παράσχου τῇ δούλῃ σου χάριν, ἵνα ὅσοι ἂν προσέλθωσιν τῷ τόπῳ ἔνθα τὸ λείψανόν  μου ἀπόκειται, καὶ εἰσὶ τὰ ἡγιασμένα ὕδατα, δώρησαι αὐτοῖς ἴασιν ψυχῆς καὶ σώματος, ἵνα καὶ ἐν τούτοις δοξάζηται τὸ πανάγιον ὄνομά σου, ἅμα τῷ Πατρὶ καὶ τῷ ἁγίῳ Πνεύματι.» Καὶ ἀναπεμψάσης αὐτῆς τὸ, Ἀμὴν, ἐγένετο φωνὴ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ,  λέγουσα· «∆εῦρο, ἡγιασμένη  μου ἀθληφόρος,  ἀναπαύου  εἰς τὰ ταμιεῖα  τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς. Πάντα δὲ ὅσα ἂν ᾐτήσω, δεδώρηταί σοι παρ' ἐμοῦ.» Καὶ ταῦτα ἀκούσασα ἡ μακαρία μάρτυς τοῦ Χριστοῦ, ἦλθεν ἐπὶ τὸν τόπον, καὶ ἀπετμήθη τὴν κεφαλὴν  ὑπὸ τοῦ ξίφους τοῦ πατρὸς αὐτῆς, σὺν τῇ ἁγίᾳ Ἰουλιανῇ  ἐν τῷ αὐτῷ τόπῳ. Κατερχομένου  δὲ  ∆ιοσκόρου τοῦ  πατρὸς  αὐτῆς  ἀπὸ  τοῦ  ὅρους, πῦρ  ἔπεσεν  ἐκ  τοῦ οὐρανοῦ, καὶ κατέφαγεν αὐτὸν, ὥστε μήτε τὸν χοῦν φαίνεσθαι, ἢ εὑρεθῆναι. ιηʹ. Καλὸν ὡς ἀληθῶς τῇ ἀθλήσει τὸ τέλος ἡ μάρτυς ἐπέθεικεν. Εὐχὴν γὰρ τῶν ἄθλων ἐν τῷ πύργῳ προσάξασα, εὐχὴν τούτοις καὶ τὴν κορωνίδα ἐνέστησεν. Τίς δὲ τῆς προσευχῆς ἡ δύναμις; ᾐτήσατο  τὸν ἴδιον  νυμφίον   Χριστὸν,  ἵλεων   τοῖς  αὐτῆς  τὴν  μνήμην   ἐπιτελοῦσιν γενέσθαι, τῶν μὲν πλημμελημάτων τὴν ἄφεσιν, τῶν δὲ νοσημάτων τὴν ἴασιν. Ὁ δὲ τὴν ἱκεσίαν δεξάμενος,  εἰς  πέρας  ἄγειν  ὑπισχνεῖται  τὴν  ἔφεσιν,  καὶ  δι' οἰκείας  φωνῆς ταύτην   πληροφορεῖ,  καὶ  παρέχει  τὴν  πίστωσιν.  Καὶ ἡ  μὲν  τὸν  αὐχένα  τῷ  ξίφει ὁλοψύχως προέτεινεν· ὁ δὲ τεκνοκτόνος πατὴρ, τὴν πληγὴν ἀσπλάγχνως ἐπήγαγεν. Καὶ ἡ μὲν πρὸς οὐρανίους  δόμους, καὶ ηὐτρεπισμένην  ἐδορυφορεῖτο  ἀνάπαυσιν,  ὁ δὲ, εἰς ᾅδου ταρτάρους μυχοὺς, καὶ ζοφερὰ ταμιεῖα, καὶ εἰς ἡτοιμασμένην  κατήγετο κόλασιν. Καὶ ἡ μὲν ἀγγέλους  εἶχεν  φαιδροὺς  ποδηγοῦντας  πρὸς τὴν ἀνάβασιν, ὁ δὲ, δαίμονας ἀμειδεῖς τε καὶ φοβεροὺς, ἕλκοντας ἀκουσίως πρὸς τὴν κατάβασιν. Ὢ πῶς ἄν τις ἀξίως θρηνήσειεν,  πανάθλιε   καὶ  ταλαίπωρε!  πῶς  οὐκ  ἔφριξας  τὴν ἁγίαν  ἀποτεμεῖν  τῆς μάρτυρος  κεφαλήν!  πῶς  σου  ἡ  χεὶρ  οὐκ  ἐνάρκησεν,  τῇ ἰδίᾳ  θυγατρὶ  ἀναιρετικὴν ἀπενέγκαι τομήν; Ἀλλ' ὄντως ταχυτάτην  ἀνηλεοῦς ἀπανθρωπίας  ἐκομίσω τὰ ἐπίχειρα, καὶ τῶν πονηρῶν σπερμάτων πονηρότερα ἐδρέψω τὰ δράγματα, καὶ ἡ τοῦ προδότου σε Ἰούδα ἀξία μετῆλθεν  ἐκδίκησις. Σκηπτὸς γὰρ οὐρανόθεν ἐνεχθεὶς  κεραυνὸς, σῶμά σου τὸ μικρὸν ἐξετέφρωσεν καὶ τὸ 96.808 μὲν Σοδομιτικὸν ἐνταῦθά σε πῦρ ἐκεραύνωσεν, ἡ δὲ τῆς γεέννης σε φλὸξ ἄσβεστος ἐκεῖ ὑποδέξεται. Οὐ γὰρ ἔτι ἐπιβιῶναι ἐτύγχανες ἄξιος, ἵνα  μὴ δακτυλοδεικτούμενος  πατὴρ  κληθῆναι  τῆς  μάρτυρος. Οὐκέτι σε ὁ σὸς οἶκος ἀνέχεται δέξασθαι, ἀφ' οὗ τινος τὴν παρθένον, καὶ πανεύφημον  ἐξῴκισας. ιθʹ. Σὺ δέ μοι ἡ Χριστοῦ ἀμνὰς, καὶ περιστερὰ, καὶ νύμφη, καὶ πᾶν εἴτι οὖν ὄνομα καλὸν, καὶ χαρίεν, καὶ τίμιον, χαῖρε, γεννικῶς  τῶν ἀγώνων  διαδραμοῦσα τὸν δίαυλον. Χαῖρε, τῶν ἄθλων ἐπάξια  κομισαμένη  τὰ  ἔπαθλα.  Χαῖρε, ᾗπερ  πολλὰ  τὰ  βραβεῖα  ὑπὲρ πολλῶν   τῶν ἀγωνισμάτων   ὀφείλεται.  Χαῖρε, ἡ  τῶν  ἐμπαθῶν  τῆς  σαρκὸς σκιρτημάτων  λογισμῷ ἐπικρατήσασα σώφρονι. Χαῖρε, ἡ τὰς τοῦ σώματος αἰσθήσεις ἐν ἡλικίας νεότητι πρεσβυτικῶς  καὶ  ἐμφρόνως  παιδαγωγήσασα.  Χαῖρε, ἡ  τὴν παρθενίαν,  καὶ  πρὸ  τοῦ μαρτυρίου, φυλάξαι  τῷ Χριστῷ καθυποσχομένη  ἄχραντον καὶ ἀμίαντον.  Χαῖρε, ἡ τὸ σωματικὸν κάλλος τοῖς πάθεσι μὴ ῥυπώσασα, ἀλλ' ἀνέπαφον  τῷ ποιητῇ ἀναθεῖσα καὶ παραθεῖσα. Χαῖρε, ἡ ἐν τῷ πύργῳ  ὡς ἐν ἀσφαλεῖ φρουρίῳ,  καὶ παρθένων  εὐκτηρίῳ, πυκνὰς, καὶ ἀκραιφνεῖς  τῷ Θεῷ προσευχὰς ἀναπέμπουσα, καὶ τῇ ἀπλανεῖ  τῶν  ὄντων θεωρίᾳ  πρὸς  τὸν  ποιητὴν  ἀναχθεῖσα, καὶ  τοῦ  μόνου  ὄντως  καλοῦ  τε  καὶ  ἐραστοῦ ἀπλήστως κατατρυφήσασα. Χαῖρε, ἡ ἐν τῷ τοῦ σωματικοῦ ῥύπου καθαρτηρίῳ  λουτρῷ συμβολικῶς τὴν Τριάδα διὰ τῆς τῶν θυρίδων τριπλῆς φωταγωγίας ἐξεικονίσασα, καὶ τὸ τῇ τριττῇ  φωτοδοσίᾳ  ψυχῶν μυστικὸν  καὶ σωτήριον  τυπικῶς  διαγράψασα βάπτισμα. Χαῖρε, ἡ εὐθὺς τρανότατα τὴν τῆς ὁμοουσίου Τριάδος πίστιν θεολογικῷ διομολογήσασα
 στόματι.  Χαῖρε, ἡ  τὸν  ἕνα  τῆς  ἁγίας  Τριάδος  διὰ  τὴν  ἡμετέραν ἐνανθρωπήσαντα σωτηρίαν, ἐν παῤῥησίᾳ κηρύξασα. Χαῖρε, ἡ πλοῦτον  καὶ τρυφὴν, καὶ σηρῶν νημάτων ὑφάσματα,  καὶ  λίθων   πολυτιμήτων,   καὶ  μαργαρίτων  χρυσοκολλήτων,   καὶ  πᾶσαν σωματικὴν εὐκοσμίαν καὶ ὡραιότητα, καὶ τῶν ἐπιγείων τερπνοτήτων  ἀπόλαυσιν διαπτύσασα,  καὶ  τούτων   ἀνταλλαξαμένη  αἰώνια  ἀγαθὰ καὶ  ἀκήρατα,  τὰ  ὀμμάτων ὅρασιν, καὶ ὤτων ἀκοὴν, καὶ πᾶσαν αἴσθησίν τε καὶ νόησιν ὑπεραίροντα. Χαῖρε, ἡ τὸ τῆς ἡλικίας  τρυφερὸν,  καὶ  τὸ  τοῦ  θήλεως ἀσθενὲς  γεννικῶς  καὶ  ἀνδρικῶς  στερεώσασα συντόνῳ  φρονήματι.  Χαῖρε, ἡ πρὸς τοὺς τῶν κολάσεων αἰκισμοὺς μὴ δειλανδρήσασα, θαρσαλέως δὲ μᾶλλον  ἑαυτὴν ἐπιδοῦσα παντοίοις  βασανιστηρίων  εἴδεσι καὶ στρεβλώσεσι. Χαῖρε, ἡ ἐν σαρκὶ διατρίβουσα, Χριστοῦ τὴν δόξαν ἰδεῖν ἠξιωμένη, ὡς ἐν τῷ  ὄρει τῶν  μαθητῶν  οἱ πρόκριτοι,  σὺν Ἠλίᾳ  καὶ  Μωσῇ τεθεαμένοι,  προσηκόντως ἐμακαρίσθησαν. Χαῖρε, ἡ τῶν  μαστίγων  τὰς ἀλγηδόνας,  καὶ σιδήρων καταξέσεις, καὶ τραχυτάτων  τριχίνων ὑφασμάτων ἐκτρίψεις, καὶ αἱμάτων ῥοὰς, καὶ πυρὸς φλογισμοὺς, καὶ μελῶν ἐκτομὰς,  καὶ γυμνὴν  ἐκπόμπευσιν,  καὶ κεφαλῆς  καὶ ζωῆς  ὑφαίρεσιν  διὰ Χριστὸν ὑπομείνασα,  ἵνα  τὸ  σῶμα λοιπὸν  λάβῃς  ἀθάνατον,  ἀφθαρσίας  μαρμαρυγὰς ἀπαστράπτον, καὶ δόξης ἠμφιεσμένον στολὴν ἄφραστον καὶ ἀνεκλάλητον.
κʹ. Σὲ δικαίως  τῆς  καρτερίας  ἐθαύμασαν  ἄνθρωποι,  ἄγγελοι  δὲ  εἰκότως  τὴν ἄθλησιν  ἐκρότησάν τε 96.809 καὶ ὕμνησαν, οἱ δὲ δαίμονες, τὴν σὴν ὑμνῳδίαν  τε καὶ ἔνστασιν ἔφριξαν, καὶ αἰσχύνην, καὶ ὄνειδος αἰώνιον  ἠμφιάσαντο. Ὡς τὸ θηλυκὸν καὶ γυναικεῖον φύλον ἐγκαλλωπίζεται,  καὶ σεμνύνεται, καὶ πρὸς εὐανδρίαν τοῖς σοῖς ἄθλοις θαρσοποιεῖται,  καὶ  ἐπαλείφεται!  Ἐν  σοὶ  προσφόρως  ἡ  προμήτωρ ἐγκαυχᾶται,   καὶ γέγηθεν, ὡς θυγάτριον  κτησαμένη, τὸν ἐκείνην  καταπαλαίσαντα ἀντίπαλον  δράκοντα αὖθις ἀναπαλαῖσαν,  καὶ ἀνατρέψαν,  καὶ τὴν νίκην ἀνακαλεσάμενον,  καὶ λαμπρὰ κατ' αὐτοῦ ἀράμενον τρόπαια. Σὲ ἡ τῶν ἁγίων  ἁγία Θεοτόκος καὶ προμήτωρ, παρθένος καὶ Θεομήτωρ, ἡ τὸ θῆλυ μὲν γένος  πρώτη καὶ μόνη δοξάσασα, πάντων  δὲ ἀῤῥένων  καὶ θηλύων,  οὐρανίων  τε καὶ  ἐπιγείων ἀνάσσουσα, ὡς  τοῦ  πάντων  δεσπόζοντος  μήτηρ χρηματίσασα, ἐν γυναικείῳ  καὶ μειρακίῳ σαρκίῳ, τὸν εἰς τὰ ἄμετρα καυχώμενον,  καὶ τὴν  θάλασσαν ἐξαλείφειν,  καὶ τὴν  οἰκουμένην  ὡς  νοσσιὰν περιδράττεσθαι φρυαττόμενον,   καταβαλοῦσαν  ἰδοῦσα,  καὶ  κατακράτος   καταπατήσασαν.   Καὶ  ταῖς ἀρεταῖς  τερφθεῖσα,  ὠλέναις προλαβοῦσα, πλησίον  ἐκάθισε  καὶ  καθίδρυσεν,  καὶ  τῆς ἀνωτάτω  τιμῆς  καὶ παῤῥησίας μετέδωκεν,  καὶ  τῷ  βασιλικῷ  θρόνῳ  ἐνεφάνισεν  καὶ παρέστησεν.
καʹ. Ἅπας οὖν ἐπὶ σοὶ λόγος  ἐγκωμιαστικὸς  κατευγλωττισμένος καὶ περιττὸς ἰλιγγιᾷ,   καὶ   δεδοικὼς   προσιέναι,   συστέλλεται.   Ὑμνεῖν   γὰρ   προσφυῶς  ἀδρανὴς, πανύμνητε,   καὶ   ἀξιέπαινε,   ἂν   εἴη   τῶν   ἀξιαγάστων   σου   ἀρετῶν  τὰ   ὑπερφυῆ προτερήματα. Τέχνη μὲν γὰρ ῥητορικῆς εὐγλωττίας,  δι' εὐστρόφου ῥημάτων συνθήκης, καὶ  κεκομψευμένης   καὶ  τροχαλῆς   πειθανότητος   κάλλος  σωματικὸν   ἐπαινεῖν,   καὶ σαρκικὴν ὡραιότητα, ἥτις ἐκ μελῶν συμμετρίας μετ' εὐχροίας συνέστησεν. Πρὸς δὲ καὶ ῥώμην πολλάκις, εὐπάθειάν τε καὶ θνητῆς εὐγενείας σεμνότητα, περιφανές τε, εἰ τύχοι, ἀξίωμα, καὶ τὸ τῆς πατρίδος ἐπίσημον, καὶ πλούτου δαψιλείαν ῥέουσάν τε καὶ ὀλισθαίνουσαν, καὶ εὐχερῶς μεταπίπτουσαν. Ἅπερ ἅμα συνδεδραμηκότα τῷ λόγῳ ὑποκεῖσθαι πρὸς εὐφημίαν,  δυσπόριστόν τε καὶ ἐργωδέστατον· πλὴν  ἅπαντα ὅσα κατ' εἶδος  ὁ  λόγος   διεστείλατο,   καὶ κατέλεξεν,   ὡς  ἄνθος   χόρτου   μαραινόμενον   καὶ φθειρόμενον,  καὶ ὡς χρηστῶν ὀνείρων ἀπατηλὴ καὶ φασματώδης ὄψις, ἅμα φαινομένη καὶ παρατρέχουσα, θᾶττον καὶ ἐν βραχεῖ ἔσθ' ὅτε καὶ τῷ χρόνῳ  καταλυόμενά  τε καὶ
 ἀλλοιούμενα,  συγκαταλύει  καταλλήλως  καὶ  ἀκολούθως  τῶν  ἐγκωμίων  τὴν ἐκπεπονημένην ἁρμονίαν  καὶ σύμπλεξιν.  Σοὶ δὲ, ὦ παρθένε  σεμνὴ καὶ σώφρων,  καὶ μάρτυς τροπαιοφόρε τε καὶ ἀήττητε, εὑρήσει μὲν ὁ λόγος εὐπορώτατα καὶ ἀκμητὶ ἄρδην σεσωρευμένα, καὶ συμπεφορημένα, ἃ νῦν κατωνόμασται, καὶ θαυμάζουσι, καὶ μακαρίζουσιν ἄνθρωποι,  καὶ ἀξιόδηλα τίθενται· οὐ μὴν δὲ ἀπολλύμενα  καὶ λυόμενα, καὶ  τοὺς  ἐπαίνους  εἰκῆ  χωρεῖν  εἰς  ἀέρα παρασκευάζοντα.  Ἡ γὰρ τῆς  σῆς θειώδους ψυχῆς ἀρετὴ, καὶ ἡ πρὸς τὸν Κτίστην οἰκείωσις, συνέσφιγξέ σοι καὶ συνετήρησε, καὶ τὰ προσόντα   καλὰ   καὶ   ἐγκόσμια,  καὶ   τῇ   μνήμῃ   ἀνεπίληστα,  καὶ   τῷ   παντὶ   αἰῶνι συνδολιχεύειν  πεποίηκε·  96.812 μᾶλλον  δὲ καὶ ὑπερεπλασίασε καὶ ὑπερηύξησεν·  Τοῦ γὰρ πιστοῦ, ὅλος ὁ κόσμος τῶν χρημάτων, τοῦ δὲ ἀπίστου, οὐδὲ εἷς ὀβολὸς, τὸ γραφικὸν ἀπεφήνατο  λόγιον. Τὰ ἐνεστῶτα γὰρ, καὶ τὰ μέλλοντα,  καὶ πάντων  ὧν ὁ σὸς δεσπόζει νυμφίος, σοὶ εἰς προῖκα κεχάρισται καὶ δεδώρηται.
κβʹ. Ἐπεὶ δὲ τοίνυν ἀμφοτέρωθεν  κατὰ τῶν ἀνθρωπίνων ἐπαίνων  τὰ νικητήρια κέκτησαι, τῇ τε τοῦ κοσμικοῦ βίου φανότητι,  καὶ τῇ τῶν κατὰ ψυχὴν πλεονεκτημάτων λαμπρότητι,  ἅπερ ἄμφω  τῇ τοῦ μαρτυρίου κατήστραψας καὶ κατηγλάϊσας  στεῤῥότητι, ἄπιθι χαίρουσα πρὸς οὐρανίους ὑμνοπόλους σκηνὰς, καταλείψασα ἐκ σαρκίνης προφερομένους  γλώττης  ἐκτετορνευμένους  λόγους,  καὶ τὴν  ἧτταν  φωνῇ καθομολογοῦντας.  Εἰ γὰρ ὑπὲρ ἄνθρωπον  τῶν ἀριστευμάτων  ἡ εὐδοκίμησις, πῶς οὐχ ὑπὲρ ἔννοιαν  ἀνθρωπίνην ὁ πρόσφορος ἔπαινος; Ἄπιθι τοίνυν,  σεμνὴ καλλιπαρθένε, τῶν  ὑπερκοσμίων  γερῶν  ἀπολαύουσα. Ἄπιθι,  ἔνθα λόγος  σιγᾷ, τῶν  ὑπὲρ λόγον  τὴν δόξαν διεξοδικῶς εἰπεῖν οὐ δυνάμενος. Ἄπιθι τῶν ὑπὲρ ἐνθύμησιν ἀγαθῶν ἡδονῆς τῆς ἀκράτου  μεθέξουσα, ἔνθα  νόησις  ἅπασα ἐκ τῶν  μερικῶν  φαντασμάτων  τὴν  γνῶσιν ἀθροίζουσα ἀργεῖ καὶ σχολάζει ἁπλῶς,  τοῦ νοῦ αἰωνίως  τοῖς ὑπερφυέσι καὶ νοητοῖς ἐπιβάλλοντος.  Ἄπιθι,  ἔνθα  τῶν  αἰσθητῶν καὶ  αἰσθήσεων  ἡ πολυσχιδὴς  ἀπάτη,  καὶ περιφορὰ   πέπαυταί   τε  καὶ κατήργηται.   Ἀπόλαβέ  σου  τὰ  νικητικὰ   βραβεῖα,  καὶ ὑπέρλαμπρα γέρα καὶ ἔπαθλα. Ἀπόλαβέ σου τῶν ἐν τοῖς σκάμμασιν ἱδρώτων καὶ πόνων τὴν  καθήκουσαν ἀνάπαυλαν  καὶ ἀνάψυξιν.  Ἀπόλαβέ σου τὰ ἐποφειλόμενα  τοῖς  διὰ Χριστὸν ἀθλήσασι  καὶ  ἀθλοῦσιν   νικηφόρα   στέμματα,  καὶ  μαρτυρικὰ   διαδήματα. Ἀπόλαυε τῆς τοῦ Νυμφίου ἀνεκφράστου καὶ ἀνεννοήτου ἀγλαΐας καὶ ὡραιότητος. Ἀπόλαυε  τῆς  ἐν  τῷ  ὑπερουρανίῳ   νυμφῶνι   ἀποῤῥήτου  καὶ  μυστικῆς  ὁμιλίας καὶ συναφείας,  ἧς ὄντως  οὐδὲν  ὀλβιώτερον  καὶ μακαριώτερον  πέφυκεν.  Οὐδέν σοι τῶν ὑπερλίαν  εὐδοκιμηκότων  ἀνδραγαθημάτων, τῶν λαμπαδηφόρων παρθένων, ὦ νύμφη Χριστοῦ, πρὸς εὔκλειαν  ἀπολέλειπται,  ὡς ὑπεράγαν τὸν νυμφίον  Χριστὸν ἀγαπήσασα, καὶ τούτου καταθελχθεῖσα ἔρωτι. ∆ι' οὗ οὐ μόνον ἅπαντα λελόγισαι σκύβαλα, ἀλλὰ καὶ τῆς ἰδίας ζωῆς καὶ ψυχῆς τὸν ποθούμενον  προτετίμηκας. Ὡς λίαν ἐννόμως  τὸν καλὸν ἀγῶνα ἠγώνισαι, καὶ τὴν πίστιν τετήρηκας ἄτρεπτον, ἐν καιροῖς τρεπτοῖς τε καὶ κινδυνώδεσι! Ὡς λίαν ἀπροσκόπτως καὶ ἀνεμποδίστως τὸν δρόμον τῆς εὐσεβείας τετέλεκας! Ὡς λίαν ἀλγεινὰ καὶ ὀδυνηρὰ, καὶ ὑπὲρ δύναμιν βροτείαν ὑπέστης τὰ ἐπενεχθέντα  σοι διὰ τὴν εἰς Χριστὸν ἀγάπην βασανιστήρια ὁλοψύχως καὶ προθυμότατα. Τοιγάρτοι καὶ ὁ τῆς δικαιοσύνης σοι ἀπόκειται στέφανος, ὅνπερ ἀξίως ἀναδησαμένη, ἐν τοῖς ἐπουρανίοις κατέστεψαι. Ἀλλ' οὐδ' ἐνταῦθα, κατέλιπέν σε Χριστὸς ἀγέραστον. Ζῶ γὰρ ἐγὼ, φησὶν, ἀλλὰ τοὺς δοξάζοντάς με δοξάσω. ∆ιότι, καθὼς ἐπήγγελται,  ἐν τῷ σῷ κολύμβῳ,  ἔνθα  καὶ τὰ τίμιά  σου λείψανα  96.813 τοῖς πιστοῖς  προσπελάζουσιν, ὑπὲρ νάματα βρύει τὰ τῶν παντοδαπῶν  ἀῤῥωστημάτων ἰάματα, καὶ τῶν ἕλκεσι λοιμικοῖς, ἢ ἑτέρᾳ  νόσῳ  καμνόντων,   καὶ  ἑτέροις  μώλωψι  κατατρυχομένων  τὰ  σώματα,  τῶν
 σωτηρίων  ὑδάτων  ἁψάμενα,  θᾶττον  θανασίμῳ  ἀπονίπτεται  νοσήματι. Καὶ ἔστιν τοῖς περιοίκοις, καὶ τοῖς μακράν που ἀπῳκισμένοις  ὁ τόπος ἐπίσημός τε καὶ διαβόητος, καὶ πρὸς θεραπείαν τοῖς χρῄζουσι περισπούδαστος. Καὶ οὐκ ἐν ἐκείνῳ μόνον τῷ χώρῳ ἥ σοι δεδωρημένη  καλλονὴ,  καὶ χάρις ἰαματικὴ  περιγέγραπται, ἀλλὰ  καὶ τοῖς πανταχῆ  τῆς οἰκουμένης  μετὰ  θερμῆς  σοι προσιοῦσι τῆς  πίστεως, καὶ  τὸ  σὸν ἐτήσιον  ἐκτελοῦσι μνημόσυνον,   τὰ   λοιμώδη   θεραπεύεται  τραύματα,   καὶ   πάσης   ἡλικίας   ἡ   ἀηδὴς φυγαδεύεται  σκῆψις  καὶ  ὄχλησις, ἐνέργειαί  τε δαιμονιώδεις  τοῖς  σοῖς ἐμβριμήμασιν ἀπελαύνονται· οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ πάντων ἐκλυτροῦνται κινδύνων  καὶ περιστάσεων, οἵ σε πρὸς ἄμυναν ἐπίκουρον προσκαλούμενοι.
κγʹ. Μὴ τοίνυν  λείπῃς, ἁγνὴ ἀειπάρθενε, τοὺς σοὺς ἐποπτεύουσα συμπαθεῖ τῷ βλέμματι  πρόσφυγας, ἀλλὰ καὶ τὸν τουτί σοι προσπεφωνηκότα  εὐτελὲς, καὶ ἐξίτηλον τῆς  εὐφημίας  λογίδριον,  παραπολὺ  μὲν  τῆς  σῆς ὑπερφεροῦς  ἀξίας ἀπολειπόμενον, εὐτελοῦς δὲ προθυμίας οὐκ ἔλαττον αὐτῷ πεφροντισμένον  πρὸς δύναμιν, ἀσμενῶς τῆς προαιρέσεως ἀποδέξω, καὶ συμπαθῶς ἐπικαμπτομένη  καὶ ἐπινεύουσα, τὸ βραχύτατον δῶρον  προσίεσο, ὡς ὁ σὸς νυμφίος  Χριστὸς τὰ δύο λεπτὰ  παρὰ τῆς πενιχρᾶς  χήρας προσήκατο, οὐ τῇ τοῦ διδομένου ποσότητι, τῆς προσφερούσης δὲ γνώμης προσεσχηκὼς τῇ ποιότητι. Εὕροιμι δέ σε καὶ τῶν ἐμῶν ψυχικῶν  καὶ σωματικῶν  μωλώπων  προσηνῆ θεραπεύτριαν, καὶ πάσαις ταῖς περιστατικαῖς θλίψεσι ἑτοιμοτάτην  προστάτιδα· καί μου τῶν παθῶν  στήσοις γαληνῶς  τὰς ὁρμὰς, καὶ σκιρτήματα, ἵνα καὶ τὸν βίον πρὸς ἃ δεῖ ῥυθμίσας, καὶ τὸν κοσμικὸν ἀναχειμάστως  περαιώσας κλύδωνα, πρὸς ζωὴν τὴν ἀγήρω, καὶ λιμένα σωτήριον προσορμίσας, τύχοιμι διὰ σοῦ ἐπὶ τοῖς ἀμέτροις πλημμελήμασι, τοῦ κοινοῦ καὶ εὐσπλάγχνου κριτοῦ, ἀφιέντος μᾶλλον καὶ συγχωροῦντος διὰ τὴν πρεσβείαν καὶ ἔντευξιν,  ἤδη τὴν ἐμὴν ῥᾳθυμίαν  ἐνδίκως  καταψηφισαμένου  καὶ κατακρίνοντος, πᾶσι δὲ τοῖς πίστει σου τὴν προσηγορίαν ἀγαπῶσι, καὶ τιμῶσι, καὶ δι' αἰδοῦς ἄγουσι, καὶ τῇ  ἀντιληπτικῇ  σου  προσφεύγουσι   πρεσβείᾳ,  γένοιο,   ὦ  ἀθλοφόρε  Βαρβάρα,  καὶ καλλίνικε  ἀοίδιμε, καὶ ἀείμνηστε, καὶ πανεύφημε  μάρτυς, καὶ ἐννομοτάτη  ἀθλήτρια, τῆς τῶν  οὐρανῶν  βασιλείας πρόξενος, καὶ ἐν πάσῃ λυπηρᾷ συμβάσει ὑπέρμαχος, καὶ πρέσβυς ἀκαταίσχυντος  πρὸς  τὸν  πανάγαθον  Χριστὸν τὸν  Θεὸν ἡμῶν,  μεθ'  οὗ  τῷ ἀνάρχῳ,  καὶ  ἀγεννήτῳ,   καὶ  προσκυνητῷ  Πατρὶ, ἅμα  τῷ  ὁμοουσίῳ,  καὶ  ζωαρχικῷ Πνεύματι,  δόξα, τιμὴ,  προσκύνησις, νῦν,  καὶ ἀεὶ, καὶ  εἰς  τοὺς  αἰῶνας  τῶν  αἰώνων. Ἀμήν.

ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ

Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2014

Ο άνθρωπος, δεν έχει μοίρα, αλλά έχει την ελευθερία επιλογής,υπενθυμίζει η Εκκλησία

Ο άνθρωπος, δεν έχει μοίρα, αλλά έχει την ελευθερία επιλογής,υπενθυμίζει η Εκκλησία

25 Ιανουαρίου 2012
Στο Πατριαρχείο Μόσχας θεωρούν ότι οι προσπάθειες να καθοριστεί το μέλλον κατά τα άστρα σαφώς δεν έχουν νόημα.

«Είμαι πεπεισμένος ότι πνευματικά επικίνδυνο είναι να προσπαθήσει κανείς, με βάση τα αστέρια, να σχεδιάσει το μέλλον του», - δήλωσε ο επικεφαλής του Συνοδικού Τμήματος για τις σχέσεις Εκκλησίας και Κοινωνίας, πρωθιερέας Βσέβολοντ Τσάπλιν, στη συνάντηση με την ορθόδοξη κοινότητα της Μόσχας.

Σύμφωνα με τον ίδιο, «το πρόβλημα των αστρολόγων» υπάρχει στο γεγονός ότι «προσπαθούν να επιβάλουν ένα πρόγραμμα συμπεριφοράς, να σας εξηγήσουν ότι σήμερα, ή αυτή την εβδομάδα ή το μήνα ή το χρόνο πρέπει να κάνετε κάποια έργα και σε άλλο καιρό - μερικά άλλα. Δηλαδή, όλη την ώρα προσπαθούν να γυρίσουν την χριστιανική ή μετα-χριστιανική συνείδησή μας στην αρχαία ειδωλολατρική ιδέα για την ύπαρξη της μοίρας».

« Η μοίρα δεν είναι χριστιανικός όρος. Δεν υπάρχει μοίρα, υπάρχει ελευθερία. Ο άνθρωπος ο ίδιος δημιουργεί τη ζωή του, ο ίδιος αποφασίζει, και είναι καλά, εάν αυτές οι αποφάσεις είναι σύμφωνες με το θέλημα του Θεού. Ο άνθρωπος δεν είναι προγραμματισμένος, δεν δεσμεύεται ούτε από αστέρια, ούτε από τις συνέπειες οι οποίες μπορούν να προκύψουν από έναν συνδυασμό των άστρων και τη θέση τους στον ουρανό »- υποστηρίζει ο ιερέας.

«Πρέπει πάντα να είμαστε πρόθυμοι να ζούμε σύμφωνα με τις εντολές του Θεού, να κάνουμε το θέλημα του Θεού και καλές πράξεις. Πρέπει να είμαστε πάντα έτοιμοι για συνάντηση με τον Κύριο μετά το θάνατό μας ή μετά το τέλος αυτού του κόσμου. Δεν πρέπει να αναβάλλουμε έως αύριο τίποτα απ’αυτό που μπορούμε και πρέπει να κάνουμε σήμερα, αν μιλάμε για ένα καλό έργο»- είπε ο εκπρόσωπος της Εκκλησίας.

Δευτέρα 23 Δεκεμβρίου 2013

ΠΕΣ ΜΟΥ, ΓΙΑ ΠΟΙΟ ΛΟΓΟ ΚΛΑΙΣ ΜΕ ΤΟΣΟ ΠΟΝΟ ΑΥΤΟΝ ΠΟΥ ΠΕΘΑΝΕ;

    
15Πες μου, για ποιό λόγο κλαις με τόσο πόνο αυτόν που πέθανε; Γιατί ήταν κακός; Ε, λοιπόν, όχι μόνο δεν πρέπει να κλαις, αλλά και να ευχαριστείς το Θεό, που σταμάτησε πια η κακία του.

Μήπως, απεναντίας, ήταν καλός; Και στην περίπτωση αυτή πρέπει να χαίρεσαι, γιατί πέθανε «πριν η κακία αλλάξει τη σύνεσή του ή η δολιότητα της αμαρτίας εξαπατήσει την ψυχή του».

Ήταν μήπως νέος; Και γι' αυτό ακόμα ευχαρίστησε το Θεό και δόξασέ Τον, γιατί τον πήρε κοντά Του. Όπως εκείνους που πηγαίνουν για ν' αναλάβουν κάποιο αξίωμα, τους κατευοδώνουμε με χαρά και ικανοποίηση, έτσι πρέπει ν' αποχαιρετάμε κι αυτούς που φεύγουν από τούτη τη ζωή, γιατί πηγαίνουν κοντά στο Θεό, όπου θ' απολαμβάνουν μεγάλη τιμή και ευτυχία.

Δεν λέω, βέβαια, ότι δεν πρέπει να λυπόμαστε για το χωρισμό από τ' αγαπημένα μας πρόσωπα, που πεθαίνουν, αλλά να μη λυπόμαστε περισσότερο απ' όσο πρέπει. Γιατί θα παρηγορηθούμε αρκετά, αν σκεφτούμε ότι ο άνθρωπος, που χάσαμε, ήταν θνητός, όπως όλοι μας.

Με το ν' αγανακτούμε, δεν δείχνουμε τίποτ' άλλο, παρά πως ζητάμε πράγματα ασυμβίβαστα με την ανθρώπινη φύση. Γεννήθηκες άνθρωπος, επομένως θνητός. Γιατί, λοιπόν, υποφέρεις με κάτι τόσο φυσικό, όπως ο θάνατος; Μήπως λυπάσαι, επειδή, για να ζήσεις, πρέπει να τρως; Μήπως επιδιώκεις να ζήσεις χωρίς τροφή; Τότε γιατί επιδιώκεις να μην πεθάνεις;

Όσο φυσικό είναι το να τρως, άλλο τόσο και το να πεθάνεις. Αφού είσαι θνητός, μη ζητάς να γίνεις αθάνατος" γιατί αυτό το πράγμα καθορίστηκε και νομοθετήθηκε μια μόνο φορά και για πάντα. Ας μη μοιάζουμε στους ληστές, που θέλουν να κάνουν δικά τους όσα ανήκουν σε άλλους.

Έτσι, όταν ο Θεός παίρνει από μας χρήματα ή τιμή ή δόξα, ακόμα και το σώμα ή και την ψυχή, παίρνει αυτά που Του ανήκουν. Και το παιδί σου ακόμη αν πάρει, δεν παίρνει ουσιαστικά το παιδί σου, αλλά το δικό Του πλάσμα.

Αφού, λοιπόν, εμείς δεν ανήκουμε στον εαυτό μας, πώς θα ανήκουν σ' εμάς όσα ανήκουν σ' Εκείνον; Αν η ψυχή σου δεν είναι δική σου, πώς είναι δικά σου τα χρήματά σου; Και αν δεν είναι δικά σου, πώς ξοδεύεις άσκοπα ή άπρεπα αυτά που ανήκουν σε άλλον;

Μη λες, "Τα δικά μου ξοδεύω, από τα δικά μου διασκεδάζω"" γιατί ξοδεύεις και διασκεδάζεις με τα ξένα. Και τα αποκαλώ ξένα, γιατί ο Θεός θεωρεί δικά σου όσα σου έδωσε, για να τα μοιράσεις στους φτωχούς. Τότε μόνο τα ξένα γίνονται δικά σου. Αν τα ξοδέψεις για τον εαυτό σου, τότε τα δικά σου γίνονται ξένα.