Παρασκευή 13 Ιανουαρίου 2017

Λόγος 13, περὶ Ἀκηδίας Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης, τῆς Κλίμακος




ΠΟΛΛΕΣ ΦΟΡΕΣ ἕνας ἀπὸ τοὺς κλάδους τῆς πολυλογίας, ὅπως τὸ εἴπαμε καὶ προηγουμένως, εἶναι καὶ ὁ παρών, ὁ ὁποῖος μάλιστα ἀποτελεῖ καὶ τὸ πρῶτο τέκνο της. Ἐννοῶ τὴν ἀκηδία. Γι᾿ αὐτὸ καὶ τῆς ἐδώσαμε τὴν θέσι ποὺ τῆς ἁρμόζει μέσα στὴν ἀθλία ἁλυσίδα τῶν παθῶν.

Ἀκηδία σημαίνει παράλυσις τῆς ψυχῆς καὶ ἔκλυσις τοῦ νοῦ, ὀκνηρία καὶ ἀδιαφορία πρὸς τὴν ἄσκησι, μίσος πρὸς τὶς μοναστικὲς ὑποσχέσεις. (Ἡ ἀκηδία εἶναι ἀκόμη) αὐτὴ ποὺ μακαρίζει τοὺς κοσμικούς, ποὺ κατηγορεῖ τὸν Θεὸν ὅτι δὲν εἶναι εὐσπλαγχνικὸς καὶ φιλάνθρωπος, ποὺ φέρνει ἀτονία τὴν ὥρα τῆς ψαλμῳδίας καὶ ἀδυναμία τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς. Αὐτὴ ποὺ μᾶς κάνει σιδερένιους στὰ διακονήματα, ἀόκνους στὸ ἐργόχειρο, σπουδαίους στὴν πρακτικὴ ζωὴ τῆς ὑπακοῆς (ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν θεωρητικὴ ζωὴ τῆς ἡσυχίας).

2. Ἄνδρας ποὺ ἀσκεῖ τὴν ζωὴ τῆς ὑπακοῆς δὲν γνωρίζει τί σημαίνει ἀκηδία, διότι φθάνει στὰ πνευματικὰ μέσῳ τῶν αἰσθητῶν, (τὰ ὁποῖα αἰσθητὰ δὲν φέρνουν ἀκηδία).

3. Τὸ κοινόβιο εἶναι ἐχθρός της ἀκηδίας, ἐνῷ σ᾿ ἕναν ἡσυχαστὴ ἡ ἀκηδία γίνεται σύζυγος αἰώνιος· δὲν θὰ τὸν ἀποχωρισθῆ πρὶν ἀπὸ τὸν θάνατό του, καὶ πρὶν ἔλθη τὸ τέλος του θὰ τὸν πολεμᾶ καθημερινά. Μόλις ἀντίκρυσε τὸ κελλὶ τοῦ ἡσυχαστοῦ ἐμειδίασε καὶ ἀφοῦ τὸν ἐπλησίασε ἔστησε κοντὰ τὴν σκηνή της.

4. Ὁ ἰατρὸς ἐπισκέπτεται τοὺς ἀσθενεῖς τὸ πρωί, ἐνῷ ἡ ἀκηδία τοὺς ἀσκητὰς τὸ μεσημέρι. Ἡ ἀκηδία προτρέπει τὸ ἔργο τοῦ ξενοδόχου καὶ παρακαλεῖ νὰ γίνωνται ἐργόχειρα γιὰ νὰ προσφέρωνται ἐλεημοσύνες. Παρακινεῖ νὰ γίνωνται μὲ προθυμία ἐπισκέψεις στοὺς ἀσθενεῖς, ὑπενθυμίζουσα τὸν λόγο τοῦ Κυρίου: «Ἠσθένησα καὶ ἤλθετε πρός με» (Ματθ. κε´ 36). Μᾶς παρακαλεῖ νὰ πηγαίνωμε στοὺς λυπημένους καὶ στοὺς ὀλιγοψύχους. «Παραμυθεῖσθε τοὺς ὀλιγοψύχους» (Α´ Θέσ. ε´ 14) μᾶς λέγει αὐτὴ ἡ ὀλιγόψυχη. Ἐνῷ ἱστάμεθα στὴν προσευχή, μᾶς ὑπενθυμίζει διάφορα ἀναγκαῖα πράγματα καὶ χρησιμοποιεῖ κάθε τέχνασμα, ὥστε νὰ μᾶς ἀποτραβήξη ἀπὸ ἐκεῖ, σὰν μὲ ἕνα καπίστρι, μὲ κάποια αἰτία εὔλογη, αὐτὴ ἡ παράλογη.

5. Ὁ δαίμων τῆς ἀκηδίας στὸν μοναχό, τὸν ὁποῖο ἔχει καταλάβει, δημιουργεῖ τὶς τρεῖς πρῶτες ὧρες -πρώτη, τρίτη καὶ ἕκτη- μία κατάστασι φρίκης, πονοκέφαλο καὶ πυρετὸ καὶ ἀνακάτωμα τοῦ στομάχου. Μόλις φθάση ἡ ἐνάτη ὥρα παρατηρεῖται κάποια μικρὴ βελτίωσις. Μόλις στρωθῆ ἡ τράπεζα, ἀναπηδᾶ ὁ μοναχὸς ἀπὸ τὸ στρῶμα του. Μόλις ἔλθη ἡ ἑπομένη ὥρα τῆς προσευχῆς, αἰσθάνεται πάλι βεβαρημένο τὸ σῶμα του. Μόλις σταθῆ νὰ προσευχηθῆ, ἡ ἀκηδία τὸν βυθίζει πάλι στὸν ὕπνο καὶ μὲ ἄκαιρα χασμουρητὰ τοῦ ἁρπάζει ἀπὸ τὸ στόμα τὸν στίχο τῆς προσευχῆς.

6. Ὅλα τὰ ἄλλα πάθη καταπολεμοῦνται μὲ μία ἀντίστοιχη ἀρετὴ τὸ καθένα. Ἡ ἀκηδία ὅμως εἶναι γιὰ τὸν μοναχὸ ἕνας ψυχικὸς θάνατος ποὺ περιέχει ὅλα τὰ κακά.

7. Ἡ ἀνδρεία ψυχὴ κατώρθωσε νὰ ἀναστήση τὸν νοῦ ποὺ ἦταν νεκρός. Ἡ ἀκηδία ὅμως καὶ ἡ ὀκνηρία κατώρθωσαν νὰ σκορπίσουν ὅλον τὸν πλοῦτο τῆς ψυχῆς.

8. Ἐφ᾿ ὅσον καὶ ἡ ἀκηδία εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ ὀκτὼ πρωταρχικὰ πάθη τῆς ψυχῆς, καὶ μάλιστα τὸ βαρύτερο, ἂς τὸ ἀντιμετωπίσωμε καὶ αὐτὸ ἀναλόγως, ὅπως καὶ τὰ ἄλλα. Πλὴν ἂς προσθέσωμε καὶ τοῦτο: Ὅταν δὲν γίνεται ψαλμῳδία καὶ ἀκολουθία, ἡ ἀκηδία δὲν παρουσιάζεται. Καὶ ὅταν τελείωσε ὁ κανὼν τῆς προσευχῆς, τότε ἄνοιξαν οἱ ὀφθαλμοί.

9. Τὸν καιρὸ τῆς ἀκηδίας φαίνονται οἱ βιασταί. Καὶ τίποτε ἄλλο δὲν προξενεῖ στὸν μοναχὸ τόσους στεφάνους ὅσο ἡ ἀκηδία. Πρόσεξε καλὰ καὶ θὰ τὴν ἀντιληφθῆς νὰ μὴν ἀφίνη τὰ πόδια σὲ ὀρθία στάσι, καὶ νὰ μᾶς σπρώχνη, ὅταν καθώμαστε, νὰ γέρνουμε στὸν τοῖχο. Μᾶς προτρέπει ἐπίσης νὰ κοιτάζωμε ἔξω ἀπὸ τὸ παράθυρο, δημιουργώντας φανταστικὰ κτυπήματα καὶ βήματα ποδιῶν. Ἐκεῖνος ποὺ πενθεῖ τὸν ἑαυτό του δὲν γνωρίζει τί θὰ πῆ ἀκηδία.

10. Ἂς δένεται καὶ αὐτὸς ὁ τύραννος μὲ τὴν μνήμη τῶν πταισμάτων, καὶ ἂς δέρνεται μὲ τὸ ἐργόχειρο. Καὶ ἀφοῦ συρθῆ μὲ τὴν σκέψι τῶν μελλόντων ἀγαθῶν καὶ σταθῆ ἐμπρός μας, ἂς ἐρωτᾶται καταλλήλως:

«Λέγε μας λοιπὸν καὶ σύ, παράλυτε καὶ ἔκλυτε, ποιὸς εἶναι ὁ κακὸς γονεύς σου; Ποιὰ εἶναι τὰ τέκνα σου; Ποιοὶ εἶναι αὐτοὶ ποὺ σὲ πολεμοῦν; Καὶ ποιὸς ὁ φονευτής σου»;

Αὐτὸς δὲ ἀναγκαζόμενος θὰ μᾶς ἀποκρινόταν:

«Ἐγὼ σὲ αὐτοὺς ποὺ ἀσκοῦν πραγματικὰ τὴν ζωὴ τῆς ὑπακοῆς, «οὐκ ἔχω ποὺ τὴν κεφαλὴν κλῖναι». Σὲ ὅσους ἔχω τόπο, τοὺς εὑρίσκω στὴν ἡσυχία καὶ συζῶ μαζί τους. Οἱ ἰδικές μου μητέρες εἶναι πολλὲς καὶ διάφορες: Ἄλλοτε ἡ ψυχικὴ ἀναισθησία, ἄλλοτε ἡ λησμοσύνη τῶν ἄνω, καὶ μερικὲς φορὲς ἡ ὑπερβολικὴ κόπωσις (εἴτε ψυχικὴ εἴτε σωματική). Τὰ ἰδικά μου τέκνα εἶναι: Οἱ μετακινήσεις ἀπὸ τὸν ἕνα τόπο στὸν ἄλλο ποὺ γίνονται μαζί μου, ἡ παρακοὴ στὸν πνευματικὸ πατέρα, ἡ λησμοσύνη τῆς Κρίσεως, καὶ μερικὲς φορὲς ἡ ἐγκατάλειψις τῆς μοναχικῆς ζωῆς. Ἰδικοί μου ἀντίπαλοι, ἀπὸ τοὺς ὁποίους τώρα ἔχω δεθῆ, εἶναι ἡ ψαλμῳδία καὶ τὸ ἐργόχειρο. Ἐχθρικὴ σ᾿ ἐμένα εἶναι καὶ ἡ σκέψις τοῦ θανάτου, ἀλλὰ ἐκείνη ποὺ μὲ θανατώνει τελείως εἶναι ἡ προσευχή, ἑνωμένη μὲ τὴν βεβαία ἐλπίδα τῶν μελλόντων ἀγαθῶν. Γιὰ τὸ ποιὸς ὅμως ἐγέννησε τὴν προσευχὴ ἐρωτήσατε τὴν ἴδια».

(Πρόκειται γιὰ) νίκη! Ὅποιος τὴν κατέκτησε, εἶναι δόκιμος γιὰ κάθε καλὸ ἔργο.

Περί ακηδίας



Εικόνα

Σκέφτηκα ν’ αναφερθώ σ’ αυτό το θέμα, προσδιορίζοντάς το ως βαριεστιμάρα, αδιαφορία για οτιδήποτε πνευματικό, δηλαδή προσευχή, μελέτη, εκκλησιασμό. Φαίνεται να μην είναι σοβαρό, αφού δεν υπάρχει αμαρτία συγκεκριμένη που να ταράσσει τη συνείδηση και να μας αναστατώνει ολόκληρους. Μοιάζει σαν το σκουλήκι που τρώει σιγά-σιγά το ξύλο, αφήνοντάς το εξωτερικά ανέπαφο, ώστε να νομίζουμε ότι δεν συμβαίνει τίποτε. Κάποια στιγμή όμως διαπιστώνουμε την εύκολη διάλυσή του.

Ο άνθρωπος δεν είναι αυτός που φαίνεται πάντα. Ο μέσα μας κόσμος μπορεί ν’ αρρωσταίνει και να οδεύει στο θάνατο και η εξωτερική συμπεριφορά, με τις κοινωνικές εκδηλώσεις, να σφύζει από ζωή. Όπως και τ’ αντίθετο.

Γι’ αυτό η ακηδία, ως εσωτερική κατάσταση, δεν κατανοείται πάντα από τους άλλους ανθρώπους. Εδώ βιώνεται πιο εύκολα η μοναξιά. Από τη μια η απουσία της εσωτερικής ζωής- της χαράς, της ειρήνης, της επιθυμίας για επικοινωνία και σχέση, της ανυπόκριτης αγάπης- κι από την άλλη η απουσία της συμπόρευσης. Σιγά-σιγά διευρύνεται το χάσμα με τους συνανθρώπους μας, διακόπτεται η σχέση με το Θεό, αυξάνεται η σύγχυση με τον εαυτό μας.

Είναι μια δύσκολη περίοδος για τον άνθρωπο που έχει γευτεί την εμπειρία της χαράς της Θεανθρώπινης κοινωνίας. Ξέρει τι έχασε…

Νομίζω είναι σημαντικό να καταλάβουμε το λόγο που οδηγηθήκαμε μέχρις εδώ. Οι πατέρες, που μιλούν από πείρα, μας λένε ότι η ακηδία προέρχεται από την κατάκριση, την αργολογία, την εύκολη συγκατάθεση στους ανεξέλεγκτους και ανούσια πράγματα. Γιατί έτσι η καρδιά χάνει την εγρήγορση, διασπάται και χάνεται και δεν συμμαζεύεται.

Τι πρέπει να γίνει, αφού εσωτερικά δεν υπάρχουν δυνάμεις για να ενεργοποιήσουμε τον αδύνατο εαυτό μας; Η εξωτερική βοήθεια είναι αναγκαία. Η συνάντησή μας δηλαδή με αδελφούς και πατέρες πνευματικούς, που δεν βρίσκονται στην ίδια με μας κατάσταση, και η συνομιλία μαζί τους πάνω σε πνευματικά θέματα, θα μεταγγίσουν σε μας κάτι από τη δύναμη της ψυχής τους και θα μας βοηθήσει ΄να πάρουμε μπρος΄. Εφόσον «εν σώμα οι πολλοί εσμεν», είναι φανερό ότι επηρεάζουμε ο ένας τον άλλο. Πραγματοποιείται έτσι η δύναμη της Εκκλησίας- του λαού του Θεού, που, είτε δια του λόγου είτε δια της προσευχής, παίρνουμε την πνευματική δύναμη ν’ αρχίσουμε πάλι την προσπάθεια για την προσευχή, την τήρηση των εντολών του Χριστού, τη συνειδητή μυστηριακή ζωή.

Το πέρασμα από την ακηδία στη ζωντάνια, με τη βοήθεια των πνευματικών αδελφών, μητέρων και πατέρων, είναι ένα εσωτερικό πέρασμα από το θάνατο στη ζωή, δηλαδή μετάνοια. Γι’ αυτό και ακολουθεί η χαρά, η ελευθερία, η ανεκλάλητη αγαλλίαση της ψυχής και του σώματός μας. Δεν είναι ωραία τέτοια εμπειρία, ώστε ν’ αξίζει να παλαίψουμε για να τη ζήσουμε πάλι;

π. Ανδρέας Αγαθοκλέους
Πηγή: agiosgeorgiosmakris.com

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΠΑΤΡΟΤΗΤΑ, ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ, ΙΑΣΗ ΚΑΙ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΥ.



 
Γράφει ο εφημέριος του Ιερού Ναού γενεθλίου Τιμίου Προδρόμου Βόλου,
Ιερομόναχος π. Νικηφόρος Νάσσος.
Picture
ΠΡΟΟΙΜΙΟ.

Στό κείμενο αὐτό, γίνεται λόγος γιά τήν πνευματική πατρότητα, τά χαρίσματα τῶν πνευματικῶν πατέρων καί τήν ἐν Χριστῷ θεραπευτική τοῦ μυστηρίου τῆς μετανοίας - ἐξομολογήσεως μέσα στό πλαίσιο τῆς Ἐκκλησίας. Τά ὅσα ἐδῶ ἀναφέρονται, εἶναι σέ ἁπλή γλώσσα καί κάπως ἐπιγραμματικά, χωρίς μεγάλες καί διεξοδικές ἀναλύσεις καί ἐμβαθύνσεις, βοηθοῦν ὅμως στήν κατανόηση ἀπό ὅλους, τοῦ θειοτάτου καί ἱεροτάτου ἔργου τῆς «ἰατρικῆς ἐν Πνεύματι ἐπιστήμης» ὅπως ἐπί λέξει ἀναφέρεται ἡ ποιμαντική τέχνη μέ ἰατρική ὁρολογία, στούς ἱερούς Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας μας.1 Θά ἀναφερθοῦν καί χωρία Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας καί ἀπόψεις συγχρόνων καθητῶν, γιά νά καταδειχθεῖ το μέγιστο ἔργο τῆς σωτηρίας τῶν ψυχῶν το ὁποῖο ἀρχίζει ὁ Τριαδικός Θεός καί τό συνεχίζουν τα ἐντεταλμένα πρόσωπα, πάντοτε μέσα στό πλαίσιο τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία εἶναι ἡ σωστική κιβωτός, ἡ ταμειοῦχος τῆς Χάριτος, τό «πνευματικόν ἰατρεῖον» κατά τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο, ἡ «κοινωνία θεώσεως» κατά τόν θεοφόρο Γρηγόριο τον Παλαμᾶ.

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΠΑΤΡΟΤΗΤΑ. ΓΝΩΣΗ, ΧΑΡΙΣΜΑ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΟΣΥΝΗ. ΜΕΘΟΔΟΣ ΚΑΙ ΑΣΚΗΣΗ ΤΗΣ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΤΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ. ΠΑΡΕΚΛΙΣΕΙΣ.

Ὅπως μέ τήν κατά σάρκα πατρότητα μεταδίδεται ἡ φυσική ζωή, ἔτσι καί μέ τήν κατά πνεῦμα πατρότητα μεταδίδεται ἡ πνευματική καί κατά Θεόν ζωή. Ὀρθά ἔχει λεχθεῖ ὅτι ἡ πνευματική πατρότητα, μιά βασική ἀρχή τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως, ἀπεικονίζει τη φανέρωση τοῦ δεσμοῦ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ Πατρός μέ ἐκείνη τοῦ Υίοῦ, ἡ ὁποία μεταδίδεται στούς ἀνθρώπους ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι μέσα στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας.

Ὁ Μέγας Βασίλεις προσδιορίζει στά «Ἀσκητικά» του ὡς ἑξῆς τόν πνευματικό πατέρα, ὁ ὁποῖος βρίσκεται στήν πνευματική διακονία μετά τόν ἕνα Πατέρα τον οὐράνιο: «Πατήρ γάρ ἐστίν ἀληθέστατος, πρῶτος μέν ὁ τῶν ἁπάντων Πατήρ∙ ὁ δεύτερος δέ μετ᾿ ἐκεῖνον ὁ τῆς πνευματικῆς καθοδηγούμενος πολιτείας».2

Ἡ πνευματική πατρότητα βιώνεται ὡς ἕνα γήινο ὄργανο, μέσῳ τοῦ ὁποίου βιώνουμε τήν ἐμπειρία τῆς οὐράνιας πατρότητας τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἐκκλησιαστική πατρότητα ἔχει ὡς σκοπό τή γέννηση τῶν πνευματικῶν τέκνων γιά τήν ἐν Χριστῷ ζωή καί τήν καθοδήγησή τους πρός τή σωτήριο κοινωνία μέ τήν Ἁγία Τριάδα, μέ ἀπόλυτο σεβασμό τῆς ἐλευθερίας καί τῆς προσωπικότητάς τους.

Πρῶτος πνευματικός Πατέρας ὁ Ὁποῖος «ἐγέννησε» ἄνωθεν τούς ἀποστόλους Του εἶναι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός! Ἐκεῖνος πρῶτος ὁμίλησε καί εἶπε στόν κρυφό μαθητή Του Νικόδημο ὅτι ἄν κάποιος δέν γεννηθεῖ ἄνωθεν, δέν μπορεῖ νά δεῖ την βασιλεία τοῦ Θεοῦ!3

Οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι μέ τή σειρά τους ἀναγεννοῦν τούς δικούς τους πνευματικούς υἱούς καί αὐτοί ἄλλους μέσα στήν ἱστορία. Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος ἀναγεννήθηκε «ἐν Πνεύματι» ἀπό τόν «πολιστήν τῆς ἐρήμου», Μ. Ἀντώνιο καί στή συνεχεια ἐκεῖνος ἀναγέννησε δικά του πνευματικά τέκνα κοκ. Ὁ πνευματικός πατέρας ὀνομάζεται στην παράδοσή μας καί «Γέροντας», τίτλος πού σήμερα κυρίως ἀποδίδεται σέ ἱερομονάχους καί καθηγουμένους ἱερῶν μονῶν.

Ὁ τρόπος τῆς πνευματικῆς γεννήσεως περιγράφεται σέ μία φράση τοῦ ἀποστόλου Παῦλου: «Ἐν Χριστῷ καί διά τοῦ Εὐαγγελίου». Αὐτό θά πεῖ ὅτι ἡ ἄνωθεν «γέννηση» συντελεῖται μέ συγκεκριμένο τρόπο, «ἐν Χριστῷ» καί μέ τή ζωή πού ὑποδεικνύεται ἀπό τό Εὐαγγέλιο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἡ πνευματική πατρότητα, τότε ἐπιτυγχάνει τοῦ σκοποῦ της, ὅταν ὁδηγεῖ τόν ἄνθρωπο στήν ἕνωσή του μετά τοῦ Θεοῦ, ὅταν τόν φθάνει «εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ».4

Ὁ πνευματικός πατέρας, σέ σχέση τώρα μέ τό ἱερό ἔργο τῆς ἐξομολογήσεως πού ἀποτελεῖ ἕνα ἀναπόσπαστο τμῆμα τοῦ ὅλου μυστηρίου τῆς μετανοίας, θά πρέπει κατά πρῶτο λόγο νά ἔχει τή συναίσθηση ὅτι ὁ προσερχόμενος σ᾿ αὐτόν πιστός εἶναι ἤδη πνευματοκίνητος, ἔχει δεχθεῖ ἐντός του τη Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἔχει μιλήσει μυστικά στήν καρδιά του ὁ Παράκλητος καί στή συνέχεια σπεύδει στό ὁρατό ὄργανο τῆς Χάριτος πού εἶναι ὁ πνευματικός πατήρ, ὥστε νά διευθετήσει τά τῆς ψυχῆς του. Ἄρα λοιπόν, «Ἀρχιτέκτων» αὐτοῦ τοῦ ἔργου εἶναι ὁ Παράκλητος, ὁ Ἴδιος ὁ Θεός, καί συνεχιστής τοῦ ἔργου γίνεται ὁ πνευματικός. Αὐτό θα πρέπει να το τονίσει ὁ πνευματικός στόν ἐξομολογούμενο, ὥστε νά ἐξαρθεῖ ἡ συναίσθησή του ὅτι ἤδη τόν ἔχει ὁ Θεός στά χέρια Του καί στήν Πατρική ἀγκάλη Του, ὅτι «ἤδη εἶναι προσειλημένος στή Θεανδρική Προσωπικότητα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ».5

Τό ὁρατό ὄργανο τῆς Χάριτος, ὁ πνευματικός, ἐργάζεται στή συνέχεια πάνω στήν ἐξιχνίαση τῆς βουλητικῆς καταστάσεως τοῦ ἐξομολογουμένου, στήν ἐντόπιση τῆς ὑπαρκτῆς ἤ ἀνύπαρκτης θελήσεώς του νά σωθεῖ. Ὁ πνευματικός πατέρας, πρέπει, ὅπως εὔστοχα ἔχει ἐπισημανθεῖ, «νά ἀναμορφώσει ἤ νά ἐνδυναμώσει ἤ νά ἐπαναπροσανατολίσει τή βούληση μέσα σέ μιά γνήσια χριστοκεντρική βιωματική λειτουργικότητα».6

Ὅλα ξεκινοῦν ἀπό τή λειτουργία τῆς βουλήσεως. Ὁ Κύριος ρώτησε τόν παραλυτικό τῆς Βηθεσδᾶ: «Θέλεις ὑγιῆς γεννέσθαι»; Ἀπαιτεῖται πρίν ἀπ᾿ ὅλα ἡ θέληση! Μή λησμονοῦμε τό χρυσοστομικό πού ἐκφράζει ὅλη ἐν προκειμένῳ τήν Πατερική Παράδοση περί τῆς σωτηρίας, ὅτι αὐτούς πού δέν θέλουν νά σωθοῦν δέν τούς ἀναγκάζει ὁ Θεός: «μή βουλομένους οὐ βιάζεται ὁ Θεός, ἀλλά βουλομένους ἕλκει». 7

Στή συνέχεια, ὡς ἰατρός ὁ πνευματικός, προχωρεῖ στή διάγνωση τῆς νόσου καί εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἡ ὀρθή διάγνωση εἶναι τό ἥμισυ τῆς θεραπείας, ὅπως ἐπισημαίνουν οἱ γιατροί.

Αὐτό βεβαίως - πέραν τῆς συνεργούσης Χάριτος -, ἀπαιτεῖ ἱκανότητα, δεξιότητα καί ἐπιστημοσύνη ἀπό πλευρᾶς τοῦ πνευματικοῦ πατρός. Ἄν γιά κάθε ἐπιστήμονα ἀλλά ἀκόμη καί γιά κάθε τεχνίτη ἰσχύει το ἀξίωμα ὅτι πρέπει νά γνωρίζει εἰς βάθος τό ἀντικείμενο τῆς ἐργασίας ἤ τῆς τέχνης του καί νά κατέχει τά «μυστικά» της, προκειμένου νά ἀνταποκριθεῖ ἐπάξια σ᾿ αὐτήν, πόση γνώση χρειάζεται γιά τήν πνευματική ἐπιστήμη τοῦ «δεσμεῖν τε καί λύειν τάς τῶν ἀνθρώπων ἁμαρτίας»8;… Αὐτό τό «δεσμεῖν τε καί λύειν», τό δέσιμο καί λύσιμο τῶν ἁμαρτιῶν, στηρίζεται στήν ὀρθή διάγνωση τοῦ βαθμοῦ ποιότητος9, ὅπως ἀναφέρεται στά Πατερικά κείμενα. Πρόκειται γιά τήν ψυχολόγηση και ἀνάλυση δεδομένων και φαινομένων καί ἀποτίμηση παραγόντων καί συντελεστῶν ἁμαρτίας καί μετανοίας, ὅπως ἀναφέρεται στό Ἐξομολογητάριον τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου10, τό ὁποῖο πρέπει νά γνωρίζουν καλά οἱ πνευματικοί πατέρες καί νά τό μελετοῦν συχνά!

Ἐπισημαίνεται ἐπίσης ἀπό εἰδικούς καθηγητές, ὅτι ὁ πνευματικός πατήρ, περέπει νά γνωρίζει καί τίς λανθάνουσες ψυχολογικές διαδικασίες στόν ἄνθρωπο καί αὐτό τό ἀποκτᾶ με κάποιες γνώσεις ψυχολογίας πού θα πρέπει νά διαθέτει.11 Πρέπει ἐν προκειμένῳ νά προσέξουμε τοῦτο τό σημεῖο, κυρίως οἱ πνευματικοί πατέρες. Ὁ μακαριστός καθηγητής τῆς Θεολογίας Ἰω. Κορναράκης, ἔγραφε σχετικά: «Δέν πρέπει νά λησμονηθεῖ ὅτι ἡ σύγχρονη ψυχολογία καί ψυχοθεραπευτική καί κατανοεῖ καί ἑρμηνεύει καί προσπαθεῖ νά θεραπεύση τόν ψυχικό προβληματισμό τοῦ ἀνθρώπου μέ βάσι τίς ψυχοτραυματικές ἐμπειρίες τοῦ ἀτόμου, κατά τή διάρκεια τῆς κυήσεώς του, κατά τόν τοκετό καί κατά τά πρῶτα ἔτη τῆς ζωῆς του, τόσο στό οἰκογενειακό ὅσο καί στό εὑρύτερο κοινωνικό περιβάλλον. Ἡ παροχή ὑπηρεσιῶν ἀπό ψυχιάτρους ὑπόπτου ἤ ἀμφιβόλου προσανατολισμοῦ, ὄχι μόνο φορτώνει τόν σύγχρονο ἄνθρωπο μέ δυσβάστακτα οἰκονομικά βάρη, ἀλλά τόν ἀναγκάζει νά ζητῆ «τά χαρίσματα τῶν ἰαμάτων» τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ στό πρόσωπο τοῦ πνευματικοῦ - ἐξομολόγου. Καί μόνο ἡ συνειδητοποίησις τῆς πραγματικότητος αὐτῆς δικαιώνει τήν ἀναντίρρητη σχέση τῆς ψυχολογίας μέ τήν πνευματική ζωή». 12

Καλό εἶναι λοιπόν, ἄν γίνεται, νά γνωρίζει καί λίγη Ψυχολογία ὁ πνευματικός πατέρας. Δέν θά τόν βλάψει, ἀντίθετα θά τόν ὁφελήσει στό ἔργο τῆς πνευματικῆς ἰατρείας13, τήν ὁποία θά ἐπιμεληθεῖ καί μέ τή βοήθεια τῆς θύραθεν γνώσεως, ἄν εἶναι μάλιστα καλός καί ἱκανός δύτης τῆς ἀνθρωπίνης ψυχῆς. Νά ὑπογραμμιστεῖ ἐδῶ ὅτι μόνον ἐπικουρικά χρησιμοποιεῖται ἡ ψυχολογία στήν ἄσκηση τῆς ποιμαντικῆς (ἐκτός ἄν συνυπάρχουν καί οἱ δύο ἰδιότητες, τ.ἔ. τοῦ ποιμένος καί τοῦ ψυχολόγου ἤ ψυχιάτρου σέ ἕνα πρόσωπο, ὅπως ἐνίοτε συμβαίνει καί αὐτό καί ἔτσι ἡ βοήθεια παρέχεται συνδιαστικά), ὡς ἐργαλεῖο καί μόνο! Καί τοῦτο διότι ἡ Ψυχολογία, ναί μέν βοηθεῖ καί ἀνακουφίζει, ἀλλά δέν παρέχει τήν διά Χριστοῦ ψυχική θεραπεία στόν ἄνθρωπο ἀπό μόνη της! Διαφορετικά ὁμιλεῖ ἡ Ἐκκλησία γιά τήν ὑγεία τῆς ψυχῆς, γιά τήν ἀσθένεια καί τή θεραπεία καί διαφορετικά τοποθετεῖται σ᾿ αὐτά ἡ Ψυχολογία. Ἑπομένως, ἀφοῦ διαφέρει ὁ στόχος καί τό ἀντικείμενο, διαφέρει καί ἡ πρόταση ἀπό πελυρᾶς τῶν δύο παραγόντων! Ἡ Ἐκκλησία, ὡς γνωστόν, ὁμιλεῖ περί πνευματικῆς ἀσθενείας λόγῳ τῆς ἁμαρτίας καί προτείνει ὡς θεραπεία τόν συγκεκριμένο τρόπο ζωῆς, τήν ἄσκηση τῶν θείων ἐντολῶν, τήν ἀπόκτηση τῶν ἀρετῶν καί τή μετοχή στά θεῖα Μυστήρια. Ἡ Ψυχολογία καί ἡ Ψυχιατρική, ἐνδιαφέρονται γιά τήν ἀσθένεια ἐκείνη ἡ ὁποία ὑπάρχει στίς ψυχικές δομές καί λειτουργίες τοῦ ἀνθρώπου, δηλαδή με ὅτι ἔχει να κάνει μέ τή σκέψη τοῦ ἀνθρώπου, τά συναισθήματά του, τίς ἐπιθυμίες, τό ἀσυνείδητο, τή συμπεριφορά γενικῶς. Ἡ ἀσθένεια αὐτή, ὅπως τή θεωρεῖ ἡ Ψυχολογία δέν συνδέεται ἄμεσα μέ τά πάθη, ἀλλά ἔμεσα, καί ὡς τούτου, προτείνεται ἀνάλογη θεραπεία. Ἡ κατάθλιψη λ.χ. μπορεῖ μέν νά ἀντιμετωπιστεῖ ἀπό τήν Ψυχολογία ἤ τήν Ψυχιατρική, μέ μία συζήτηση, ἤ μέ κάποιο φάρμακο (τά λεγόμενα ἀντικαταθλιπτικά), ὅμως μπορεῖ να ἀντιμετωπιστεῖ και πνευματικά, ὅταν ἡ κατάθλιψη δέν ὀφείλεται σέ ὀργανικές ἤ συναισθηματικές καταστάσεις ἀλλά συνδέεται μέ πάθη συγκεκριμένα τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου, ὅπως ὁ ἐγωισμός, ἡ ἄρνηση τῆς συγχωρητικότητας κ.ἄ.

Πρέπει πάντως νά γνωρίζουμε ὅλοι ὅτι ἡ Ψυχολογία, στίς περί ἀνθρώπου ἀντιλήψεις της κατά πολύ διαφέρει ἀπό τή Θεολογία καί τήν Ὀρθόδοξη ἀνθρωπολογία. Ἡ Ψυχολογία ἀγνοεῖ τήν ψυχή! Δέν τήν ὁρίζει ὡς οὐσία συγκεκριμένη μέσα στόν ἄνθρωπο, ὡς τό ἕνα ἐκ τῶν δύο συστατικῶν πού τόν ἀπαρτίζουν. Ἡ Ψυχολογία ἁπλῶς προσπαθεῖ νά θεραπεύσει τίς νοσηρές συμπεριφορικές ἐκδηλώσεις τοῦ ἀνθρώπινου ψυχισμοῦ. Ἀγνοεῖ τήν Ὀρθόδοξη ἀνθρωπολογία, ὅπως ἐκφράζεται στήν Πατερική μας Παράδοση.

Εἶναι ἀλήθεια ὅτι οἱ ἐπιστῆμες πού ἀσχολοῦνται μέ τόν ἄνθρωπο, «στηρίζονται κατά βάση στή μελέτη τοῦ «πεπτωκότος» ἀνθρώπου καί ἀγνοοῦν τίς ἀνθρωπολογικές καί ψυχολογικές πού στηρίζονται στήν ἁγιοπνευματική ἐμπειρία τοῦ «ἀνισταμένου» ἀνθρώπου, ὅπως διασώζονται στήν πατερική καί ἀσκητική γραμματεία τῆς Ὀρθόδοξης Ἀνατολικῆς Παράδοσης».14

Γιά τό λόγο αὐτό, ἡ Ψυχολογία χρησιμοποιεῖται ὡς ἐργαλεῖο, ὅπως εἴπαμε, ὡς μέσον κατά τήν ἐνάσκηση τῆς Ποιμαντικῆς.

Διαφορετικές, βεβαίως, εἶναι οἱ περιοχές, ὅπως φαίνεται καί ἀπό τίς μεθόδους τῆς θεραπείας, ἀλλά κάποιες φορές, Ἐκκλησία καί ἐπστήμη συναντῶνται καί συνεργάζονται γιά τό καλό τοῦ ποικιλοτρόπως πάσχοντος ἀνθρώπου. Οὐσιαστικά, δέν ὑπάρχει σύγκρουση μεταξύ πίστεως καί ἐπιστήμης (ἐν προκειμένῳ Θεολογίας καί Ψυχολογίας), ἀλλά ὄπως εἶναι γνωστό, οἱ σχέσεις τους διέπονται ἀπό τή λεγομένη ἀλληλοσυμπληρωματικότητα.

Αὐτά πρέπει νά γνωρίζουν σήμερα οἱ πνευματικοί πατέρες, ὥστε νά διακονοῦν ὅσο γίνεται καλύτερα τόν ἄνθρωπο στά ὅρια τῆς ποιμαντικῆς. Ὅταν τά γνωρίζει ἕνας ἱερεύς –ποιμήν, πνευματικός, θά σπεύσει στόν πάσχοντα ἐκ τῆς νόσου τῆς ἁμαρτίας ἄνθρωπο, θά τόν συναντήσει στή δική του συνθήκη, στό ἐπίπεδο τῆς ἀνάγκης του, θά τοῦ μιλήσει στή γλώσσα του καί θά τοῦ δείξει μέ πολλούς τρόπους τήν κρυμμένη πίσω ἀπό αὐτόν Ἀγάπη τοῦ Μεγάλου ἰατροῦ, τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ Χριστοῦ…

Ὁ σημερινός ἄνθρωπος βάλλεται πανταχόθεν. Γενικά ὁ ἄνθρωπος ἀποτελεῖ δραματική διελκυστίνδα μεταξύ τοῦ Θεοῦ καί τοῦ διαβόλου, εἴτε τό γνωρίζει αὐτό, εἴτε τό ἀγνοεῖ. Τί εἶναι ἡ «διελκυστίνδα»; Πρόκειται γιά ἕνα ἀρχαῖο παιχνίδι, ἕνα ἄθλημα στό ὁποῖο χρησιμοποιεῖται ἕνα σχοινί. Τό παλαιό αὐτό ἄθλημα, παίζεται μεταξύ δύο ὁμάδων, οἱ ὁποίες τραβοῦν ἕνα μεγάλου μῆκους σχοινί καί ἡ κάθε ὁμάδα προσπαθεῖ νά τό ἐλκύσει στό μέρος της. Ἡ «διελκυστίνδα», ὅπως μᾶς πληροφοροῦν οἱ ἐγκυκλοπαίδειες (βλ. Βικιπαίδεια), διεξαγόταν στούς Ὀλυμπιακούς ἀγῶνες ἀπό τό 1900 -1920 ἐνῶ συμπεριελήφθη και στούς Β΄ Διεθνεῖς Ὀλυμπικούς ἀγῶνες στήν Ἀθήνα τό ἔτος 1906, στή λεγομένη μεσοολυμπιάδα.

Ἔτσι καί ὁ ἄνθρωπος, ἀπό τή μία πλευρά ἔλκεται ἀπό τήν ἄκτιστη Χάρη καί ἐνέργεια τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ πρός τήν ἀρετή, τή μέθεξη τοῦ ἀκτίστου, τήν πραγμάτωση τοῦ «καθ᾿ ὁμοίωσιν», τήν ὑπαρξιακή μετοχή στό «ὄν» καί στό «Εἶναι» καί ἀπό τήν ἄλλη, τόν ἔλκει τό ἀκάθαρτο - ὑπαρκτό - πνεῦμα τῆς πονηρίας, ὁ «πεσών Ἐωσφόρος» πρός τή δική του κατάσταση, πρός τό μή ὄν, πρός τήν τῶν πάντων ἀπογέννεσιν, ὅπως θά πεῖ ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής.

Ὁ πνευματικός πατέρας, πέραν αὐτῶν πού ἀκροθιγῶς τονίστηκαν ὡς πρός τίς γνώσεις, θά πρέπει νά εἶναι ἄνθρωπος ἀρετῆς (τό κατά δύναμιν), ἄνθρωπος προσευχῆς καί ἀγάπης, ταπεινοφροσύνης καί ὑπομονῆς.

Ἄν δέν διαθέτει τά ἀνωτέρω, ἔστω καί σέ μικρό βαθμό, πῶς θά τά ἐμπνεύσει στα πνευματικά του παιδιά; Πῶς θά τά ἀναγεννήσει ἐν Χριστῷ; Πῶς θά μεταδώσει τήν ἀληθινή γνώση τοῦ Θεοῦ πού ἔχει νά κάνει μέ ἐμπειρία ἐσωτερική καί ὄχι μέ κατάκτηση διανοητική, ἄν ὁ ἴδιος δέν μετέχει σέ ὅσα διδάσκει καί ἐπαγγέλεται; Πῶς θά θεραπεύσει ἄλλους ὅταν ὁ ἴδιος νοσεῖ βαρύτατα καί ἔχει ἀνάγκη θεραπείας;

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἐν προκειμένῳ λέγει ὅτι στήν πνευματική ἰατρεία τῶν ψυχῶν ἀπαιτεῖται ἡ ὑγεία τοῦ θεραπευτοῦ, κάτι πού δεν ἰσχύει στήν ἐνασκηση τῆς θεραπείας τῶν σωμάτων. Μέ ἄλλα λόγια, μπορεῖ ἔνας ἰατρός νά θεραπεύσει κάποιον ἀσθενῆ, ὄντας ὁ ἴδιος ὁ ἰατρός ἀσθενῆς καί αὐτό δέν ἐμποδίζει τή θεραπεία τῶν ἄλλων ἀσθενῶν. Στήν θεραπεία, ὅμως, τῶν ψυχῶν δέν πρέπει αὐτό νά συμβαίνει, ἀλλά θά πρέπει ὁ ἰατρός –πνευματικός πατήρ – νά εἶναι ὑγιής πνευματικά, νά ἔχει θεραπευθεῖ -κατά το δυνατόν - ἀπό τη ωόσο ταῆς ἁμαρτίας, ἤ τουλάχιστον να ἀγωνίζεται ἐντατικά για την θεραπεία του, ὥστε νά μπορεῖ ἐπιτυχῶς νά ὁδηγεῖ ἄλλους στήν ἴαση καί τήν ἐν Χριστῷ σωτηρίᾳ, μέσῳ τῆς πνευματικῆς ζωῆς καί τῶν Ἁγίων Μυστηρίων. Διαφορετικά θά ἀκούσει τό εὐαγγελικόν: «ἰατρέ, θεράπευσον πρῶτον σεαυτόν»

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ……………..

1 Στήν Πενθέκτη Οἰκουμενική Σύνοδο, στόν ρβ΄, (102) ἱερό Κανόνα ἀναφέρεται ἀκριβῶς ἡ φράση αὐτή, «ἰατρική ἐν Πνεύματι ἐπιστήμη».
2 Μ. Βασιλεύου, Ἀσκητικαί διατάξεις, 20, 1, MPG. 31, 1389D.
3 Ἰω, 3, 3: «Ἐάν μή τις γεννηθῇ ἄνωθεν, οὐ δύναται ἰδεῖν τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ».
4 Ἐφ, 4, 13.
5 πρακτικά Α΄Συμποσίου Ποιμαντικῆς Ψυχολογίας καί Ἐξομολογητικῆς, εἰσήγηση καθηγητοῦ Ἰ. Κορναράκη, ἐκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1981, σελ. 29.
6 ὅπου π. σελ. 30.
7 MPG. 51, 144, Λόγος περί τῶν λέξεων «Σαῦλε, Σαῦλε…».
8 Βλ. Συγχωρητική εὐχή Β΄ Εἰς τήν Ἐξόδιον Ἀκολουθίαν, «Δέσποτα Κύριε…»
9 «Κατά τήν ποιότητα τοῦ προσώπου», ὅπως χαρακτηριστικά ἀναφέρει ὁ Ἰωάννης ὁ Νηστευτής.
10 Βλ. τά εἰδικά Κεφάλαια στό Ἐξομολογητάριον.
11 ὅπου π. Πρακτικά Συμποσίου, εἰσήγηση καθηγητοῦ Ἰ. Κορναράκη, σελ. 125.
12 ὅπου π. σελ. 23.
13 Σήμερα, ὑπάρχει στίς θεολογικές σχολές καί ὁ κλάδος τῆς λεγομένης «Ποιμαντικῆς Ψυχολογίας», ἡ ὁποία ἀποτελεῖ μιά ἐξειδικευμένη προσπάθεια γιά τούς συγχρόνους κληρικούς καί ὁ κλάδος αὐτός λειτουργεῖ «στά πλαίσια τῆς ἀναγκαιότητος τῆς συμβολῆς τοῦ ἀνθρωπίνου παράγοντος στό ἔργο τῆς πνευματικῆς ὁλοκληρώσεως καί σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου». Ἰω. Κορναράκη, Ἐγχειρίδιον Ποιμαντικῆς Ψυχολογίας, τεῦχος Α΄, ἐκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1980, σελ. 202.
14 Βλ. π. Ἀδαμαντίου Αὐγουστίδη, Ποιμένας καί θεραπευτής, ἐκδ. Ἀκρίτας, σελ. 95.

Τρίτη 9 Αυγούστου 2016

Η εν Χριστώ χαρά.....



Η χαρά του Χριστιανού είναι σιωπηλή και γαλήνια. Δεν είναι θορυβώδης και ανήσυχη, δεν ξεσπά σε γέλια και κραυγές. Όποιος την έχει μέσα του, “μόλις ησυχή μειδιάσει”. Η εν Χριστώ χαρά δεν φαίνεται από εξωτερικά σημάδια, μόνο ακτινοβολεί με τρόπο μυστικό.
Η αληθινή χαρά του Χριστού συνδέεται με την ευλογημένη θλίψη της μετανοίας, γιατί μόνο μέσω της θλίψεως αυτής και του σταυρού έρχεται ο άνθρωπος σε επαφή με τον Θεό, που είναι η μοναδική πηγή της χαράς. Έτσι έζησαν οι άνθρωποι του Θεού και έτσι μας δίδαξαν να ζούμε κι εμείς την πίστη μας. “Εγγύς ο Θεός της λυπηράς καρδίας”.
Ο άμετρος γέλωτας δεν φανερώνει γνήσια χαρά, παρά έχει σκοπό τη φυγή από την αληθινή κατάσταση του ανθρώπου, μέσα από ένα τεχνητό προσωπείο. Δεν συνδέεται με τη σύννοια και τη νήψη του ανθρώπου που βρίσκεται σε μια επιφυλακή αναζήτησης και διόρθωσης. Δεν καλλιεργεί την ψυχή προς σωτηρία. Γι’ αυτό λέγει ο Κύριος: “Ουαί υμίν οι γελώντες νυν, ότι πενθήσετε και κλαύσετε” και ο Χρυσόστομος γράφει “πένθους ο παρών καιρός, και θλίψεως και δουλαγωγίας, και αγώνων και ιδρώτων, σύ δε γελάς;”
Η στενή πύλη που καλούνται να περάσουν οι Χριστιανοί είναι θλίψη, αλλά θλίψη κατά Θεόν, γεμάτη ελπίδα, και όχι ανέλπιδη απόγνωση. Η πρώτη είναι σημείο μετανοίας και οδηγεί στη σωτηρία, ενώ η δεύτερη είναι σημείο θανάτου. Αυτή η θλίψη έχει μέσα της όλες τις ευλογίες και οδηγεί στην γαλήνια χαρά της αγιότητας. Ο άνθρωπος που αγωνίζεται στη ζωή του έχει κάθε στιγμή συναίσθηση της αδυναμίας του και της ελαχιστότητάς του μπροστά στη δόξα του Θεού. Έτσι, δεχόμενος την ευλογία, τη χάρη και το άμετρο έλεος του Θεού είναι ταυτόχρονα γεμάτος συστολή και θλίψη για την αστοχία και την αναξιότητά του. Γνωρίζει ότι τις δωρεές που του χαρίστηκαν μπορεί να τις χάσει κι αυτό τον συνέχει και τον γεμίζει σεμνότητα και σοβαρότητα. “Ει τοίνυν φως είναι βούλει, μίσει την ευτραπελίαν και την περιφοράν του γέλωτος”, μας λέγει ο άγιος Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης, ενώ στην αγία Γραφή διαβάζουμε: “Μωρός εν γέλωτι ανυψοί φωνήν αυτού, ανήρ δε πανούργος (δηλαδή φρόνιμος) μόλις ησυχή μειδιάσει”, και ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος “Ει ουδέν ούτω τη ταπεινοφροσύνη ως το πένθος συνέρχεται, ουδέν ούτως αυτή ως ο γέλως ανθέστηκεν”.

"Λόγος για την εν Χριστώ εσωτερική εργασία και τη μοναχική ζωή"



(Όσιος Θεόληπτος Φιλαδελφείας)

Η μοναχική ζωή είναι ένα δένδρο ψηλό, πυκνόφυλλο και γονιμότατο. Ρίζα της είναι η αποξένωση απ΄ όλα τα σωματικά· κλαδιά της η απαλλαγή της ψυχής από εμπαθείς κλίσεις και το να μην έχει ο μοναχός καμία σχέση προς τα πράγματα από τα όποια έφυγε. Καρπός της είναι η απόκτηση των αρετών, η θεοποιός αγάπη και η αδιάκοπη ευφροσύνη, καθώς λέει ο Απόστολος: « Ο καρπός του Πνεύματος είναι η αγάπη, η χαρά, η ειρήνη κλπ.»(Γαλ. 5, 22).
Η φυγή από τον κόσμο χαρίζει την καταφυγή στο Χριστό. Και κόσμο εννοώ, την αγάπη των αισθητών πραγμάτων και της σάρκας. Εκείνος πού με επίγνωση της αλήθειας αποξενώνεται από αυτά, γίνεται φίλος του Χριστού, αποκτώντας την αγάπη Του, για την οποία αρνήθηκε όλα τα κοσμικά κι αγόρασε το "πολύτιμο μαργαριτάρι"(Ματθ. 13, 46), δηλαδή το Χριστό.

Σάββατο 28 Μαΐου 2016

Μητροπολίτης Σουρόζ Αντώνιος Bloom (†) Σαμαρείτισσα: Ας διδαχτούμε από αυτή τη γυναίκα!



Ας διδαχτούμε από αυτή την γυναίκα! Γιατί κι εμείς στρεφόμαστε προς όλες  τις κατευθύνσεις, για να πάρουμε τροφή τούτου του κόσμου, για να χορτάσουμε, αλλά πρέπει να καταλάβουμε ότι δεν μπορούμε να χορτάσουμε από τίποτα, γιατί ο άνθρωπος είναι πιο βαθύς από τον υλιστικό κόσμο, είναι αρκετά φαρδύς για την ψυχολογία. Μόνο ο Θεός μπορεί να γεμίσει αυτό το πλάτος και βάθος. Αν μόνο μπορούσαμε να το καταλάβουμε, θα βρισκόμασταν ακριβώς στην ίδια κατάσταση με τη γυναίκα. Δεν χρειάζεται, όμως, να συναντήσουμε τον Χριστό σ΄ ένα πηγάδι. Επειδή το πηγάδι είναι το Ευαγγέλιο, μια πηγή από όπου κυλάει το νερό της ζωής.
Όταν η Σαμαρείτης βιάστηκε για να γυρίσει στο χωριό της και άρχισε να καλεί τους γείτονές της για να έρθουν και να δουν το Χριστό, είπε: Ελάτε! Είναι ένας άνθρωπος, ο οποίος μου τα είπε όλα όσα έκανα! Και ο κόσμος μαζεύτηκε και άκουγε όσα ο Χριστός είχε να τους πει.
Καμιά φορά σκεφτόμαστε: Τί απλά ήτανε τότε! Πόσο εύκολα η γυναίκα μπόρεσε να πιστέψει, και τί εύκολο ήταν για αυτήν, αφού μόλις είχε εντυπωσιαστεί από την θαυμάσια συνάντηση, στράφηκε στους άλλους για να τους πει: „Ελάτε να δείτε έναν άνθρωπο που μιλάει, όπως δεν μίλησε ποτέ ένας άνθρωπος. Να δείτε τον άνθρωπο ο οποίος χωρίς να πω καμία λέξη, με κοίταξε και είδε το βάθος της καρδιάς μου και το σκοτάδι της ζωής μου. Είδε και τα κατάλαβε όλα!“. Άραγε δεν συμβαίνει αυτό με καθέναν από μας?  Ο Χριστός δεν της είχε πει κάτι πολύ ιδιαίτερο. Της είπε μόνο, ποια είναι, πώς είναι η ζωή της, πώς τη βλέπει ο Θεός. Αυτό μπορεί να μας το πει κάθε μέρα και όχι μέσα από ένα μυστηριώδες βίωμα, όπως έχει συμβεί σε μερικούς αγίους, άλλα με πιο απλό τρόπο.
Αν στραφούμε στο Ευαγγέλιο και το διαβάζουμε κάθε μέρα ή το διαβάζουμε από καιρό σε καιρό με μια ανοιχτή καρδιά – την οποία δεν έχουμε πάντα – μπορούμε να φανταστούμε, πως ο Χριστός κρατάει μπροστά μας έναν καθρέπτη, στον οποίον βλέπουμε τον εαυτό μας, „ποιός είμαι“. Μπορούμε να χαιρόμαστε με αυτό που βλέπουμε ή,  αντίθετα, να τρομάξουμε, πόσο διαφορετικοί είμαστε από ότι φαινόμαστε ή από τις δικές μας αυταπάτες για τον εαυτό μας. Ο Χριστός είπε στη γυναίκα: „Πήγαινε να φωνάξεις τον άντρα σου!“ Εκείνη αποκρίθηκε: „Δεν έχω άντρα.“ Και ο Χριστός της τότε απάντησε: «Σωστά είπες, γιατί πέντε άντρες πήρες, και αυτός που μαζί του τώρα ζεις, δεν είναι άντρας σου.» …
Μερικοί πατέρες σχολίαζαν αυτή την κουβέντα με τα εξής: Ο Χριστός της είπε μεταφορικά: Ναι, ήσουν παντρεμένη με όλα όσα μπορούσαν να σου προσφέρουν οι πέντε αισθήσεις και έχεις καταλάβει ότι δεν μπορείς να βρεις ολοκληρωμένη ικανοποίηση από καμία από αυτές. Τώρα απόμεινες μόνο εσύ η ίδια: το σώμα σου και ο νους σου. Και αυτά δεν μπορούν να σε χορτάσουν περισσότερο από τις πέντε αισθήσεις, ούτε να σου δώσουν εκείνη την πληρότητα, που χωρίς αυτή δεν μπορείς να ζεις. …
Άραγε, δεν μας λέει ο Χριστός αυτό, όταν διαβάζουμε το Ευαγγέλιο, όταν βάζει μπροστά μας την εικόνα, ποιός θα μπορούσαμε να είμαστε, όταν μας καλεί σ΄ εκείνο το μεγαλείο, για το οποίο μας προόρισε? Για εκείνο το μεγαλείο, το οποίο ο απόστολος Παύλος περιγράφει σαν ώριμη ηλικία του Χριστού: Να είμαστε ανθρώπινοι, όπως Εκείνος. Επειδή είναι γνήσιος άνθρωπος που έφτασε την πληρότητα της ολόκληρης, ατελείωτης κοινότητας με το Θεό.
Ας διδαχτούμε από αυτή την γυναίκα! Γιατί κι εμείς στρεφόμαστε προς όλες  τις κατευθύνσεις, για να πάρουμε τροφή τούτου του κόσμου, για να χορτάσουμε, αλλά πρέπει να καταλάβουμε ότι δεν μπορούμε να χορτάσουμε από τίποτα, γιατί ο άνθρωπος είναι πιο βαθύς από τον υλιστικό κόσμο, είναι αρκετά φαρδύς για την ψυχολογία. Μόνο ο Θεός μπορεί να γεμίσει αυτό το πλάτος και βάθος. Αν μόνο μπορούσαμε να το καταλάβουμε, θα βρισκόμασταν ακριβώς στην ίδια κατάσταση με τη γυναίκα. Δεν χρειάζεται, όμως, να συναντήσουμε τον Χριστό σ΄ένα πηγάδι. Επειδή το πηγάδι είναι το Ευαγγέλιο, μια πηγή από όπου κυλάει το νερό της ζωής. Το Ευαγγέλιο δεν είναι υλιστικό πηγάδι. Είναι πηγάδι για το άλλο νερό, το οποίο πρέπει να πίνουμε.
Ας ακολουθήσουμε αυτή τη γυναίκα! Ας συνειδητοποιήσουμε και ας καταλάβουμε, ότι όλα αυτά με τα οποία είμαστε δεμένοι σαν να τα είχαμε παντρευτεί, δεν μπορούν να μας ικανοποιήσουν. Ας αναρωτηθούμε: Ποιός είμαι μέσα σε εκείνη τη εικόνα, όπου με βλέπει ο Θεός? Και τότε μπορούμε να πάμε στους άλλους για να τους πούμε: „Συνάντησα έναν άνθρωπο που έβαλε έναν καθρέπτη μπροστά μου, και είδα τον εαυτό μου, όπως είμαι. Μου έχει πει τα πάντα για μένα. Έλα να δεις! Πάμε να τον ακούσεις!“  Και οι άνθρωποι θα έρθουν και θα ακούσουν και τότε θα στραφούν σε μας και θα πουν: „Η πίστη μας δεν στηρίζεται πια στα δικά σου λόγια, γιατί εμείς οι ίδιοι Τον έχουμε τώρα ακούσει, και ξέρουμε πως πραγματικά Αυτός είναι ο Χριστός και σ΄Αυτόν πιστεύουμε.“
Αμήν
Πηγή: http://apantaortodoxias.blogspot.com/2012/05/anthony-bloom-metropolitan-of-sourozh.html

Τετάρτη 11 Μαΐου 2016

Φώτιος Κόντογλου - Βιογραφικὰ στοιχεῖα



Ὁ Φώτιος Κόντογλου, γεννήθηκε στὶς Κυδωνίες (Ἀϊβαλί) τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, στὶς 8 Νοεμβρίου 1895, ὡς τὸ τέταρτο παιδὶ τῆς οἰκογενείας τοῦ Νικολάου Ἀποστολέλη καὶ τῆς Δέσποινας Κόντογλου. Ἕνα χρόνο μετὰ τὴ γέννησή του πεθαίνει ὁ πατέρας του καὶ τὴν κηδεμονία του ἀναλαμβάνει ὁ θεῖος του ἱερομόναχος π. Στέφανος Κόντογλου, ἡγούμενος τοῦ οἰκογενειακοῦ μονυδρίου τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς. Ἀπὸ ἀγάπη καὶ εὐγνωμοσύνη πρὸς τὸ πρόσωπο τοῦ θείου του, ἔλαβε ὡς ἐπώνυμο, τὸ ἐπίθετο τῆς οἰκογένειας τῆς μητέρας του. Τὸ 1906 τελείωσε τὸ δημοτικὸ σχολεῖο τῆς Κάτω Χώρας καὶ ἐνεγράφη στὸ γυμνάσιο τοῦ Ἀϊβαλί. Πρὶν ἀκόμα τελείωσει τὸ γυμνάσιο μαζὶ μὲ τοὺς συμμαθητές του Στρατῆ Δούκα καὶ Πάνο Βαλσαμάκη, ἐξέδωσε τὸ πολυγραφημένο περιοδικὸ «Μέλισσα». Τὸ Σεπτέμβριο τοῦ 1913 ὁ θεῖος του τὸν ἐγγράφει στὴ Σχολὴ Καλῶν Τεχνῶν. Κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ Α´ Παγκοσμίου Πολέμου ἡ οἰκογένειά του ἀναγκάζεται νὰ τοῦ διακόψει τὸ ἐπίδομα σπουδῶν καὶ μαζὶ μὲ τὸ συμμαθητή του Σπύρο Παπαλουκᾶ, ἐργάζονται σὲ φωτογραφεῖα καὶ βάφουν θεατρικὰ σκηνικά. Μὲ τὴν καταστροφὴ τοῦ Ἀϊβαλίου (1914–1917) χάνει τὴ μητέρα καὶ τὸ θεῖο του, διακόπτει τὶς σπουδές του καὶ μεταβαίνει στὴν Εὐρώπη ὅπου ἐργάζεται ὡς ἀνθρακωρύχος. Παραμένει στὸ Παρίσι καὶ συνεργάζεται μὲ τὴν ἐφημερίδα Illustration. Τὸ 1919 ἐπιστρέφει στὸ Ἀϊβαλὶ ὅπου διδάσκει γαλλικὰ στὸ Παρθεναγωγεῖο τῆς πόλης. Μετὰ τὴ Μικρασιατικὴ Καταστροφὴ (1922) ἐγκαταστάθηκε μόνιμα στὴν Ἀθήνα. Ἀρχίζει νὰ δημιουργεῖ καὶ νὰ ὀργανώνει τὶς πρῶτες ἐκθέσεις ἔργων του.
Τὸ 1927 παντρεύεται τὴ συμπατριώτισσά του Μαρία Χατζηκαμπούρη καὶ τὸν ἴδιο χρόνο ἀναλαμβάνει τὴν ἐπιμέλεια τοῦ περιοδικοῦ «Φιλικὴ Ἑταιρεία». Δυὸ χρόνια μετὰ γεννιέται ἡ κόρη του Δέσπω καὶ ἀρχίζει συνεργασία μὲ τὰ περιοδικὰ «Ἑλληνικὰ Γράμματα» καὶ «Νέα Ἑστία», ἐνῷ συνεχίζει τὴ φιλοτέχνηση σκηνικῶν. Τὸ 1930 προσελήφθη ἀπὸ τὸ Βυζαντινὸ Μουσεῖο Ἀθηνῶν, ὡς τεχνικὸς ἐπόπτης τῶν συλλογῶν του. Τὸ 1932 κτίζει τὸ σπίτι του στὴν ὁδὸ Βιζυηνοῦ 16 (περιοχὴ Κυπριάδου), ὅπου μαζὶ μὲ τοὺς μαθητές του Γιάννη Τσαρούχη καὶ Νίκο Ἐγγονόπουλο ζωγραφίζουν μὲ νωπογραφίες ἕνα δωμάτιό του. Τὸ 1933 τὸν βρίσκει στὴν Αἴγυπτο, ὅπου ἐργάζεται γιὰ τὸ Κοπτικὸ Μουσεῖο καὶ τὸ 1934 συμμετέχει στὴν 19η Biennale τῆς Βενετίας. Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Κατοχῆς ἀναγκάζεται νὰ πουλήσει τὸ σπίτι του γιὰ ἕνα σακὶ ἀλεύρι! Τὰ πρῶτα μετακατοχικὰ χρόνια (1944–1950) εἶναι χρόνια λογοτεχνικῆς καὶ εἰκαστικῆς δημιουργίας. Συμμετέχει σὲ ὁμαδικὲς ἐκθέσεις ζωγραφικῆς, ἐκδίδονται πολλὰ ἀπὸ τὰ βιβλία του, ἐνῷ τὴ δεκαετία 1950-60 βρίσκεται στὴ κορύφωση τῆς ἁγιογραφικῆς του δραστηριότητας.
Ἐπιστέγασμα τοῦ πλούσιου λογοτεχνικοῦ καὶ καλλιτεχνικοῦ του ἔργου, ἦταν ἡ ἀπονομὴ τοῦ παρασήμου, τοῦ Ταξιάρχη τοῦ Βασιλικοῦ Τάγματος τοῦ Φοίνικος (1960). Ἡ Ἀκαδημία Ἀθηνῶν στὶς 24 Μαρτίου 1965, τοῦ ἀπένειμε τὴν ἀνώτατη διάκρισή της, τὸ «Ἀριστεῖο Γραμμάτων καὶ Τεχνῶν». Ἦταν μέλος τοῦ Καλλιτεχνικοῦ Ἐπιμελητηρίου Ἑλλάδος καὶ τῆς Ἑταιρείας Ἑλλήνων Λογοτεχνῶν. Ὁ Φώτης Κόντογλου ἐπέστρεψε στὸ Δημιουργό, στὶς 4 τὸ μεσημέρι τῆς 13ης Ἰουλίου 1965, στὸ νοσοκομεῖο «Εὐαγγελισμός», ὅπου νοσηλευόταν ἀπὸ τὶς ἀρχὲς Ἰουνίου, μετὰ ἀπὸ σοβαρὸ αὐτοκινητιστικὸ δυστύχημα στὴ περιοχὴ τοῦ Φαλήρου. Τὴν ἐξόδιο ἀκολουθία του τέλεσε ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος Χρυσόστομος, τὸ ἀπόγευμα τῆς 14ης Ἰουλίου, στὸν ἱερὸ κοιμητηριακὸ ναὸ τοῦ Α´ Νεκροταφείου Ἀθηνῶν, ὅπου ἔγινε καὶ ἡ ταφή του. Ἐπικηδείους λόγους ἐκφώνησαν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν, ὁ Μητροπολίτης Μυτιλήνης Ἰάκωβος καὶ ὁ Ἀκαδημαϊκὸς Ἠλίας Βενέζης. Μετὰ τὴν ἐκταφή του ἡ ἀνακομιδὴ τῶν ὀστῶν του ἔγινε στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίας Παρασκευῆς Νέας Μάκρης.

Τὸ λογοτεχνικό του ἔργο

Στὰ γράμματα ἐμφανίστηκε τὸ 1919, μὲ τὸ βιβλίο του «Πέδρο Καζάς». Ἀκολούθησε πλούσια λογοτεχνικὴ παραγωγὴ μὲ τὴν ἔκδοση τῶν ἔργων του: «Βασάντα» (1923), «Ταξίδια» (1928), «Ὁ ἀστρολάβος» (1934), «Φημισμένοι ἄνδρες καὶ λησμονημένοι» (1942), «Ὁ Θεὸς Κόνανος καὶ τὸ Μοναστήρι του τὸ λεγόμενο Καταβύθιση» (1943), «Τὰ Δαιμόνια της Φρυγίας, Ἓξ Ἀνατολῶν πνεύματα ὀργισμένα» (1943), «Ἕλληνες θαλασσινοὶ στὶς θάλασσες τῆς Νοτιᾶς, Ἡ Ἀφρικὴ καὶ οἱ θάλασσες τῆς Νοτιᾶς» (1944), «Ἱστορία ἑνὸς καραβιοῦ ποὺ χάθηκε ἀπάνου σὲ μιὰ ξέρα» (1944), «Ἱστορίες καὶ περιστατικά» (1944), «Οἱ ἀρχαῖοι ἄνθρωποι τῆς Ἀνατολῆς» (1945), «Βίος καὶ πολιτεία τοῦ Βλασίου Πασκὰλ τοῦ διὰ Χριστὸν σαλοῦ» (1947), «Βίος καὶ ἄσκησις τοῦ ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Ἁγίου Μάρκου τοῦ Ἀναχωρητοῦ» (1947), «Ἄνθος ἤγουν λόγια ἀνθολογημένα ἀπὸ τοὺς πατέρας» (1949), «Πηγὴ ζωῆς» (1951), «Τὸ κατὰ Ματθαῖον Ἅγιον Εὐαγγέλιον ἐξηγημένον» (1952), «Τὸ θρηνητικὸ συναξάρι Κωνσταντίνου τοῦ Παλαιολόγου» (1953), «Εἰκόνες τῆς Παναγίας» (1953), «Βίος καὶ πολιτεία τοῦ Ἁγίου καὶ ἐνδόξου Ἱερομάρτυρος Θεράποντος τοῦ Θαυματουργοῦ» (1955), «Ἡ ἁγιασμένη Ἑλλάδα» (1957), «Ὄρη ἅγια» (1958), «Οἱ Ἅγιοι Ραφαὴλ καὶ Νικόλαος καὶ ἡ Εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ὁποῦ εὑρέθη εἰς τὴν Καρυὰν τῆς Θέρμης» (1961), «Ἡ ἀπελπισία τοῦ θανάτου εἰς τὴν θρησκευτικὴν ζωγραφικὴν τῆς Δύσεως καὶ ἡ εἰρηνόχυτος καὶ πλήρης ἐλπίδος ὀρθόδοξος εἰκονογραφία» (1961), «Σημεῖον Μέγα» (1961), «Ἔργα Α´ Τὸ Ἀϊβαλὶ ἡ πατρίδα μου» (1961), «Ἔργα Β´ Ἀδάμαστες ψυχές» (1961) καὶ τέλος ἡ «Ἔκφρασις» (1961) ποὺ βραβεύθηκε ἀπὸ τὴν Ἀκαδημία Ἀθηνῶν.

Τὸ ἁγιογραφικό του ἔργο

Ὁ Κόντογλου κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ζωῆς του, φιλοτέχνησε φορητὲς ἁγιογραφίες, τοιχογραφίες, τοπία, σχέδια βιβλίων, περιοδικῶν, ποιητικῶν συλλογῶν, πορτραῖτα καὶ ἁγιογράφησε τοὺς ἱεροὺς ναούς: Ἁγίας Λουκίας τῆς οἰκογένειας Ζαΐμη στὸ Ρίο Πατρών, Ζωοδόχου Πηγῆς Παιανίας, Εὐαγγελισμοῦ Ρόδου, Ἁγίας Παρασκευῆς Παιανίας, Καπνικαρέας Ἀθηνῶν, Ἁγίου Ἀνδρέα Κάτω Πατησίων, Ἁγίου Χαραλάμπους Πολυγώνου, Ἁγίου Γεωργίου Κυψέλης, τὸ ναΰδριο τῆς οἰκογένειας Καμπάνη στὴν Παιανία, τὸ παρεκκλήσιο τῆς Πολυκλινικῆς Ἀθηνῶν, τὸ ναΰδριο τῆς οἰκογένειας Γουλανδρῆ στὴν Ἐκάλη καὶ τὰ παρεκκλήσια τῶν Ἱερῶν Ναῶν Ἁγίου Κωνσταντίνου Ὁμονοίας καὶ Ἁγίας Βαρβάρας Αἰγάλεω.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Θρησκευτικὴ καὶ Ἠθικὴ Ἐγκυκλοπαιδεία, τ.7, Ἀθήνα 1965
  2. Ἐγκυκλοπαιδικὸ Λεξικὸ «ΠΑΠΥΡΟΣ, ΛΑΡΟΥΣ», τ. 35, Ἀθήνα 1989
  3. Μεγάλη Ἑλληνικὴ Ἐγκυκλοπαιδεία, τ. 14, Ἀθήνα 1930
  4. «ΕΚΚΛΗΣΙΑ», ἐπίσημον δελτίον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἔτος ΜΒ´, τ. 15, Ἀθήνα 1965
  5. Νίκος Ζίας, «Φώτης Κόντογλου», ἔκδοση τῆς Ἐμπορικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, Ἀθήνα 1991
  6. Ἰωσὴφ Βιβιλάκης «Φώτης Κόντογλου, ἐν εἰκόνι διαπορευόμενος», ἐκδόσεις «Ἀκρίτας», Ἀθήνα 1995
  7. Ἰωάννης Μ. Χατζηφώτης, «Φώτιος Κόντογλου», ἐκδόσεις «Γραμμή», Ἀθήνα 1978
  8. «Ὁ Φώτης Κόντογλου καὶ οἱ μαθητές του», κατάλογος ἔκθεσης (Βίλλα Bianca 5/10 – 3/11/2002), ἔκδοση τῆς Δημοτικῆς Πινακοθήκης Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 2002
Συντάκτης Βιογραφικοῦ: Παν. Ριζόπουλος