Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2015

ΛΟΓΟΣ ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΟΣ ΕΠΙ Τῌ ΜΝΗΜῌ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ Ἤγουν, περί κρίσεως καί πυραμίδος ἐπουρανίου.

 



ΛΟΓΟΣ ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΟΣ ΕΠΙ Τῌ ΜΝΗΜῌ
ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ
Ἤγουν, περί κρίσεως καί πυραμίδος ἐπουρανίου.*
«… Χρι­στός στό Εὐ­αγ­γέ­λιο ὑ­πο­δει­κνύ­ει ὡς λύ­ση τοῦ προ­βλή­μα­τος ὄ­χι τήν ἰ­σο­πέ­δω­ση τῆς κοι­νω­νι­κῆς πυ­ρα­μί­δας, ἀλ­λά τήν πλή­ρη ἀν­τι­στρο­φή της. Ὁ Κύ­ριος δέν ἀρ­νεῖ­ται τήν ἀ­νι­σό­τη­τα καί τήν ἱ­ε­ράρ­χη­ση τῶν ἀν­θρώ­πων, δέν ἀρ­νεῖ­ται τή συγ­κρό­τη­ση τῆς κοι­νω­νι­κῆς πυ­ρα­μί­δας, ἀλ­λά ἀ­να­τρέ­πον­τας τήν πυ­ρα­μί­δα αὐ­τή καί το­πο­θε­τῶν­τας τήν κο­ρυ­φή της πρός τά κά­τω μᾶς δι­δά­σκει τήν ἔ­σχα­τη καί ἀ­πό­λυ­τη τε­λει­ό­τη­τα…»
«...Στήν ἀν­τι­στρο­φή τῆς κοι­νω­νι­κῆς πυ­ρα­μί­δας βρί­σκε­ται κα­τά τή δι­δα­σκα­λί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ἡ λύ­ση ὄ­χι μό­νο τῆς ση­με­ρι­νῆς οἰ­κο­νο­μι­κῆς κρί­σης, ἀλ­λά καί ὅ­λων τῶν κοι­νω­νι­κῶν προ­βλη­μά­των. Θε­με­λι­ώ­δης ἀρ­χή αὐ­τῆς τῆς ἰ­δι­ό­τυ­πης κοι­νω­νι­κο­πο­λι­τι­κῆς θε­ώ­ρη­σης εἶ­ναι ἡ με­τα­τρο­πή κά­θε μορ­φῆς δύ­να­μης ἀ­πό «ἐ­ξου­σί­α» πού κα­τα­πι­έ­ζει τόν ἄν­θρω­πο σέ «δι­α­κο­νί­α» πού τόν ὑ­πη­ρε­τεῖ...»

 «Πάντες ο τν λόγων ατν ρασταί,
συνελθόντες μνοις τιμήσωμεν.
Ατοί γάρ τῇ Τριάδι, πέρ μν εί πρεσβεύουσιν»
 
 παγ­κό­σμια οἰ­κο­νο­μι­κή κρί­ση πού ταλαιπωρεῖ τά τελευταῖα χρό­νια τό σύ­νο­λο τῶν χω­ρῶν τοῦ δυ­τι­κοῦ κό­σμου, γε­νι­κό­τε­ρα, ἀλ­λά καί τήν πα­τρί­δα μας, εἰ­δι­κό­τε­ρα, ἀ­πο­τε­λεῖ ἀ­ναμ­φι­σβή­τη­τα τό πιό ἐ­πί­και­ρο θέ­μα τῶν ἡ­με­ρῶν μας. Αὐ­τή ἡ παγ­κό­σμια οἰ­κο­νο­μι­κή κρί­ση μο­νο­πω­λεῖ κα­θη­με­ρι­νά τό ἐν­δι­α­φέ­ρον τῶν δη­μο­σι­ο­γρά­φων καί ἀ­πο­τε­λεῖ τήν κεν­τρι­κή εἴ­δη­ση στά δελ­τί­α τῶν εἰ­δή­σε­ων καί στά πρω­το­σέ­λι­δα τῶν ἐ­φη­με­ρί­δων. Βα­σα­νί­ζει τή σκέ­ψη τῶν εἰ­δι­κῶν οἰ­κο­νο­μο­λό­γων καί τεχνοκρατῶν πού ἀναζητοῦν τήν ὁριστική της λύ­ση. Ἐ­ξω­θεῖ τίς ἐ­θνι­κές κυ­βερ­νή­σεις στή λή­ψη ἐ­πώ­δυ­νων μέ­τρων πού ἀνατρέπουν βί­αι­α τά οἰ­κο­νο­μι­κά κε­κτη­μέ­να καί τά ἐρ­γα­σια­κά δι­και­ώ­μα­τα τῶν λα­ῶν τους. Γε­μί­ζει μέ φό­βο καί ἀ­γω­νί­α τίς ψυ­χές τῶν ἁ­πλῶν ἀν­θρώ­πων. Δο­κι­μά­ζει ἀ­νάλ­γη­τα τά ὅ­ρια καί τίς ἀν­το­χές τῶν σύγ­χρο­νων κοι­νω­νι­ῶν. Παίρ­νον­τας, λοι­πόν, ἀ­φορ­μή ἀ­πό τή ση­με­ρι­νή ἑ­ορ­τή νο­μί­ζου­με, ὅτι θά ἄξιζε τόν κό­πο, νά ἐ­πι­χει­ρή­σου­με μί­α ἰ­δι­ό­τυ­πη προ­σέγ­γι­ση τοῦ ἐ­πί­και­ρου ζη­τή­μα­τος τῆς παγ­κό­σμιας οἰ­κο­νο­μι­κῆς κρί­σης ἀ­πό τήν πλευ­ρά τῆς χρι­στι­α­νι­κῆς δι­δα­σκα­λί­ας, ἐκ­φρα­στές τῆς ὁ­ποί­ας ὑ­πῆρ­ξαν οἱ σή­με­ρα τι­μώ­με­νοι Τρεῖς Ἱ­ε­ράρ­χες.
 ἰ­δέ­α τῆς ἰ­σό­τη­τας τῶν ἀν­θρώ­πων ἀ­πο­τε­λεῖ ἕ­να ἀ­πό τά βα­θύ­τε­ρα καί ὀν­το­λο­γι­κά ἀ­νώ­τε­ρα αἰ­τή­μα­τα τῆς ἀν­θρώ­πι­νης σκέ­ψης. Τό ὅ­ρα­μα ἑ­νός κό­σμου ἀ­πό­λυ­της δι­και­ο­σύ­νης, ἀλ­λη­λεγ­γύ­ης, εἰ­ρή­νης καί εὐ­τυ­χί­ας πού θε­με­λι­ώ­νε­ται στήν κοι­νω­νι­κή, πο­λι­τι­κή καί οἰ­κο­νο­μι­κή ἰ­σό­τη­τα τῶν ἀν­θρώ­πων ση­μά­δε­ψε ἀ­νε­ξί­τη­λα τήν πο­ρεί­α τῆς ἱ­στο­ρί­ας. Χά­ριν αὐ­τοῦ του ὁ­ρά­μα­τος δι­α­τυ­πώ­θη­καν κα­τά τό πέ­ρα­σμα τῶν αἰ­ώ­νων πολ­λές φι­λο­σο­φι­κές καί πο­λι­τι­κές θε­ω­ρί­ες, ξέ­σπα­σαν αἱ­μα­τη­ροί πό­λε­μοι καί ἐ­πα­να­στά­σεις, χύ­θη­καν πο­τά­μια δα­κρύ­ων, ἀν­θρώ­πι­νες ζω­ές θυ­σι­ά­στη­καν. Πα­ρό­λα αὐ­τά, ὅ­μως, ἡ πεί­ρα πού ἀ­πο­κτή­θη­κε ἀ­πο­δει­κνύ­ει μέ κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κό τρό­πο ὅ­τι πο­τέ καί που­θε­νά δέν ὑ­λο­ποι­ή­θη­κε τό ὅ­ρα­μα αὐ­τῆς τῆς ἰ­δα­νι­κῆς κοι­νω­νί­ας, ὅ­τι πο­τέ καί που­θε­νά δέν κα­τέ­στη δυ­να­τή ἡ πραγ­μα­το­ποί­η­ση τῆς ἰ­σό­τη­τας τῶν ἀν­θρώ­πων, ὅ­τι ἡ ἴ­δια ἡ φύ­ση ἐ­πι­βάλ­λει παν­τοῦ καί πάν­τα ὡς ἀ­πα­ρά­βα­το φυ­σι­κό νό­μο τήν ἀ­νι­σό­τη­τα τῶν ὄν­των, ὄ­χι μό­νο στήν κοι­νω­νι­κή μας ζω-ή,  ἀλ­λά καί σέ κά­θε μορ­φή ὕ­παρ­ξης τοῦ φυ­σι­κοῦ κό­σμου.
­πο­τέ­λε­σμα αὐ­τῆς τῆς ὀ­δυ­νη­ρῆς καί ἄ­δι­κης γιά τήν ἀν­θρώ­πι­νη λο­γι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τας εἶ­ναι ἡ ἱ­ε­ραρ­χι­κή δι­αί­ρε­ση τῶν ἀν­θρώ­πι­νων κοι­νω­νι­ῶν σέ ἀ­νώ­τε­ρα καί κα­τώ­τε­ρα ἐ­πί­πε­δα, ἡ ἐ­πι­βο­λή μί­ας ἱ­ε­ραρ­χι­κῆς τά­ξης πού, συ­νή­θως, ἀ­πο­κα­λεῖ­ται «κοι­νω­νι­κή πυ­ρα­μί­δα». Ἔ­τσι, οἱ ἄν­θρω­ποι χω­ρί­ζον­ται σέ κοι­νω­νι­κές ὁ­μά­δες πού ἑ­νω­μέ­νες συγ­κρο­τοῦν τήν ἀν­θρώ­πι­νη κοι­νω­νί­α, ἀλ­λά, ταυ­τό­χρο­να, δι­α­κρί­νον­ται με­τα­ξύ τους ὡς πρός τή θέ­ση τούς μέ­σα σέ μί­α εὐ­ρύ­τε­ρη κοι­νω­νι­κή πυ­ρα­μί­δα. Οἱ πιό ἀ­δύ­να­τες κοι­νω­νι­κές ὁ­μά­δες εἶ­ναι πάν­τα οἱ πο­λυ­πλη­θέ­στε­ρες καί βρί­σκον­ται στή βά­ση τῆς πυ­ρα­μί­δας. Οἱ ὁ­μά­δες αὐ­τές δέ­χον­ται τήν πί­ε­ση καί τό βάρος ὅ­λων τῶν ἄλ­λων ὁ­μά­δων πού βρί­σκον­ται σέ ἱ­ε­ραρ­χι­κά ἀ­νώ­τε­ρη θέ­ση, ἐ­νῶ οἱ ἴ­δι­ες δέν πι­έ­ζουν κα­μί­α ὁ­μά­δα. Ὅ­σο πο­ρεύ­ε­ται κα­νείς ἀ­πό τή βά­ση πρός τήν κο­ρυ­φή τῆς πυ­ρα­μί­δας δι­α­πι­στώ­νει ὅ­τι οἱ κοι­νω­νι­κές ὁ­μά­δες συρ­ρι­κνώ­νον­ται ὅ­λο καί πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­ριθ­μη­τι­κά καί, ἀ­φε­νός μέν, δέ­χον­ται λι­γό­τε­ρη πί­ε­ση ἀ­πό τίς ἱ­ε­ραρ­χι­κά ἀ­νώ­τε­ρες ὁ­μά­δες, ἀ­φε­τέ­ρου δέ, πι­έ­ζουν οἱ ἴ­δι­ες ὅ­λο καί πε­ρισ­σό­τε­ρο τίς ἱ­ε­ραρ­χι­κά κα­τώ­τε­ρες σέ σχέ­ση μέ αὐ­τές. Στήν κο­ρυ­φή, τέ­λος, τῆς πυ­ρα­μί­δας συ­ναν­τᾶμε μί­α μι­κρή ἀ­ριθ­μη­τι­κά ὁ­μά­δα πού ἐ­νῶ στη­ρί­ζε­ται σέ ὅ­λες τίς ἄλ­λες, ἀ­σκῶν­τας τούς πί­ε­ση, ἡ ἴ­δια δέν πι­έ­ζε­ται ἀ­πό που­θε­νά, ἀλ­λά λό­γῳ θέ­σε­ως καί ἰ­σχύ­ος ἐ­ξου­σιά­ζει τό σύ­νο­λο τῶν ὁ­μά­δων πού συγ­κρο­τοῦν τήν ἀν­θρώ­πι­νη κοι­νω­νί­α. Ἡ ὕ­παρ­ξη τῆς κοι­νω­νι­κῆς πυ­ρα­μί­δας –πα­ρά τήν πο­λυ­μορ­φί­α πού πα­ρου­σιά­ζει ἀ­νά­λο­γα μέ τίς ἐ­πο­χές καί τίς κοι­νω­νι­κο­πο­λι­τι­κές ἀν­τι­λή­ψεις τῶν ἀν­θρώ­πων– ἀ­πο­τε­λεῖ κα­θο­λι­κό καί πα­ναν­θρώ­πι­νο φαι­νό­με­νο καί ἀ­πο­δει­κνύ­ει μέ ἀ­δι­αμ­φι­σβή­τη­το τρό­πο τήν ὀν­το­λο­γι­κά ἀ­να­πό­φευ­κτη ἀ­νι­σό­τη­τα πού χα­ρα­κτη­ρί­ζει τίς ἀν­θρώ­πι­νες κοι­νω­νί­ες. Μᾶς ἀ­πο­δει­κνύ­ει, δη­λα­δή, ὅ­τι οἱ ἄν­θρω­ποι δέν θά εἶ­ναι πο­τέ ἴ­σοι, ἀλ­λά πάν­τα θά δι­α­κρί­νον­ται σέ δυ­να­τούς καί ἀ­δύ­να­τους, σέ πλού­σιους καί πτω­χούς, σέ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἤ λι­γό­τε­ρο ἔ­ξυ­πνους, σέ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἤ λι­γό­τε­ρο ἱ­κα­νούς. Ὅ­πως, φυ­σι­κά, θά δι­α­κρί­νον­ται πάν­το­τε σέ ψη­λούς καί κον­τούς, σέ ὄ­μορ­φους καί ἄ­σχη­μους, σέ χον­δρούς καί λι­γνούς, σέ καλ­λί­φω­νους καί πα­ρά­φω­νους.
Μ
προ­στά σέ αὐ­τό τό ὀ­δυ­νη­ρό ἀ­δι­έ­ξο­δο προ­βάλ­λουν, ἐκ πρώ­της ὄ­ψε­ως, δύ­ο πι­θα­νές λύ­σεις. Ἡ πρώ­τη εἶ­ναι ὁ συμ­βι­βα­σμός μέ τήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα καί ἡ πα­ραί­τη­ση ἀ­πό τό αἴ­τη­μα τῆς ἰ­σό­τη­τας τῶν ἀν­θρώ­πων. Ἡ δεύ­τε­ρη εἶ­ναι ἡ με­τά­θε­ση τοῦ αἰ­τή­μα­τος τῆς ἰ­σό­τη­τας ἔ­ξω ἀ­πό τά ὅ­ρια τοῦ ἱ­στο­ρι­κοῦ χρό­νου (ἡ πί­στη, δη­λα­δή, ὅ­τι σέ ἕ­ναν ἄλ­λο κό­σμο, σέ κά­ποι­α ἄλ­λη ζω­ή, θά ἐ­πι­κρα­τή­σει ἡ ἰ­σό­τη­τα πού ἀ­δυ­να­τεῖ νά ἐ­πι­κρα­τή­σει στίς ἱ­στο­ρι­κές κοι­νω­νί­ες). Ἡ δι­δα­σκα­λί­α, ὅ­μως, τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ἀ­πορ­ρί­πτει καί τίς δύ­ο αὐ­τές λύ­σεις, ὑ­πο­δει­κνύ­ον­τας ἕ­ναν ἄλ­λο δρό­μο πρός ἀν­τι­με­τώ­πι­ση τοῦ ζη­τή­μα­τος. Κάτ΄ ἀρ­χήν, ἡ Ἐκ­κλη­σί­α δέν ἀρ­νεῖ­ται τήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τῆς ἀ­νι­σό­τη­τας τῶν ἀν­θρώ­πων καί, ὡς ἐκ τού­του, δέν θε­ω­ρεῖ τήν ἰ­δέ­α τῆς ἰ­σό­τη­τας ὡς τήν ἐν­δει­κνυ­ό­με­νη ἀ­πάν­τη­ση στό αἴ­τη­μα τῆς οἰ­κο­δό­μη­σης ἑ­νός κό­σμου δι­και­ο­σύ­νης καί εὐ­τυ­χί­ας. Κα­τά τή χρι­στι­α­νι­κή δι­δα­σκα­λί­α θε­με­λι­ώ­δης ἀρ­χή τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ὕ­παρ­ξης εἶ­ναι ἡ ἐ­λευ­θε­ρί­α, δη­λα­δή ἡ δυ­να­τό­τη­τα τοῦ ἀν­θρώ­που νά ἐ­πι­λέ­γει τήν πραγ­μα­το­ποί­η­ση τοῦ κα­κοῦ, ἀ­κό­μα καί ὅ­ταν ἔ­χει πλή­ρη συ­νεί­δη­ση τοῦ λαν­θα­σμέ­νου καί ἀ­δι­έ­ξο­δου χα­ρα­κτή­ρα τῆς ἐ­πι­λο­γῆς του. Συ­νε­πῶς, γιά τήν Ἐκ­κλη­σί­α ἡ πραγ­μα­τι­κή αἰ­τί­α τῆς κοι­νω­νι­κῆς ἀ­δι­κί­ας καί, γενικότερα, ὅ­λων τῶν μορ­φῶν τοῦ «κοι­νω­νι­κοῦ κα­κοῦ» δέν βρί­σκε­ται στήν ἀ­νι­σό­τη­τα τῶν ἀν­θρώ­πων, ἀλ­λά στήν κα­κή χρή­ση τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ἐ­λευ­θε­ρί­ας. Εἶ­ναι, ἄ­ρα­γε, πο­τέ δυ­να­τόν νά ἐ­πι­κρα­τή­σει ἡ δι­και­ο­σύ­νη καί ἡ εὐ­τυ­χί­α στίς ἱ­στο­ρι­κές κοι­νω­νί­ες ὅ­σο οἱ ἄν­θρω­ποι θά ἀ­σκοῦν τήν ἐ­λευ­θε­ρί­α τους μέ ἀρ­νη­τι­κό τρό­πο; Ἡ πεί­ρα τῶν αἰ­ώ­νων ἐ­πι­βάλ­λει ἀ­μεί­λι­κτα μί­α καί μό­νη ἀ­πάν­τη­ση: ὄ­χι. Ὅ­σο θά ὑ­πάρ­χουν ἄν­θρω­ποι πο­νη­ροί καί κα­κο­προ­αί­ρε­τοι, φι­λάρ­γυ­ροι καί φι­λό­δο­ξοι, φί­λαρ­χοι καί ἐ­γω­ι­στές, δό­λιοι καί ἀ­πα­τε­ῶ­νες, ὅ­σο, δη­λα­δή, οἱ ἄν­θρω­ποι θά κυ­ρι­αρ­χοῦν­ται ἀ­πό τά πά­θη τους ἡ κοι­νω­νι­κή ἀ­δι­κί­α καί δυ­στυ­χί­α θά ἀ­να­πα­ρά­γε­ται ἀ­έ­να­α καί κα­μιά πο­λι­τι­κή καί κοι­νω­νι­κή θε­ω­ρί­α, κα­νέ­να κόμ­μα καί κα­μί­α οἰ­κο­νο­μι­κή με­ταρ­ρύθ­μι­ση, κα­νέ­νας πό­λε­μος καί κα­μί­α ἐ­πα­νά­στα­ση, δέν θά μπο­ρέ­σουν νά χα­ρί­σουν στήν πο­λύ­πα­θη ἀν­θρω­πό­τη­τα τήν πο­θού­με­νη δι­και­ο­σύ­νη καί εὐ­τυ­χί­α. Τί πρέ­πει, λοι­πόν, νά γί­νει; Μπο­ροῦν, τε­λι­κά, νά ἱ­κα­νο­ποι­η­θοῦν τά πα­ναν­θρώ­πι­να αἰ­τή­μα­τα τῆς κοι­νω­νι­κῆς δι­και­ο­σύ­νης καί εὐ­τυ­χί­ας; Καί, ἄν ναί, μέ ποι­ό τρό­πο;
 Χρι­στός στό Εὐ­αγ­γέ­λιο ὑ­πο­δει­κνύ­ει ὡς λύ­ση τοῦ προ­βλή­μα­τος ὄ­χι τήν ἰ­σο­πέ­δω­ση τῆς κοι­νω­νι­κῆς πυ­ρα­μί­δας, ἀλ­λά τήν πλή­ρη ἀν­τι­στρο­φή της. Ὁ Κύ­ριος δέν ἀρ­νεῖ­ται τήν ἀ­νι­σό­τη­τα καί τήν ἱ­ε­ράρ­χη­ση τῶν ἀν­θρώ­πων, δέν ἀρ­νεῖ­ται τή συγ­κρό­τη­ση τῆς κοι­νω­νι­κῆς πυ­ρα­μί­δας, ἀλ­λά ἀ­να­τρέ­πον­τας τήν πυ­ρα­μί­δα αὐ­τή καί το­πο­θε­τῶν­τας τήν κο­ρυ­φή της πρός τά κά­τω μᾶς δι­δά­σκει τήν ἔ­σχα­τη καί ἀ­πό­λυ­τη τε­λει­ό­τη­τα. Ὁ ἴ­διος ὁ Χρι­στός βρί­σκε­ται στήν κο­ρυ­φή αὐ­τῆς τῆς ἀν­τε­στραμ­μέ­νης πυ­ρα­μί­δας καί ἑ­κού­σια δέ­χε­ται ἐ­πά­νω Του τό βά­ρος ὅ­λης της ἀν­θρω­πό­τη­τας. Εἶ­ναι, κα­τά τή μαρ­τυ­ρί­α τοῦ Τι­μί­ου Προ­δρό­μου, «…ὁ ἀ­μνός τοῦ Θε­οῦ, ὁ αἴ­ρων τήν ἁ­μαρ­τί­αν τοῦ κό­σμου…» (Ἰ­ω­άν­νου 1,29). Ὅ­σοι ἀ­κο­λου­θοῦν τό Χρι­στό πο­ρεύ­ον­ται –μέ­σα στά πλαί­σια τῆς εὐ­ρύ­τε­ρης πυ­ρα­μί­δας– πρός Αὐ­τόν. Ὅ­σο, ὅ­μως, πε­ρισ­σό­τε­ρο πλη­σιά­ζουν πρός τό Χρι­στό, τό­σο λι­γο­στεύ­ουν οἱ ἄν­θρω­ποι πού βρί­σκον­ται δί­πλα τους καί τό­σο με­γα­λώ­νει ἡ πί­ε­ση πού δέ­χον­ται ἀ­πό τά κοι­νω­νι­κά στρώ­μα­τα πού βρί­σκον­ται πά­νω ἀ­πό αὐ­τούς. Ἔ­τσι, στό πο­σο­στό πού πλη­σιά­ζουν τό Χρι­στό στήν κο­ρυ­φή τῆς ἀν­τε­στραμ­μέ­νης πυ­ρα­μί­δας ἐ­ξο­μοι­ώ­νον­ται μέ Αὐ­τόν, ση­κώ­νον­τας τά βά­ρη τῶν ἀ­δελ­φῶν τους, κα­τά τό λό­γο τοῦ Ἀ­πό­στο­λου Παύ­λου: «…Ὄ­φει­λο­μεν ἠ­μεῖς οἱ δυ­να­τοί τά ἀ­σθε­νή­μα­τα τῶν ἀ­δυ­νά­των βα­στά­ζειν καί μή ἐ­αυ­τοῖς ἀ­ρέ­σκειν…» (Ρω­μαί­ους 15,1). Ὁ Κύ­ριος, ἀ­να­φε­ρό­με­νος στήν ἀ­να­τρο­πή τῆς κοι­νω­νι­κῆς πυ­ρα­μί­δας καί στήν ἰ­δι­αί­τε­ρη θέ­ση Του στήν κο­ρυ­φή της, εἶ­πε γιά τόν Ἑ­αυ­τό Του: «…μεί­ζο­να ταύ­της ἀ­γά­πην οὐ­δείς ἔ­χει, ἴ­να τίς τήν ψυ­χήν αὐ­τοῦ θῆ ὑ­πέρ τῶν φί­λων αὐ­τοῦ…» (Ἰ­ω­άν­νου 15,13) καί «…ὁ Υἱ­ός τοῦ ἀν­θρώ­που οὐκ ἦλ­θε δι­α­κο­νη­θῆ­ναι, ἀλ­λά δι­α­κο­νῆ­σαι καί δοῦ­ναι τήν ψυ­χήν Αὐ­τοῦ λύ­τρον ἀν­τί πολ­λῶν…» (Ματ­θαί­ου 20,28). Ἔ­δω­σε, μά­λι­στα, ἐν­το­λή στούς μα­θη­τές Του νά ἀ­κο­λου­θή­σουν τό πα­ρά­δειγ­μά Του: «…οἱ ἄρ­χον­τες τῶν ἐ­θνῶν κα­τα­κυ­ρι­εύ­ου­σιν αὐ­τῶν καί οἱ με­γά­λοι κα­τε­ξου­σι­ά­ζου­σιν αὐ­τῶν. Οὔχ οὕ­τως ἔ­σται ἐν ὑ­μῖν ἀλ­λ’ ὅς ἐ­άν θέ­λη ἐν ὑ­μῖν μέ­γας γε­νέ­σθαι, ἔ­σται ὑ­μῶν δι­ά­κο­νος, καί  ὅς ἐάν θέλη ἐν ὑμῖν εἶναι πρῶ­τος, ἔ­σται ὑ­μῶν δοῦ­λος…» (Ματ­θαί­ου 20,25-27).
Σ
έ αὐ­τήν, ἀ­κρι­βῶς, τήν ἀν­τι­στρο­φή τῆς κοι­νω­νι­κῆς πυ­ρα­μί­δας βρί­σκε­ται κα­τά τή δι­δα­σκα­λί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ἡ λύ­ση ὄ­χι μό­νο τῆς ση­με­ρι­νῆς οἰ­κο­νο­μι­κῆς κρί­σης, ἀλ­λά καί ὅ­λων τῶν κοι­νω­νι­κῶν προ­βλη­μά­των. Θε­με­λι­ώ­δης ἀρ­χή αὐ­τῆς τῆς ἰ­δι­ό­τυ­πης κοι­νω­νι­κο­πο­λι­τι­κῆς θε­ώ­ρη­σης εἶ­ναι ἡ με­τα­τρο­πή κά­θε μορ­φῆς δύ­να­μης ἀ­πό «ἐ­ξου­σί­α» πού κα­τα­πι­έ­ζει τόν ἄν­θρω­πο σέ «δι­α­κο­νί­α» πού τόν ὑ­πη­ρε­τεῖ. Μό­νο ἄν ἀ­σκή­σουν οἱ ἄν­θρω­ποι μέ θε­τι­κό τρό­πο τήν ἐ­λευ­θε­ρί­α τους, ὡς ἀ­γά­πη, κα­τά τό ὑ­πό­δειγ­μα τοῦ Χρι­στοῦ ὅ­λες οἱ μορ­φές τοῦ κοι­νω­νι­κοῦ κα­κοῦ θά ἐ­ξα­φα­νι­στοῦν ἀ­πό τή ζω­ή μας. Μό­νο τό­τε ἡ δι­και­ο­σύ­νη καί ἡ εὐ­τυ­χί­α θά ἐ­πι­κρα­τή­σουν στίς ἱ­στο­ρι­κές κοι­νω­νί­ες. Μό­νο τό­τε ἡ ἀ­κό­ρε­στη ἐ­πι­θυ­μί­α τῶν ἰ­σχυ­ρῶν γιά χρῆ­μα καί ἐ­ξου­σί­α θά ἀν­τι­κα­τα­στα­θεῖ εἰ­ρη­νι­κά καί ἀ­ναί­μα­κτα ἀ­πό μί­α νέ­α οἰ­κο­νο­μι­κή καί πο­λι­τι­κή ἀν­τί­λη­ψη πού θά θε­ω­ρεῖ κέρ­δος ὄ­χι τή συσ­σώ­ρευ­ση τοῦ πλού­του, ἀλ­λά τήν κα­λή του δι­α­χεί­ρι­ση μέ ὕ­ψι­στο κρι­τή­ριο τίς ἀ­νάγ­κες ὅ­λων τῶν ἀν­θρώ­πων. Μό­νο τό­τε θά ἐ­ξα­φα­νι­στοῦν ἀ­πό τή ζω­ή μας ἡ πεί­να καί ἡ φτώ­χεια, ἡ ἀ­δι­κί­α καί ἡ ἐκ­με­τάλ­λευ­ση, ἡ ἐ­ξα­θλί­ω­ση καί ὁ ἀ­ναλ­φα­βη­τι­σμός, τό ψέ­μα καί ὁ δό­λος, ὁ φό­βος τοῦ πο­λέ­μου καί, τε­λι­κά, ὁ ἴ­διος ὁ πό­λε­μος. Μό­νο τό­τε θά δη­μι­ουρ­γη­θοῦν νό­μοι καί θε­σμοί, δι­ε­θνεῖς ὀρ­γα­νι­σμοί καί δι­α­κρα­τι­κές συμ­μα­χί­ες, πού θά ὑ­πη­ρε­τοῦν ὄ­χι τό ἐ­γω­ι­στι­κό συμ­φέ­ρον τῶν ολί­γων, ἀλ­λά τό γε­νι­κό συμ­φέ­ρον τῶν πολ­λῶν.
Α
ὐ­τός εἶ­ναι ὁ δρό­μος τοῦ Χρι­στοῦ καί τῶν Ἁ­γί­ων Του. Αὐ­τό τό δρό­μο ἀ­κο­λού­θη­σαν οἱ σή­με­ρα ἑ­ορ­τα­ζό­με­νοι Τρεῖς Ἱ­ε­ράρ­χες καί αὐ­τό τό δρό­μο μᾶς δί­δα­ξαν μέ τό πο­λύ­πλευ­ρο ἔρ­γο τους ὡς ὁ­δό ἀ­πό­λυ­της τε­λει­ό­τη­τας. Καί οἱ Τρεῖς κα­τά­γον­ταν ἀ­πό ἀρ­χον­τι­κές καί πλού­σι­ες οἰ­κο­γέ­νει­ες. Ἀρ­νή­θη­καν, ὅ­μως, ἑ­κού­σια τόν πλοῦ­το καί ἀ­κο­λου­θών­τας τό πα­ρά­δειγ­μα καί τήν ἐν­το­λή τοῦ Χρι­στοῦ μοί­ρα­σαν τήν πε­ρι­ου­σί­α τους στούς πτω­χούς. Καί οἱ Τρεῖς δι­έ­θε­σαν ὅ­λες τίς ψυ­χο­σω­μα­τι­κές τους δυ­νά­μεις, ὅ­λες τίς ἐ­πι­στη­μο­νι­κές τους γνώ­σεις, ὅ­λα τους τά τα­λέν­τα καί ὅ­λα τά πλού­σια χα­ρί­σμα­τά τους στήν ἀ­νι­δι­ο­τε­λῆ δι­α­κο­νί­α τῶν ἀν­θρώ­πων. Καί οἱ Τρεῖς ἔ­λεγ­ξαν μέ αὐ­στη­ρό­τα­τη γλώσ­σα τούς ἰ­σχυ­ρούς της ἐ­πο­χῆς τους. Ἄ­σκη­σαν, ἔ­τσι, δρι­μύ­τα­τη κρι­τι­κή στούς ἀ­νά­ξιους βα­σι­λιά­δες κα­τα­δι­κά­ζον­τας τήν ἰ­δι­ο­τε­λῆ ἄ­σκη­ση τῆς πο­λι­τι­κῆς ἐ­ξου­σί­ας. Κα­τήγ­γει­λαν δη­μό­σια τους δι­ε­φθαρ­μέ­νους πο­λι­τι­κούς καί θρη­σκευ­τι­κούς ἄρ­χον­τες γιά τήν προ­σω­πο­λη­ψί­α τους κα­τά τήν ἀ­πό­δο­ση τῆς δι­και­ο­σύ­νης καί γιά τόν πα­ρά­νο­μο χρη­μα­τι­σμό τους. Στη­λί­τευ­σαν ἀ­νε­λέ­η­τα τούς πλού­σιους γιά τήν κα­κή χρή­ση τοῦ πλού­του, ἀ­παι­τών­τας ἐ­πι­τα­κτι­κά τήν ἄ­σκη­ση τῆς κοι­νω­νι­κῆς ἀλ­λη­λεγ­γύ­ης πού κα­τά τήν ἐν­το­λή τοῦ Χρι­στοῦ ὑ­πο­χρε­οῦν­ται νά ἐ­πι­δει­κνύ­ουν οἱ δυ­να­τοί πρός τούς ἀ­δύ­να­τους. Ἀ­γω­νί­στη­καν, τέ­λος, μέ ὅ­λες τους τίς δυ­νά­μεις γιά τήν ἔμ­πρα­κτη ἐ­φαρ­μο­γή τῆς ἀ­γά­πης στίς ἀν­θρώ­πι­νες κοι­νω­νί­ες καί μᾶς ἄ­φη­σαν ὡς πο­λύ­τι­μη πα­ρα­κα­τα­θή­κη, τό­σο τό προ­σω­πι­κό τους πα­ρά­δειγ­μα, ὅ­σο καί τή θε­ό­πνευ­στη δι­δα­σκα­λί­α τους. Ὁ Μέ­γας Βα­σί­λει­ος, γιά πα­ρά­δειγ­μα, ἀ­παί­τη­σε ἀ­πό τούς πλού­σιους της ἐ­πο­χῆς του νά μοι­ρά­σουν στούς πτω­χούς τά ἀ­γα­θά πού εἶ­χαν φυ­λαγ­μέ­να στίς ἀ­πο­θῆ­κες τους καί ὁ­πλι­σμέ­νος μέ τό κύ­ρος πού τοῦ προ­σέ­δι­δε τό προ­σω­πι­κό του πα­ρά­δειγ­μα τούς ἔ­πει­σε τε­λι­κά νά ἐ­νερ­γή­σουν κα­τά τίς ἐν­το­λές του. Ἔ­σω­σε, ἔ­τσι, κα­τά τό λι­μό τοῦ 367 μ.Χ. τούς πτω­χούς της Και­σά­ρειας χω­ρίς νά τούς δι­α­κρί­νει σέ χρι­στια­νούς, ἐ­θνι­κούς καί Ἑ­βραί­ους. Λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα, ὡς ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πος, πλέ­ον, Και­σα­ρεί­ας, μέ χρή­μα­τα πού συγ­κέν­τρω­σε ἀ­πό δω­ρε­ές πλου­σί­ων καί μέ τήν ἀ­νι­δι­ο­τε­λῆ ἐρ­γα­σί­α τῶν μο­να­χῶν ἔ­κτι­σε τήν πε­ρί­φη­μη Βα­σι­λειά­δα. Ἕ­να κοι­νω­φε­λές ἵ­δρυ­μα πού πε­ρι­ε­λάμ­βα­νε νο­σο­κο­μεῖ­ο, πτω­χο­κο­μεῖ­ο, ὀρ­φα­νο­τρο­φεῖ­ο καί σχο­λεῖ­ο γιά τά πτω­χά παι­διά.
Σ
τό δρό­μο τῆς ἔμ­πρα­κτης ἐ­φαρ­μο­γῆς τῆς ἀ­γά­πης βρί­σκε­ται, καί κα­τά τήν τα­πει­νή μας ἀ­πο­ψη, ἡ λύ­ση τῆς ση­με­ρι­νῆς παγ­κό­σμιας οἰ­κο­νο­μι­κῆς κρί­σης πού εἴ­θε μέ τίς θε­ο­δε­κτές πρε­σβεῖες τῶν Τρι­ῶν Ἱ­ε­ραρ­χῶν νά ξε­πε­ρα­στεῖ τό συν­το­μό­τε­ρο δυ­να­τό γιά τό κα­λό ὅ­λου του κό­σμου καί, κυ­ρί­ως, γιά τό κα­λό της πα­τρί­δας καί τοῦ λα­οῦ μας.

Μπερ­κου­τά­κης Μι­χα­ήλ
Θε­ο­λό­γος – Ἐκπαιδευτικός
Πύρ­γος Ἠ­λεί­ας, 15/01/2011
 


Read more: http://www.egolpion.com/ierarxes_krisews.el.aspx#ixzz3QAcTdceY

ΛΟΓΟΣ ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΟΣ ΕΠΙ Τῌ ΜΝΗΜῌ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ Ἤγουν, περί ἀκτημοσύνης καί πτωχείας πλουτοποιοῦ.

 



ΛΟΓΟΣ ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΟΣ ΕΠΙ Τῌ ΜΝΗΜῌ
ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ
Ἤγουν, περί ἀκτημοσύνης καί πτωχείας πλουτοποιοῦ.*
«…Ὁ πλοῦ­τος δέν εἶ­ναι ἀ­πό τή φύ­ση του οὔ­τε κα­λός, οὔ­τε κα­κός. Γί­νε­ται, ὅ­μως, κα­λός ἤ κα­κός ἀ­νά­λο­γα μέ τόν τρό­πο πού τόν χρη­σι­μο­ποι­εῖ ὁ ἄν­θρω­πος. Ἄν ὁ ἄν­θρω­πος συμ­πε­ρι­φέ­ρε­ται ὡς κα­λός οἰ­κο­νό­μος τῶν δω­ρε­ῶν τοῦ Θε­οῦ, τό­τε αὐ­τό­μα­τα καί ὁ πλοῦ­τος λει­τουρ­γεῖ ὡς ἀ­γα­θό πού ὑ­πη­ρε­τεῖ τήν ἀ­γά­πη καί τή δι­και­ο­σύ­νη. Ἄν, πά­λι, ὁ ἄν­θρω­πος συμ­πε­ρι­φέ­ρε­ται ὡς κα­κός οἰ­κο­νό­μος τῶν δω­ρε­ῶν τοῦ Θε­οῦ, τό­τε αὐ­τό­μα­τα καί ὁ πλοῦ­τος λει­τουρ­γεῖ ὡς κοι­νω­νι­κό κα­κό πού ὑ­πη­ρε­τεῖ τό ἐ­γω­κεν­τρι­κό συμ­φέ­ρον καί τήν ἀ­δι­κί­α. Ὁ Χρι­στός δέν κα­τα­δι­κά­ζει τόν πλοῦ­το, ἀλ­λά τήν κα­κή χρή­ση τοῦ πλού­του ἀπό τόν ἄνθρωπο…».
...ἡ ἄρνηση τῆς ἐπιθυμίας τοῦ πλούτου ἀποτελεῖ μόνο τήν ἀφετηρία στόν ἀγώνα τῆς ἐξομοίωσης τοῦ ἀνθρώπου πρός τό ὑπόδειγμα τῆς ἐσωτερικῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ…πού στήν ἀσκητική γραμματεία τῆς Ἐκκλησίας χαρακτηρίζεται, γενικά, ὡς «ἀκτημοσύνη». Ἡ πλήρης, ὅμως, ἔννοια τῆς χριστιανικῆς ἀκτημοσύνης ξεκινᾶ ἀπό τήν ἄρνηση τῆς ἐπιθυμίας τοῦ πλούτου καί τῆς ἰδιοποίησης τῶν ὑλικῶν κτήσεων, καί, σέ δεύτερη φάση, ἐπεκτείνεται στήν ἄρνηση τῆς ἰδιοποίησης τῶν διανοητικῶν καί τῶν καλλιτεχνικῶν κτήσεων, γιά νά καταλήξει, στήν τρίτη καί τελική της φάση, στήν ἄρνηση τῆς ἰδιοποίησης τοῦ ἀνθρώπινου σώματος...»
 «Πάντες ο τν λόγων ατν ρασταί,
συνελθόντες μνοις τιμήσωμεν.
Ατοί γάρ τῇ Τριάδι, πέρ μν εί πρεσβεύουσιν»
 
Π
 ρίν ἀ­πό δύ­ο χρό­νια, σάν σή­με­ρα, μέ­σα σέ αὐ­τό τό ναό προ­σπα­θή­σα­με νά προ­σεγ­γί­σου­με μέ βά­ση τή χρι­στι­α­νι­κή δι­δα­σκα­λί­α τό ζή­τη­μα τῆς παγ­κό­σμιας οἰ­κο­νο­μι­κῆς κρί­σης. Προ­βάλ­α­με, τό­τε, τό πα­ρά­δειγ­μα καί τή δι­δα­σκα­λί­α τοῦ Κυ­ρί­ου μας, ἀλ­λά καί τῶν Τρι­ῶν Ἱ­ε­ραρ­χῶν, ὡς τή μό­νη ὁ­δό πού μπο­ρεῖ νά ὁ­δη­γή­σει μέ ἀ­σφά­λεια τήν πα­τρί­δα μας καί, γε­νι­κό­τε­ρα, τήν ἀν­θρω­πό­τη­τα στήν ὑ­πέρ­βα­ση τῆς οἰ­κο­νο­μι­κῆς κρί­σης καί τήν κα­θο­λι­κή ἐ­πι­κρά­τη­ση τῶν με­γά­λων ἀ­γα­θῶν τῆς δι­και­ο­σύ­νης, τῆς εἰ­ρή­νης καί τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας.
Τ
 ά πράγ­μα­τα θά ἦ­ταν, σί­γου­ρα, πο­λύ κα­λύ­τε­ρα, ἄν ἡ παγ­κό­σμια οἰ­κο­νο­μι­κή κρί­ση πού μᾶς ἔ­δω­σε τήν ἀ­φορ­μή γιά τήν ἐκ­φώ­νη­ση ἐ­κεί­νης τῆς ὁ­μι­λί­ας ἀ­πο­τε­λοῦ­σε πιά πα­ρελ­θόν καί ἄν ἄλ­λα ζη­τή­μα­τα ἀ­πα­σχο­λοῦ­σαν τήν ἐ­πι­και­ρό­τη­τα τῶν ἡ­με­ρῶν μας. Δυστυ­χῶς, ὅ­μως, τά γε­γο­νό­τα δέν ἐ­ξε­λί­χθη­καν ἔ­τσι. Ὁ φό­βος τῆς ἐν­δε­χό­με­νης ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κῆς οἰ­κο­νο­μι­κῆς κα­τάρ­ρευ­σης, ἡ ἐ­ξα­θλί­ω­ση τοῦ ἀν­θρώ­που ἀ­πό τήν ἀ­νέ­χεια καί τήν ἀ­νερ­γί­α, ἡ ἀ­γω­νί­α γιά τό μέλ­λον τῶν παι­δι­ῶν μας καί, φυ­σι­κά, ἡ ἀ­να­σφά­λεια πού ἐ­πι-κρα­τεῖ στίς ἀ­να­πτυγ­μέ­νες, κυ­ρί­ως, κοι­νω­νί­ες τοῦ δυ­τι­κοῦ κό­σμου δι­α­τη­ροῦν τό θέ­μα τῆς παγ­κό­σμιας οἰ­κο­νο­μι­κῆς κρί­σης στό προ­σκή­νιο τῆς ἐ­πι­και­ρό­τη­τας, προ­σφέ­ρον­τάς του τήν πρω­το­κα­θε­δρί­α τοῦ πο­λι­τι­κοῦ, δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κοῦ καί κοι­νω­νι­κοῦ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τος.
Π
 αίρ­νον­τας, λοι­πόν, καί πά­λι ἀ­φορ­μή ἀ­πό τό ἴ­διο ἐ­πί­και­ρο ζή­τη­μα, νο­μί­ζου­με πώς ἀ­ξί­ζει τόν κό­πο νά σχο­λι­ά­σου­με γιά μί­α ἀ­κό­μη φο­ρά κά­ποι­ες πτυ­χές τῆς θε­ο­λο­γί­ας τοῦ κοι­νω­νι­κοῦ βί­ου, βα­σι­κοί ἐκ­φρα­στές τῆς ὁ­ποί­ας, τό­σο σέ πρα­κτι­κό, ὅ­σο καί σέ θε­ω­ρη­τι­κό ἐ­πί­πε­δο, ὑ­πῆρ­ξαν οἱ σή­με­ρα τι­μώ­με­νοι Τρεῖς Ἱ­ε­ράρ­χες. Εἰ­δι­κό­τε­ρα, ὁ ση­με­ρι­νός μας λό­γος δέν θά ἀ­σχο­λη­θεῖ μέ τό καί­ριο ζή­τη­μα τῆς ὑ­πέρ­βα­σης τῆς οἰ­κο­νο­μι­κῆς κρί­σης, ἀλ­λά μέ τό ζή­τη­μα τοῦ πλού­του καί τῆς ὀρ­θῆς δι­α­χεί­ρι­σης τῶν ὑ­λι­κῶν ἀ­γα­θῶν. Καί μέ­σα σέ αὐ­τό τό πλαί­σιο θά προ­σπα­θή­σου­με νά ἀ­να­πτύ­ξου­με συ­νο­πτι­κά καί τό βα­θύ­τε­ρο νό­η­μα τῆς χρι­στι­α­νι­κῆς «ἀ­κτη­μο­σύ­νης», γιά τήν ὁ­ποί­α γί­νε­ται ἐ­κτε­νής λό­γος στήν Πα­ρά­δο­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καί, κυ­ρί­ως, στήν ἀ­σκη­τι­κή καί νη­πτι­κή της γραμ­μα­τεί­α.
 χρι­στι­α­νι­κή ζω­ή εἶ­ναι ἀ­πό τή φύ­ση της ρι­ζο­σπα­στι­κή καί ἀ­να­τρε­πτι­κή. Δέν δι­στά­ζει νά ἀμ­φι­σβη­τή­σει πράγ­μα­τα αὐ­το­νό­η­τα γιά τήν πλει­ο­ψη­φί­α τῶν ἀν­θρώ­πων ἤ καί νά ἔρ­θει σέ πλήρη ρή­ξη μέ ὄ­τι, συ­νή­θως, ὀ­νο­μά­ζου­με κοι­νή λο­γι­κή. Αὐ­τό ὀ­φεί­λε­ται, τό­σο στόν ὑ­περ­λό­γο χα­ρα­κτή­ρα τῆς χρι­στι­α­νι­κῆς ἀ­πο­κά­λυ­ψης, ὅ­σο καί στήν ἀ­ξι­ο­λό­γη­ση τῶν ἀν­θρώ­πων ἀπό τή χριστιανική ἠθική μέ βά­ση τήν ἐ­σω­τε­ρι­κή καί καρ­δια­κή τους ζω­ή, πού παραμένει πάντα κρυφή και ἀ­θέ­α­τη, καί ὄ­χι μέ βά­ση τήν ἐ­ξω­τε­ρι­κή καί φαι­νο­με­νι­κή ζω­ή τους, τήν ἄμεσα προ­σι­τή στίς αἰ­σθή­σεις μας καί τήν ἀντικειμενική πα­ρα­τή­ρη­ση.
Μ
 έ βά­ση αὐ­τή τή θε­με­λι­ώ­δη ἀρ­χή μπο­ροῦ­με, ἴ­σως, νά κα­τα­νο­ή­σου­με τίς θέ­σεις τῆς χρι­στι­α­νι­κῆς ἠ­θι­κῆς γιά τό ζή­τη­μα τοῦ πλού­του καί τῆς ὀρ­θῆς χρή­σης του. Ἐ­νῶ, λοι­πόν, ὅ­λοι οἱ ἄν­θρω­ποι ἀ­γα­ποῦν τόν πλοῦ­το καί δι­α­κα­ῶς τόν ἐ­πι­θυ­μοῦν, ὁ Χρι­στός δέν συμ­με­ρί­ζε­ται αὐ­τή τήν ἀν­τί­λη­ψη. Ἀν­τί­θε­τα, Θε­άν­θρω­πος ὤν, ἐ­πι­λέ­γει ἑ­κού­σια τήν ὁ­δό τῆς πτω­χεί­ας καί αὐ­τή μᾶς προ­τεί­νει ὡς κα­νό­να ἀ­πό­λυ­της τε­λει­ό­τη­τας. Μι­λᾶ γιά τόν πλού­σιο μέ τήν ἀ­γά­πη καί τή συμ­πά­θεια πού ἁρ­μό­ζουν σέ ἕ­να πρό­σω­πο τρα­γι­κό καί δυ­στυ­χι­σμέ­νο, τό ὁ­ποῖ­ο, ἐ­νῶ νο­μί­ζει πώς κα­τέ­χει τά πάν­τα, δέν κα­τέ­χει, στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, τί­πο­τα. Θε­ω­ρεῖ τήν ἀ­γά­πη πρός τόν πλοῦ­το ὡς ἀ­πό­λυ­τα ἀ­συμ­βί­βα­στη μέ τήν ἀ­γά­πη πρός τό Θε­ό καί τό πρός τό συ­νάν­θρω­πο καί, τέ­λος, μᾶς προ­ει­δο­ποι­εῖ πώς ἡ ἀ­γά­πη αὐ­τή μπο­ρεῖ νά γί­νει ἡ αἰ­τί­α τοῦ αἰ­ώ­νιου χω­ρι­σμοῦ μας ἀ­πό τό μό­νο ἀ­λη­θι­νό Πλοῦ­το, τό Θε­ό.
Γ
 ια­τί, ὅ­μως, ὁ Χρι­στός ἐμ­φα­νί­ζε­ται στά εὐ­αγ­γέ­λια τό­σο ἐ­πι­φυ­λα­κτι­κός ἀ­πέ­ναν­τι στό φαι­νό­με­νο τῆς συσ­σώ­ρευ­σης τοῦ πλού­του; Ἡ ἀ­πάν­τη­ση τοῦ ἐ­ρω­τή­μα­τος βρί­σκε­ται, ὅ­πως πάν­τα, μέ­σα στά εὐ­ρύ­τε­ρα ἑρ­μη­νευ­τι­κά πλαί­σια τῆς ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῆς μας Πα­ρά­δο­σης. Οἱ Τρεῖς Ἱ­ε­ράρ­χες καί, κυ­ρί­ως, ὁ Μέ­γας Βα­σί­λει­ος εἶ­ναι αὐ­τοί πού θά συγ­κε­φα­λαι­ώ­σουν τήν προ­γε­νέ­στε­ρη Πα­ρά­δο­ση, θά τήν ἀ­να­πτύ­ξουν, ἀν­τα­πο­κρι­νό­με­νοι στίς ἀ­νάγ­κες τῆς ἐ­πο­χῆς τους, δη­μι­ουρ­γι­κά καί θά δι­α­τυ­πώ­σουν ὁ­ρι­στι­κά τή δι­δα­σκα­λί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας γιά τό σύ­νο­λο τῶν προ­βλη­μά­των πού ἀ­φο­ροῦν στή συγ­κρό­τη­ση τοῦ κοι­νω­νι­κοῦ βί­ου.
Σ
 τό ἐ­πί­κεν­τρο τῆς δι­δα­σκα­λί­ας τους βρί­σκε­ται, ἀ­ναμ­φί­βο­λα, ἡ ἄρ­νη­ση τοῦ θε­σμοῦ τῆς ἰ­δι­ο­κτη­σί­ας. Σύμ­φω­να μέ αὐ­τήν ὁ μό­νος πραγ­μα­τι­κός κύ­ριος καί ἰ­δι­ο­κτή­της τοῦ κό­σμου καί ὅ­λων τῶν ὑ­λι­κῶν ἀ­γα­θῶν εἶ­ναι ὁ Θε­ός πού δη­μι­ούρ­γη­σε τά πάν­τα ἀ­πό τό μη­δέν, ἐ­νῶ ὁ θε­σμός τῆς ἰ­δι­ο­κτη­σί­ας δέν ἀ­πο­τε­λεῖ ἐν­το­λή τοῦ Θε­οῦ, ἀλ­λά μί­α ἀ­πό τίς συ­νέ­πει­ες τῆς πτώ­σης τοῦ ἀν­θρώ­που καί τῆς εἰ­σό­δου τοῦ κα­κοῦ στή ζω­ή μας. Στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, λοι­πόν, ὁ ἄν­θρω­πος δέν εἶ­ναι ἰ­δι­ο­κτή­της, ἀλ­λά «οἰ­κο­νό­μος», δη­λα­δή δι­α­χει­ρι­στής, τῶν ὑ­λι­κῶν ἀ­γα­θῶν πού τοῦ ἐμ­πι­στεύ­ε­ται ἡ πρό­νοι­α τοῦ Θε­οῦ καί ὡς οἰ­κο­νό­μος εἶ­ναι ὑ­πό­λο­γος ἀ­πέ­ναν­τι στό Θε­ό γιά τόν τρό­πο μέ τόν ὁ­ποῖ­ο ἀ­σκεῖ τήν οἰ­κο­νο­μί­α του, γιά τόν τρό­πο, δη­λα­δή, μέ τόν ὁ­ποῖ­ο δι­α­χει­ρί­ζε­ται τά λί­γα ἤ τά πολ­λά ὑ­λι­κά ἀ­γα­θά πού τοῦ ἐμ­πι­στεύ­θη­κε ὁ Θε­ός. Κα­λός οἰ­κο­νό­μος τῶν ὑ­λι­κῶν ἀ­γα­θῶν τοῦ Θε­οῦ εἶ­ναι αὐ­τός πού χρη­σι­μο­ποι­εῖ γιά τόν ἑ­αυ­τό του μό­νο ὅ­σα εἶ­ναι ἀ­ναγ­καῖ­α γιά τήν ἐ­ξα­σφά­λι­ση τῆς ἀ­ξι­ο­πρε­ποῦς ἐ­πι­βί­ω­σής του καί προ­σφέ­ρει ἐ­λεύ­θε­ρα τό ὅ­ποι­ο μι­κρό ἤ με­γά­λο πε­ρίσ­σευ­μά τους σέ ὅ­σους τό στε­ροῦν­ται καί τό ἔ­χουν ἀ­νάγ­κη. Ἄν ὁ ἄν­θρω­πος δέν δι­α­χει­ρί­ζε­ται τά ὑ­λι­κά ἀ­γα­θά μέ αὐ­τό τόν τρό­πο, ἀλ­λά ἐ­πι­θυ­μεῖ νά τά κα­τέ­χει μό­νο γιά τόν ἑ­αυ­τό του καί νά αὐ­ξά­νει ἀ­στα­μά­τη­τα τό πε­ρίσ­σευ­μά τους, ἀ­να­δει­κνύ­ε­ται σέ κα­κό οἰ­κο­νό­μο καί σφε­τε­ρι­στή τῶν πραγ­μά­των τοῦ Θε­οῦ. Ὁ ἄν­θρω­πος αὐ­τός μέ τή συμ­πε­ρι­φο­ρά του κα­θί­στα­ται ὑπό­λο­γος ὄ­χι μό­νο ἀ­πέ­ναν­τι στό Θε­ό, ἀλ­λά καί ἀ­πέ­ναν­τι στούς συ­ναν­θρώ­πους του. Αὐ­τός εἶ­ναι ὁ πραγ­μα­τι­κός κλέ­πτης πού ἁρ­πά­ζει μέ δό­λο καί ἰ­δι­ο­τέ­λεια αὐ­τά πού δι­και­ω­μα­τι­κά ἀ­νή­κουν σέ ὅ­σους τά ἔ­χουν ἀ­νάγ­κη. Αὐ­τός εἶ­ναι ὁ πραγ­μα­τι­κός φο­νιάς ὅ­σων χά­νουν κά­τω ἀ­πό αὐ­τές τίς συν­θῆ­κες τή ζω­ή τους. Καί ὡς κλέ­πτης καί φο­νιάς θά κρι­θεῖ καί θά κα­τα­δι­κα­στεῖ ἀ­πό τό Θε­ό. Ὁ νό­μος τοῦ κρά­τους δί­νει, ἴ­σως, στόν ἄν­θρω­πο τό δικαί­ω­μα νά συσ­σω­ρεύ­ει τόν πλοῦ­το καί νά ἰ­δι­ο­ποι­εῖ­ται τά ὑ­λι­κά ἀ­γα­θά, ἀλ­λά ἡ δι­και­ο­σύ­νη τοῦ Θε­οῦ δέν ἀ­να­γνω­ρί­ζει αὐ­τό τό δι­καί­ω­μα καί, σέ τε­λι­κή ἀ­νά­λυ­ση, αὐ­τή ἡ θεί­α δι­και­ο­σύ­νη θά ἀ­ξι­ο­λο­γή­σει αἰ­ώ­νια τήν ἡ­μέ­ρα τῆς κρί­σης τά ἔρ­γα ὅ­λων τῶν ἀν­θρώ­πων.
ξί­ζει, ἐ­πί­σης, νά ση­μει­ω­θεῖ πώς ἡ δι­δα­σκα­λί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας φτά­νει μέ­χρι ἐ­δῶ. Ἀ­ναγ­γέλ­λει στόν ἄν­θρω­πο τήν ἀ­λή­θεια της καί ἀ­φή­νει τά ὑ­πό­λοι­πα στήν ἐ­λευ­θε­ρί­α του. Ὁ ἄν­θρω­πος ἔ­χει τή δυ­να­τό­τη­τα νά τήν ἀ­πο­δε­χθεῖ ἤ νά τήν ἀ­πορ­ρί­ψει καί σέ κα­νέ­ναν δέν ἀ­να­γνω­ρί­ζε­ται τό δι­καί­ω­μα τῆς ἐ­πι­βο­λῆς τοῦ δι­καί­ου. Τό­σο αὐ­τός πού ζη­λεύ­ει τόν πλού­σιο καί ἐ­πι­θυ­μεῖ νά ἁρ­πά­ξει τά πλού­τη του γιά νά κα­τα­λά­βει τή θέ­ση του, ὅ­σο καί αὐ­τός πού μι­σεῖ τόν πλού­σιο καί ἐ­πι­θυ­μεῖ νά ἁρ­πά­ξει τά πλού­τη του στό ὄ­νο­μα τῆς κοι­νω­νι­κῆς δι­και­ο­σύ­νης, κι­νοῦν­ται ἔ­ξω ἀ­πό τά πλαί­σια τῆς χρι­στι­α­νι­κῆς ἀν­θρω­πο­λο­γί­ας. Ὑ­πο­στη­ρί­ζουν, μά­λι­στα, ὁ­ρι­σμέ­νοι πώς στό ση­μεῖ­ο αὐ­τό (δη­λα­δή, στήν ἄρ­νη­ση τῆς ἱ­ε­ρο­ποίη­σης τῆς βί­ας) βρί­σκε­ται ἡ ἀ­χίλ­λει­ος πτέρ­να τῆς χρι­στι­α­νι­κῆς δι­δα­σκα­λί­ας ἤ, ἀ­κό­μη χει­ρό­τε­ρα, πώς ἐ­δῶ κρύ­βε­ται ἡ πρό­θε­σή της νά ὑ­πε­ρα­σπι­στεῖ τόν πλοῦ­το καί νά ὑ­πη­ρε­τή­σει, ἔ­τσι, τή δι­αι­ώ­νι­ση τῆς κοι­νω­νι­κῆς ἀ­δι­κί­ας. Ὁ φό­βος τῆς κα­τά­χρη­σης τοῦ χρό­νου μᾶς ἀ­ναγ­κά­ζει νά μήν ἐ­πε­κτα­θοῦ­με στό σχο­λια­σμό αὐ­τοῦ τοῦ σπου­δαί­ου ζη­τή­μα­τος. Ἐλ­πί­ζου­με, ὅ­μως, ὅ­τι κά­πο­τε θά μᾶς δο­θεῖ ἡ εὐ­και­ρί­α νά ποῦ­με λί­γα λό­για καί γιά αὐ­τό.
Μ
έ βά­ση, λοι­πόν, τήν ἐν λό­γῳ δι­δα­σκα­λί­α τῶν Τρι­ῶν Ἱ­ε­ραρ­χῶν μπο­ροῦ­με νά ἑρ­μη­νεύ­σου­με ὀρ­θά τή στά­ση τοῦ Κυ­ρί­ου μας ἀ­πέ­ναν­τι στόν πλοῦ­το. Ὁ πλοῦ­τος δέν εἶ­ναι ἀ­πό τή φύ­ση του οὔ­τε κα­λός, οὔ­τε κα­κός. Γί­νε­ται, ὅ­μως, κα­λός ἤ κα­κός ἀ­νά­λο­γα μέ τόν τρό­πο πού τόν χρη­σι­μο­ποι­εῖ ὁ ἄν­θρω­πος. Ἄν ὁ ἄν­θρω­πος συμ­πε­ρι­φέ­ρε­ται ὡς κα­λός οἰ­κο­νό­μος τῶν δω­ρε­ῶν τοῦ Θε­οῦ, τό­τε αὐ­τό­μα­τα καί ὁ πλοῦ­τος λει­τουρ­γεῖ ὡς ἀ­γα­θό πού ὑ­πη­ρε­τεῖ τήν ἀ­γά­πη καί τή δι­και­ο­σύ­νη. Ἄν, πά­λι, ὁ ἄν­θρω­πος συμ­πε­ρι­φέ­ρε­ται ὡς κα­κός οἰ­κο­νό­μος τῶν δω­ρε­ῶν τοῦ Θε­οῦ, τό­τε αὐ­τό­μα­τα καί ὁ πλοῦ­τος λει­τουρ­γεῖ ὡς κοι­νω­νι­κό κα­κό πού ὑ­πη­ρε­τεῖ τό ἐ­γω­κεν­τρι­κό συμ­φέ­ρον καί τήν ἀ­δι­κί­α. Συ­νε­πῶς, ὁ Χρι­στός δέν κα­τα­δι­κά­ζει τόν πλοῦ­το, ἀλ­λά τήν κα­κή χρή­ση τοῦ πλού­του ἀ­πό τόν ἄν­θρω­πο. Γιά τό Χρι­στό ἡ πραγ­μα­τι­κή πη­γή ὅ­λων τῶν μορ­φῶν τῆς ἀ­δι­κί­ας δέν βρί­σκε­ται στόν πλοῦ­το, ἀλ­λά στά πά­θη τῆς ἀ­πλη­στί­ας καί τῆς πλε­ο­νε­ξί­ας πού μέ τυ­ραν­νι­κή ἐ­ξου­σί­α ὠ­θοῦν τόν ἄν­θρω­πο στήν κα­κή χρή­ση τοῦ πλού­του. Καί ἐ­πει­δή, ἀ­κρι­βῶς, εἶ­ναι πο­λύ εὔ­κο­λο τό νά ὑ­πο­κύ­ψει ὁ ἄν­θρω­πος στά πά­θη του καί νά χρη­σι­μο­ποι­ή­σει τόν πλοῦ­το μέ κα­κό τρό­πο, ἐ­νῶ, ἀν­τί­θε­τα, εἶ­ναι πο­λύ δύ­σκο­λο τό νά νι­κή­σει τά πά­θη του καί νά χρη­σι­μο­ποι­ή­σει τόν πλοῦ­το μέ κα­λό τρό­πο, ὁ Κύ­ριος λέ­ει: «…Ἀ­μήν λέ­γω ὑ­μίν· ὅ­τι δυ­σκό­λως πλού­σιος εἰ­σε­λεύ­σε­ται εἰς τήν Βα­σι­λεί­αν τῶν Οὐ­ρα­νῶν. Πά­λιν δέ λέ­γω ὑ­μίν· εὐ­κο­πό­τε­ρον ἐ­στί κά­μη­λον διά τρυ­πή­μα­τος ρα­φί­δος δι­ελ­θεῖν ἤ πλού­σιον εἰς τήν Βα­σι­λεί­αν τοῦ Θε­οῦ εἰ­σελ­θεῖν…» (Μτθ. 19, 23-24). Ὅ­ταν, μά­λι­στα, οἱ μα­θη­τές Του κα­τα­λή­γουν στό λογικό συμ­πέ­ρα­σμα, πώς, ἄν ἔ­τσι ἔ­χουν τά πράγ­μα­τα, εἶ­ναι ἀ­δύ­να­τον νά σω­θεῖ ὁ πλού­σιος, ὁ Κύ­ριος τούς ἐ­ξη­γεῖ, πώς ἡ σω­τη­ρί­α τοῦ πλού­σιου εἶ­ναι, μέν, πο­λύ δύ­σκο­λη, ἀλ­λά ὄ­χι ἀ­δύ­να­τη, για­τί «…πα­ρά ἀν­θρώ­ποις τοῦ­το ἀ­δύ­να­τόν ἐ­στι, πα­ρά δέ Θε­ῶ πάν­τα δυ­να­τά ἐ­στι…» (Μτθ. 19, 26), ὑ­πο­νο­ών­τας πώς μέ τή βο­ή­θεια τῆς θεί­ας χά­ρι­τος εἶ­ναι δυ­να­τόν νά ὑ­πάρ­ξουν –ἔ­στω καί  σπά­νια– ἄν­θρω­ποι πού θά χρη­σι­μο­ποι­ή­σουν τόν πλοῦ­το μέ σω­στό τρό­πο. Τέ­τοι­οι ἄν­θρω­ποι ὑ­πῆρ­ξαν, γιά πα­ρά­δειγ­μα, οἱ Τρεῖς Ἱ­ε­ράρ­χες, ἀ­φοῦ ὅ­λοι τους εἶ­χαν τε­ρά­στια πε­ρι­ου­σί­α πού τή μοί­ρα­σαν ἐ­λεύ­θε­ρα στούς πτω­χούς, ὅ­ταν ἀ­πο­φά­σι­σαν νά ἀ­φι­ε­ρω­θοῦν στό Θε­ό.
Ε
 ἴ­δα­με, προ­η­γου­μέ­νως, πώς γιά τή χρι­στι­α­νι­κή δι­δα­σκα­λί­α ἡ πραγ­μα­τι­κή αἰ­τί­α τῆς ἀ­γά­πης τοῦ πλού­του βρί­σκε­ται στά πά­θη τῆς ἀ­πλη­στί­ας καί τῆς πλε­ο­νε­ξί­ας καί ἐ­νάν­τια σέ αὐ­τά πρέ­πει, κα­τά βά­ση, νά στρέ­φε­ται ὁ ἀ­γώ­νας τοῦ ἀν­θρώ­που. Ἄν δέν ξε­ρι­ζω­θεῖ ἀ­πό τήν καρ­διά τοῦ ἀν­θρώ­που ὁ πό­θος τῆς ἀ­πλη­στί­ας καί τῆς πλε­ο­νε­ξί­ας εἶ­ναι ἀ­δύ­να­τον νά ἐ­λευ­θε­ρω­θεῖ ἡ κοι­νω­νί­α μας ἀ­πό τά δει­νά πού συ­νε­πά­γε­ται ἡ κα­κή χρή­ση τοῦ πλού­του. Ἀξίζει, μά­λι­στα, να ἀναφέρουμε πῶς γιά τή χρι­στι­α­νι­κή δι­δα­σκα­λί­α τά πάθη τῆς ἀ­πλη­στί­ας καί τῆς πλε­ο­νε­ξί­ας δέν ἐ­ξου­σιά­ζουν τυ­ραν­νι­κά μό­νο τόν πλού­σιο, ἀλ­λά καί αὐ­τόν πού, ἐνῶ δέν κα­τέ­χει τόν πλοῦ­το, ἀπλά τόν ἐ­πι­θυ­μεῖ, εἴ­τε γιά νά τόν ἰ­δι­ο­ποι­η­θεῖ, εἴ­τε γιά νά τόν δι­α­χει­ρι­στεῖ, τά­χα, στό ὄ­νο­μα τῆς κοι­νω­νι­κῆς δι­και­ο­σύ­νης. Γι’ αὐ­τό καί, στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ, του­λά­χι­στον, τήν ἐ­σω­τε­ρι­κή καί καρ­δια­κή τους ζω­ή δέν ὑ­πάρ­χει με­τα­ξύ αὐ­τῶν τῶν ἀν­θρώ­πων κά­ποι­α εἰ­δο­ποι­ός ποι­ο­τι­κή δι­α­φο­ρά.
­ξί­ζει, τέ­λος, νά ση­μει­ώ­σου­με πώς ἡ ἄρ­νη­ση τῆς ἐ­πι­θυ­μί­ας τοῦ πλού­του πού ἐκ­φρά­ζε­ται ὡς ἀ­γώ­νας ἐ­ναν­τί­ον τῶν πα­θῶν τῆς ἀ­πλη­στί­ας καί τῆς πλε­ο­νε­ξί­ας ἀ­πο­τε­λεῖ μό­νο τήν ἀ­φε­τη­ρί­α στόν ἀ­γώ­να τῆς ἐ­ξο­μοί­ω­σης τοῦ ἀν­θρώ­που πρός τό ὑ­πό­δειγ­μα τῆς ἐ­σω­τε­ρι­κῆς ζω­ῆς τοῦ Χρι­στοῦ. Εἶ­ναι, κα­τ’ οὐ­σί­αν, ἔνα πρῶ­το βῆ­μα στήν πνευ­μα­τι­κή μας πο­ρεί­ας πρός τό Θε­ό πού στήν ἀ­σκη­τι­κή γραμ­μα­τεί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται, γε­νι­κά, ὡς «ἀ­κτη­μο­σύ­νη». Ἡ πλή­ρης, ὅ­μως, ἔν­νοι­α τῆς χρι­στι­α­νι­κῆς ἀ­κτη­μο­σύ­νης ξε­κι­νᾶ ἀ­πό τήν ἄρ­νη­ση τῆς ἐ­πι­θυ­μί­ας τοῦ πλού­του καί τῆς ἰ­δι­ο­ποί­η­σης τῶν ὑ­λι­κῶν κτή­σε­ων καί, σέ δεύ­τε­ρη φά­ση, ἐ­πε­κτεί­νε­ται στήν ἄρ­νη­ση τῆς ἰ­δι­ο­ποί­η­σης τῶν δι­α­νο­η­τι­κῶν καί τῶν καλ­λι­τε­χνι­κῶν κτή­σε­ων, γιά νά κα­τα­λή­ξει, στήν τρί­τη καί τε­λι­κή της φά­ση, στήν ἄρ­νη­ση τῆς ἰ­δι­ο­ποί­η­σης τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου σώ­μα­τος. Ὁ ἀ­λη­θι­νός, δη­λα­δή, χρι­στια­νός δέν ἀ­πο­τάσ­σε­ται μό­νο τίς ὑ­λι­κές κτή­σεις καί τήν ἐ­πι­θυ­μί­α τοῦ πλού­του, ἀλ­λά, σέ δεύ­τε­ρη φά­ση, καί τό πά­θος τῆς ὑ­πε­ρη­φά­νειας πού ἐκ­δη­λώ­νε­ται, εἴ­τε ὡς ἐ­πι­θυ­μί­α δι­ά­κρι­σης καί ὑ­πε­ρο­χῆς, εἴ­τε ὡς ἐ­πι­θυ­μί­α ἐ­ξου­σι­α­στι­κῆς κα­τα­δυ­νά­στευ­σης, εἴ­τε, τό καί συ­νη­θέ­στε­ρο, ὡς ἁ­πλή ἐ­πι­θυ­μί­α τῆς ἀν­θρώ­πι­νης δό­ξας. Ὁ ἀ­λη­θι­νός χρι­στια­νός δέν ἀ­πο­τάσ­σε­ται μό­νο τίς ὑ­λι­κές κτή­σεις καί τήν ἐ­πι­θυ­μί­α τοῦ πλού­του, ἀλ­λά, σέ τρί­τη φά­ση, καί ὅ­λες τίς ἐμ­πα­θεῖς ἐκ­δη­λώ­σεις τοῦ ὑ­λι­κοῦ ὑ­πο­στρώ­μα­τος τῆς ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σης πού μέ τόν ἕ­να ἤ μέ τόν ἄλ­λο τρό­πο ἐμ­πο­δί­ζουν τήν τή­ρη­ση τῶν ἐν­το­λῶν τοῦ Χρι­στοῦ καί τήν ἄ­σκη­ση τῆς τέ­λειας καί ἀ­πό­λυ­της ἀ­γά­πης, την ὁποία ὁ χρι­στια­νός ὀ­φεί­λει πρός τό Θε­ό καί πρός τό συ­νάν­θρω­πο.
Σ
 τήν ἔμ­πρα­κτη ἐ­φαρ­μο­γή τῆς ἀ­κτη­μο­σύ­νης βρί­σκε­ται, κα­τά τή χρι­στι­α­νι­κή δι­δα­σκα­λί­α, ἡ ὑ­πέρ­βα­ση τῶν δει­νῶν πού προ­ξε­νεῖ στή ζω­ή μας ἡ κα­κή χρή­ση τοῦ πλού­του. Αὐ­τή τήν ὁ­δό χά­ρα­ξε καί ἀ­κο­λού­θη­σε ὁ Χρι­στός καί αὐ­τή Μᾶς ὑ­πέ­δει­ξε ὡς ὁ­δό σω­τη­ρί­ας. Αὐ­τή τήν ὁ­δό ἀ­κο­λού­θη­σαν οἱ ἅ­γιοι της Ἐκ­κλη­σί­ας Του καί αὐ­τή μᾶς προ­τεί­νουν μέ τή ζω­ή καί τό ἔρ­γο τους οἱ σή­με­ρα τι­μώ­με­νοι Τρεῖς Ἱ­ε­ράρ­χες, οἱ θε­ο­δε­κτές πρε­σβεί­ες τῶν ὁ­ποί­ων εἴ­θε νά σκέ­πουν γιά πάν­τα τό γέ­νος μας καί νά εὐ­λο­γοῦν τά παι­δί­α μας. Ἀ­μήν.

Μπερ­κου­τά­κης Μι­χα­ήλ
Θε­ο­λό­γος – Ἐκ­παι­δευ­τι­κός
Πύρ­γος Ἠ­λεί­ας, 02/01/2013

Υ.Γ.  1) Η ανάπτυξη της χριστιανικής έννοιας της «ακτημοσύνης» εδράζεται στη διδασκαλία του μακαριστού γέροντος Σωφρονίου Σαχάρωφ (βλπ. «ΑΣΚΗΣΙΣ ΚΑΙ ΘΕΩΡΙΑ», Έκδοσις Ιεράς Σταυροπηγιακής Μονής Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας, 1996, Μέρος Α΄, Κείμενο Ι. «Περί των βάσεων της oρθοδόξου ασκήσεως», Κεφ. Δ΄ «Αι μοναχικαί υποσχέσεις», παρ. 3 «Η ακτημοσύνη», σελ. 69-72).
2) Η ομιλία αυτή εκφωνήθηκε στο Καράτουλα Ηλείας την Τετάρτη 30  Ιανουαρίου 2013 κατά τησχολική εορτή των Τριών Ιεραρχών.
3) Επιτρέπεται η ακριβής ηλεκτρονική και έντυπη αναπαραγωγή του κειμένου με την προϋπόθεση ότι θα ΔΙΑΝΕΜΕΤΑΙ ΔΩΡΕΑΝ και θα μνημονεύεται ως πηγή προέλευσής του η ιστοσελίδα: www.egolpion.com

*  ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΓΙΑ ΤHN ΔΕΥΤΕΡΗ ΟΜΙΛΙA ΑΠΟ ΜΙΑ ΤΡΙΑΔΑ ΟΜΙΛΙΩΝ, ΠΟΥ ΣΚΟΠΟ ΕΧΟΥΝ ΝΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΟΥΝ ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ ΤΗ ΛΕΓΟΜΕΝΗ "ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΒΙΟΥ", ΔΗΛΑΔΗ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ 


Read more: http://www.egolpion.com/ierarxes_ptwxeia.el.aspx#ixzz3QAbvxK00

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ: Αιώνια πρότυπα αγιότητας, ανθρωπιάς και παιδείας

 



ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ:
Αιώνια πρότυπα αγιότητας, ανθρωπιάς και παιδείας
Επιμέλεια: Μιχαήλ Χούλης, Θεολόγος
 
   Η Εκκλησία μας τιμάει στις 30 Ιανουαρίου τους τρεις μεγάλους Ιεράρχες: Βασίλειο το Μέγα, Γρηγόριο το Θεολόγο και Ιωάννη το Χρυσόστομο. Τους «τρεις μεγίστους φωστήρες της Τρισηλίου Θεότητος», που ορθόδοξα ερμήνευσαν το Ευαγγέλιο του Χριστού, διέδωσαν το λόγο της χάριτος, μελέτησαν τις ανθρώπινες επιστήμες σε μεγάλο βαθμό και πάλεψαν με όλες τους τις δυνάμεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα: Πνευματικά, προσωπικά, κοινωνικά, οικονομικά.
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ, γεννήθηκε στην Νεοκαισάρεια του Πόντου, το 330 μ.Χ., αλλά μεγάλωσε στην Καισάρεια της Καππαδοκίας. Προερχόταν από πολύτεκνη και αγία οικογένεια. Στην Κωνσταντινούπολη σπούδασε κοντά στον ξακουστό εθνικό φιλόσοφο Λιβάνιο. Οι σπουδές του συνεχίστηκαν στην Νικομήδεια και την Αθήνα, ενώ διέπρεψε και ως δικηγόρος για πέντε χρόνια στην Καισάρεια. Υπήρξε σοφός και πολυγραφότατος. Γνώριζε καλά κάθε επιστήμη της εποχής του. Βαπτίστηκε σε ηλικία 30 ετών, δημιούργησε τους κανόνες του κοινοβιακού μοναχισμού, ασκήτεψε παρά τον Ίρι ποταμό μαζί με τον Γρηγόριο το Ναζιανζηνό, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος από τον Ευσέβιο Καισαρείας, και μετά τον Μ. Αθανάσιο ήταν αυτός ο κύριος αντιμέτωπος των οπαδών του Αρείου, οι οποίοι ηρνούντο τη θεότητα του Χριστού. Πολέμησε τη φτώχια και αδικία, ευαισθητοποίησε τους πλουσίους υπέρ της φιλανθρωπίας (ιδιαίτερα στην μεγάλη πείνα του 367-368) και δημιούργησε τη Βασιλειάδα, μια πόλη-θαύμα ανθρωπιάς, δια της οποίας και μέσα στην οποία διαβίωναν και τρέφονταν 30.000 πεινασμένοι, ορφανοί, ηλικιωμένοι, ασθενείς και πονεμένοι άνθρωποι κάθε ηλικίας. Έτσι, η κοινωνική δράση ξεκίνησε από την Εκκλησία και στη συνέχεια υιοθετήθηκε από τα διάφορα κράτη. Στα 49 του χρόνια, μετά από ζωή εξαντλητικής νηστείας και προσφοράς, έφυγε για την άνω Ιερουσαλήμ, στα τέλη του 378 μ.Χ.
ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΝΑΖΙΑΝΖΗΝΟΣ, γεννήθηκε το 329 μ.Χ. σε ένα χωριό (Αριανζό) κοντά στην Ναζιανζό της Καππαδοκίας. Ονομάστηκε «μέγας» και «Θεολόγος» για την μεγάλη του λογοτεχνική και εκκλησιαστική προσφορά, αλλά και για την αγιότητά του. Μας άφησε 408 ποιήματα, 18.000 περίπου στίχων, μεγάλης ποιότητας και μεγαλείου. Σπούδασε 13 ολόκληρα χρόνια (στην Καισάρεια Καππαδοκίας, στην Καισάρεια Παλαιστίνης, στην Αλεξάνδρεια και την Αθήνα), τη φιλολογία, τη φιλοσοφία, τα νομικά, την αριθμητική και γεωμετρία, τη μουσική. Έμεινε ιστορική η φιλία του με τον Μ. Βασίλειο, ο οποίος μάλιστα τον χειροτόνησε επίσκοπο Σασίμων στα 43 του χρόνια. Στον Ίρι ποταμό μελέτησε βαθειά τη φύση, τον εαυτό του, τα έργα του Ωριγένη και την Αγία Γραφή. Όταν η Κωνσταντινούπολη είχε πέσει στα χέρια των Αρειανών, εκφώνησε 5 Θεολογικούς Λόγους που έμειναν στην ιστορία, αν και κινδύνευε η ζωή του από τις εχθρικές ενέργειες εναντίον του. Τα έβαλε ακόμη και με τους νόμους της εποχής του που μείωναν την αξία και την ισότητα των γυναικών, επειδή όπως κήρυττε, «άντρες οι νομοθετούντες, γι’ αυτό κατά των γυναικών η νομοθεσία». Όταν ορισμένοι ζήλεψαν τη δόξα του και τον φθόνησαν, δεν δίστασε να παραιτηθεί από αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως.
ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, γεννήθηκε στην σπουδαία και ιερή πόλη Αντιόχεια της Συρίας μεταξύ 344 και 354 μ.Χ. Η μητέρα του, Ανθούσα, επιμελήθηκε πολύ συνετά την ανατροφή του μετά τον θάνατο του πατέρα του, όπως και ο Μ. Βασίλειος διέπρεψε με τη βοήθεια της σωστής ανατροφής της μητέρας του Εμμέλειας. Έγινε ο πιο σοφός της εποχής του, μόνασε στην Αντιόχεια, εξελίχθηκε σε ακαταπόνητο κοινωνικό εργάτη και μοναδικό εκκλησιαστικό ρήτορα. Καθημερινά συντηρούσε φιλανθρωπικά 3.000 άτομα, ενώ στην Κωνσταντινούπολη αργότερα 7.000! Σώζονται γύρω στις 1.000 ομιλίες του και τα έργα του στην ερμηνεία της Αγίας Γραφής καλύπτουν πολλούς ογκώδεις τόμους. Αρχές του 398 μ.Χ. χειροτονήθηκε αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως. Επειδή ήταν σταθερός και ευθύς στις απόψεις του, και δεν δίσταζε να ελέγχει προς πάσα κατεύθυνση, ενόχλησε θρησκευτικούς και πολιτικούς παράγοντες, καθώς και αρκετούς πλουσίους, τους οποίους έλεγχε για τη σκληρότητά τους. Κατάφεραν μάλιστα να καθαιρεθεί αντικανονικά, ενώ ο λαός τον προστάτεψε πολλές φορές για να μην πάθει το παραμικρό. Αν και επέστρεψε και αποκαταστάθηκε πανηγυρικά  από σύνοδο, εξορίστηκε εκ νέου, το 404 μ.Χ. και υπέφερε καθ’ οδόν στα βάθη της Μ. Ασίας. Στα Κόμανα του Πόντου, το 407, στο ναό του Αγίου Βασιλίσκου, κοινώνησε για τελευταία φορά και παρέδωσε το πνεύμα του στον Χριστό που τόσο αγάπησε, με τα λόγια  «Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν».
Ορισμένα ψήγματα στη συνέχεια από τη μοναδική τους διδασκαλία και δραστηριότητα, που συμπεριλαμβάνουν όλους τους τομείς των ανθρωπίνων θεμάτων και αναγκών, θεωρητικών και πρακτικών:
Τα τρία πάγχρυσα στόματα του Λόγου διδάσκουν την αρμονική συμβίωση των συζύγων, τη συγχωρητικότητα με σκοπό την καλή συνέχεια της οικογένειας, τον κίνδυνο παρεκτροπής των παιδιών σε συνθήκες διάλυσης του γάμου, την επιείκεια και πραότητα ανάμεσα στο ζευγάρι, την ισοτιμία των φύλων. Δεν διστάζουν να καυτηριάζουν τους νόμους της εποχής τους, που δεν ήσαν πάντα δίκαιοι. Εκθειάζουν την προσφορά της μητέρας και την ομόνοια και φιλία που πρέπει να χαρακτηρίζει τα μέλη μέσα στην οικογένεια.
Η κοινωνικότητα ως παράδειγμα αντλείται και από την κατασκευή του σώματος. Όλα τα όργανα είναι αναγκαία και συνεργάζονται άψογα για να παράγεται καλό αποτέλεσμα. Η φιλία, η αγάπη και η ειρήνη είναι η γνήσια κοινωνικότητα. Ιδιαίτερα η συνειδητοποίηση ότι είμαστε όλοι παιδιά ενός Πατέρα και ως εκ τούτου μεταξύ μας αδέλφια. Η «επίγεια Τριάδα», όπως ονόμασε ο Ιωάννης Μαυρόπους τους τρείς φωστήρες της οικουμένης, ακτινοβολούσε τον πάμφωτο ήλιο της δικαιοσύνης, τον Χριστό, και γι’ αυτό αποτελεί φωτεινό αρχέτυπο για τους νέους. Η αληθινή χαρά, διδάσκουν, είναι αποτέλεσμα πίστης και ένωσης με το Θεό, όχι στιγμιαίο συναίσθημα. 
Η θρησκευτικότητα είναι έμφυτη και κάθε άνθρωπος έχει μέσα του το «σπέρμα της Θεολογίας», αν και κάποιες φορές χωρίς να το γνωρίζει. Η πραγματική γνώση έρχεται με τα τρία εφόδια της Εκκλησίας: Το ιερό Ευαγγέλιο, το άγιο Δισκοπότηρο και τη συχνή θεία Κοινωνία και τα χωρίς όρια έργα αγάπης. Ενώ ο Νώε έσωσε μόνο την οικογένεια του από τον κατακλυσμό, ο απόστολος Παύλος, επειδή ήταν ενωμένος με τον Χριστό, με τη διδασκαλία και τις επιστολές του έσωσε όλη την οικουμένη. Η αγάπη είναι η περίληψη όλης της Αγίας Γραφής. Ξεπερνά σε αξία και αυτό το μαρτύριο. Άλλωστε οι απόστολοι ένεκα της αγάπης που είχαν μεταξύ τους κυρίευσαν τον κόσμο όλο και απέδειξαν έτσι την ανάγκη της υγιούς Θρησκείας και την ανάσταση του Κυρίου.   
Η εργασία πρέπει να ασκείται με επιμέλεια και προθυμία, με άμεμπτο τρόπο. Ο ίδιος ο Θεός εργάζεται ασταμάτητα και συνέστησε την εργασία ήδη από τον παράδεισο, ενώ εξάλλου και ο Ιησούς Χριστός, πριν ξεκινήσει δημόσια το σωτήριο έργο Του, εργαζόταν ως ξυλουργός και τεχνίτης. Χωρίς θρησκευτική πίστη δεν αποκλείεται ο άνθρωπος να καταντήσει κάποτε αναξιόπιστος καί στην εργασία του. Δεν έχει δηλαδή ηθικά ερείσματα για να αντισταθεί στο κακό και την κατακρήμνιση των αρετών. Όλες οι χειρωνακτικές εργασίες είναι απόλυτα σεβαστές και θαυμαστές, όχι μόνο οι λεγόμενες ‘πνευματικές’, τονίζουν οι ακούραστοι και ιδιαίτερα φιλόπονοι χρυσοί ιεράρχες.      
Η ειρήνη είναι πολυτιμότατο αγαθό, γνώρισμα του χριστιανού, και για να δοθεί ως δώρο από ψηλά απαιτείται πίστη στο Θεό και αρετή. Την ειρήνη πολλοί επαινούν μα λίγοι στηρίζουν. Αποτέλεσμα της έλλειψής της οι πάμπολλοι πόλεμοι στην ιστορία, που θα είχαν αποφευχθεί αν όλοι αγαπούσαν και αγαπιόντουσαν, ενδυναμωμένοι από τον Παράκλητο.  
Για την αγωγή και παιδεία, διδάσκουν οι τρεις σοφοί θείοι παιδαγωγοί, ότι πρέπει να παρέχεται με μέτρο και, αφού γίνεται πρώτα κατανοητή, τότε να παρέχεται στη συνέχεια και νέα γνωσιολογική και ανθρωπιστική τροφή. Οι νέοι είναι σαν τα χρυσά αγάλματα και τους πρέπει φροντίδα και ισόρροπη αγωγή. Η σωστή αγωγή αποτρέπει εξάλλου την παγκόσμια αναταραχή και την αναρχία. Οι εκπαιδευτικοί είναι αναγκαίο να πληρώνονται καλά για να είναι απερίσπαστοι στο λειτούργημά τους. Τους ανάξιους γονείς αποκαλούν παιδοκτόνους. Ελέγχουν άλλωστε και τους αμαθείς δασκάλους. Για την παραμέληση της αγωγής έχουν μεγάλη ευθύνη οι συντελεστές και υπεύθυνοι της αγωγής. Βασικό για τους νέους είναι το φωτεινό παράδειγμα του παιδαγωγού. Επειδή τα αρχέτυπα έχουν εξαφανιστεί γι’ αυτό και οι νέοι δεν γίνονται θαυμαστοί, πολύ εύστοχα επισημαίνουν. Η αγάπη είναι απαραίτητη στην παιδεία, που οφείλει να είναι ελεύθερη και όχι καταπιεστική. Η παιδεία πρέπει να δίνεται με επιστημονικό τρόπο και με ευσπλαχνία. Συνιστούν τον διάλογο που μειώνει το χάσμα των γενεών. Η καλοσύνη, η σύνεση και η ήρεμη φωνή αποδιώχνουν την φιλονικία. Ο έλεγχος πρέπει να γίνεται με φειδώ και όχι δημόσια. Η συμβουλή, ο χαρούμενος τρόπος διδασκαλίας και η αγάπη προσφέρουν ό,τι καλύτερο στην ψυχή και μόνο έτσι τα αποκτώμενα μένουν. Η αγωγή ακόμη είναι πλήρης όταν καλλιεργεί όλες τις αξιολογικές ροπές της ψυχής, ήτοι: Την ηθική, την θρησκευτικότητα, την κοινωνικότητα, την καλλιτεχνία, την επιστημοσύνη και την οικονομική κλίση του ανθρώπου.         
Τέλος, το κοινωνικό πρόβλημα την εποχή των τριών Ιεραρχών υπήρξε έντονο. Συμβουλεύουν να μην κρύβει κανείς τίποτα, αλλά το ψωμί, τα ρούχα, τα παπούτσια, τα χρήματα που περισσεύουν να μοιράζονται στους στερημένους. Τα πλούτη μοιάζουν με τα πηγάδια, συμβουλεύουν. Όσο μένουν ακίνητα τόσο μουχλιάζουν και αχρηστεύονται. Η σπατάλη και η πολυτέλεια είναι καλό να αποφεύγονται. Το ωραίο είναι να φερνόμαστε στους άλλους σαν αδελφοί και να μιμούμαστε στην πράξη την αγάπη του Θεού. Είναι αδύνατον, μας προτρέπουν, να περάσουμε την πόρτα του παραδείσου, αν δεν είμαστε ελεήμονες, ακόμη κι αν έχουμε αποκτήσει όλες τις άλλες αρετές. Μόνο όταν το Ευαγγέλιο, τονίζουν, γίνει πράξη και εφαρμοσθεί το θέλημα του Θεού, τότε θα αλλάξει ο κόσμος, θα ξεπροβάλει η ειρήνη και η δικαιοσύνη, θα εξαλειφθεί η πείνα, ο φόβος, η αδικία, οι ανισότητες και θα φανεί η αγάπη και αλληλεγγύη.  
Επιμέλεια: Μιχαήλ Χούλης, θεολόγος

ΠΗΓΗ:
Το βιβλίο του εκλεκτού θεολόγου Νικολάου Γ. Νευράκη: «ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ Χθες- Σήμερα- Αύριο», Αθ. 1997 
ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ:
  1. ΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑΙ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟΝ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΝ, Νικολάου Νευράκη, Αθ. 1972
  2. Η ΙΚΕΣΙΑ ΕΝΟΣ ΑΓΙΟΥ, Μητροπ. Αττικής και Μεγαρίδος Νικοδήμου, Αθ. 1970
  3. Ο ΟΥΡΑΝΟΦΑΝΤΩΡ ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ, Νικολάου Νευράκη, Αθ. 1979
  4. ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ  ΙΩ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Βασιλείου Χαρώνη, Αθ. 1993 κ.ε., τόμοι Α΄, Β΄, Γ΄, Δ΄

Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον    www.egolpion.com
30  ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ  2012 


Read more: http://www.egolpion.com/3ierarxes_xoulis.el.aspx#ixzz3QAbJKjU1

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2015

/ Γέρων Ιωσήφ Βατοπαιδινός (+2009) Γιατί οι ενάρετοι άνθρωποι, που είναι οι φίλοι του Θεού, διώκονται και ενώ διώκονται χαίρονται;


Σαν αντίτυπα του προτύπου αντιγράφουν τον αρχηγό τους, που τους λέει: «μέσα στον κόσμο θα έχετε διωγμό» (Ιω. 16,33) και «θα σας μισούν όλοι εξαιτίας του ονόματός μου»(Ματθ. 10,22) και «εάν εδίωξαν εμένα και εσάς θα σας διώξουν» (Ιω. 15,20)· και πάλι: «εσείς είστε αυτοί που μείνατε κοντά μου στις δοκιμασίες μου»(Λουκ. 22,28). Και στην αρχιερατική του προσευχή αναφέρει: «Πατέρα, εγώ τους έδωσα το δικό σου μήνυμα, ο κόσμος όμως τους μίσησε» (Ιω. 17,14).
fghj
Από όλα αυτά γίνεται αντιληπτό ότι η οδός «που οδηγεί στη ζωή» είναι «στενή και γεμάτη δυσκολίες και λίγοι είναι εκείνοι που την βρίσκουν» (Ματθ. 7,14). Όχι μόνο δεν αποστρέφονται οι φιλόθεοι τους ονειδισμούς, αλλά χαίρονται, αφού μακαρίζο¬νται ως αθλητές και ήρωες και κληρονόμοι της βασιλείας του Πατέρα τους. «Μακάριοι είστε όταν σας χλευάσουν και σας καταδιώξουν και σας κακολογήσουν με κάθε ψεύτικη κατηγορία εξαιτίας μου»(Ματθ. 5,11).
Όλος ο κόσμος στην ουσία διώκεται και αδι¬κείται, αλλά δεν χαίρεται, μάλλον πονεί, κλαίει και οδύρεται. Τη χαρά και παρηγοριά στις θλίψεις και την αδικία δεν την προκαλεί η φύση των πειρασμών και δοκιμασιών, αλλά η Χάρη του Θεού, που παρηγορεί αυτούς «που κοπιάζουν και είναι φορτωμένοι» για την υποταγή τους στο θείο θέλημα -όχι μόνο στο παρόν-, αλλά και στην αιωνιότητα. «Να αισθάνεστε χαρά και αγαλλίαση γιατί η ανταμοιβή σας θα είναι μεγάλη στους ουρανούς» (Ματθ. 5,12).
(Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, Συζητήσεις στον Άθωνα, Ψυχωφελή Βατοπαιδινά 13, σ. 137-138

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2015

Η λύπη για τα σφάλματά μας.

 

- Γέροντα, πώς θά βοηθηθή κανείς νά μήν ξανακάνη τό ίδιο σφάλμα;
– Αν  πονέση  πραγματικά  γιά  τό  σφάλμα  του,  δέν  θά  τό  ξανακάνη.  Πρέπει  νά  ύπάρχη εσωτερική συντριβή μέ ειλικρινή μετάνοια, γιά νά διορθωθή. Γι’ αυτό λέει ό ‘Αββάς Μάρκος ό Ασκητής: Άν ό άνθρωπος δέν στενοχωρηθή κατ’ άναλογίαν του σφάλματος του, εύκολα περιπίπτει εις τό αυτό σφάλμα. Δηλαδή, άν είναι μικρό τό σφάλμα, χρειάζεται μικρότερη μετάνοια,  άν  είναι  μεγαλύτερο,  μεγαλύτερη  μετάνοια.  Όταν  κανείς  δέν  πιάνη  τό  μέγεθος της πτώσεως του καί δέν λυπάται ­κατ’άναλογίαν του σφάλματος, τότε εύκολα πέφτει στο ίδιο ή καί σέ μεγαλύτερο σφάλμα.
– Πώς θά καταλάβουμε ότι δέν λυπηθήκαμε ­κατ’ άναλογίαν του σφάλματος;
- Απόδειξη  άν  πέφτετε  πάλι  στο  ίδιο σφάλμα. Ύστερα,  όταν παρακολουθήτε τόν εαυτό σας,  νά  μήν  κάνετε  μόνο  διάγνωση.  Εσείς  συνέχεια  κάνετε  μικροβιολογικές  εξετάσεις, βρίσκετε  τό  μικρόβιο,  τό  κοιτάτε  καί  λέτε:  πρέπει  νά  τό  σκοτώσω,  άλλά  δέν  αρχίζετε θεραπεία.  Εντάξει,  διαπιστώσατε  ότι  έχετε  μιά  πάθηση.  Τάκ,  νά  κοιτάξετε  πώς  θά  τήν θεραπεύσετε. Τί ωφελεί νά κάνετε συνέχεια άναλύσεις-άναλύσεις, χωρίς νά προσπαθήτε νά διορθωθήτε; Λέτε: έχω εκείνο τό πάθος, έχω τό άλλο, άλλά δέν τά κόβετε καί παραμένετε στά ίδια μοιρολογώντας. Έτσι σπαταλάτε τις δυνάμεις σας καί χαραμίζεστε. Χαραμίζετε τό μυαλό  σας,  τήν  καρδιά  σας.  Αρρωσταίνετε  άπό  τήν  στενοχώρια  καί  ύστερα  δέν  κάνετε τίποτε.  Έπειτα,  όταν  γίνετε  καλά,  αρχίζετε:  Καί  γιατί  τότε  αρρώστησα  καί  πώς
αρρώστησα;. Δέν  λέω,  θά παρακολουθήτε τόν  εαυτό  σας,  δέν  θά αφήνετε τά σφάλματα σας  νά  περνάνε  απαρατήρητα,  άλλά  μέχρις  ενός  σημείου,  βρέ  παιδάκι  μου,  καί  ή στενοχώρια! Όχι αδιαφορία, άλλά όχι καί κακομοιριά! Έκανες κάτι πού δέν ήταν σωστό; Τό σκέφτηκες;  Τό  είδες;  Τό  αναγνώρισες;  Τό  εξομολογήθηκες;  Προχώρα  μή  σκαλώνης. Κράτησε το μόνο στον νοϋ σου, γιά νά προσέξης άλλη φορά, άν σου δοθή παρόμοια αφορμή.  Ή  στενοχώρια  γιά  τά  σφάλματα  μας  είναι  άσκοπη,  όταν  δέν  προσπαθούμε  νά  τά διορθώσουμε.  Είναι  σάν  νά  κλαίμε  έναν  άρρωστο  συνέχεια,  χωρίς  νά  του  προσφέρουμε βοήθεια γιά νά ανάρρωση.
– Και όταν, Γέροντα, δίκαια ταλαιπωρήσαι γιά ένα σφάλμα σου, και τότε δέν πρέπει νά λυπάσαι;
– Όχι, πρέπει νά λυπάσαι, άλλά ή λύπη νά είναι ανάλογη, σύμμετρη μέ τό σφάλμα σου. Αν δέν πόνεσης, θά είσαι τραλαλά και θά ξαναπέσης στό ίδιο λάθος δέν θά διορθωθής. Όταν  όμως  άπό  τήν  λύπη  της  μετανοίας  περνάς  στήν  απόγνωση,  τότε  σημαίνει  ότι  έχεις λυπηθή περισσότερο άπό όσο έπρεπε. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις χρειάζεται νά δώσης στον εαυτό σου λίγο κουράγιο και νά αντιμετώπισης τό σφάλμα μέ λίγη καλή αδιαφορία.

Η αναγνώριση του σφάλματος μας.ΠΑΙΣΙΟΣ

 

- Γέροντα, ό Άββας Ισαάκ λέει ότι πρέπει νά αισθάνεσαι στην προσευχή σαν παιδί.
– Ναι, άλλα νά νιώθης ότι είσαι ένα άτακτο παιδί. Νά άναγνωρίζης ότι στενοχώρησες τον Πατέρα σου καί νά κλαις γι’ αυτό. Τότε θά νιώθης τά χάδια τά θεϊκά. Όχι νά λές: Επειδή είμαι παιδί, ό Θεός πρέπει νά μ’ άγαπάη καί νά μέ συγχωρή, άς κάνω αταξίες.
– Γέροντα,  ανησύχησα,  όταν  διάβασα  στον  Άγιο Γρηγόριο  Νύσσης  ότι,  γιά  νά
επικαλεσθούμε ­Πατέρα τον Θεό, πρέπει νά έχουμε φθάσει στήν απάθεια, αλλιώς είναι ­ύβρις καί λοιδορία.
– Ευλογημένη, μή στενοχωριέσαι. Αυτό τό έγραψε ό Άγιος γιά όσους ζουν ρέμπελα καί αμαρτωλά. Όταν όμως άμαρτάνη κανείς, άλλα συναισθάνεται βαθιά την ενοχή του, τότε μπορεί νά όνομάζη ­Πατέρα τον Θεό.
– Γέροντα, αισθάνομαι ότι δέν είμαι εντάξει απέναντι στον Θεό, και αυτό με πονάει.
– Άπό την  στιγμή πού αισθάνεσαι  ότι  δέν  είσαι  εντάξει  και  λές  ταπεινά  ήμαρτον, Θεέ μου,  ό  Θεός  συγχωρεί,  βοηθάει  και  χαριτώνει,  και  άν  σέ  βρή  στήν  κατάσταση  αυτήν  ό θάνατος, θά σωθής. Γιατί δέν λές απλώς πώς δέν είσαι εντάξει και μένεις σέ έναν στραβό δρόμο,  άλλά  αγωνίζεσαι.  Δέν  είσαι,  Θεός  φυλάξοι,  σέ  δαιμονική  κατάσταση.  Λίγο-πολύ, εδώ στο μοναστήρι, όλες οί αδελφές, μέ τήν βοήθεια του Θεου, είστε εν μετάνοια. Ύστερα, νά ξέρης, ό πνευματικός άνθρωπος, όταν αισθάνεται ότι είναι χάλια, δέχεται τήν θεία Χάρη, γιατί είναι ένα ξέπλυμα αυτή ή συναίσθηση πού έχει γιά τήν άμαρτωλότητά του.
Έγώ,  όταν  κάποιος  μέ  πόνο  μου  λέει:  είμαι  τέτοιος,  τέτοιος,  τόν  χαίρομαι,  γιατί, αφού  αναγνωρίζει  τά  σφάλματα  του,  θά  έλευθερωθή  άπό  αυτά.  Βρήκα  κάποτε  έναν άνθρωπο  πού  έμενε  σέ  ένα  καλύβι  μέ  τά  γατιά,  μέ  τά  σκυλιά.  Ούτε  φωτιά  άναβε,  γιατί φοβόταν  μήν  κάψη  τό  καλύβι.  Ήταν  τελείως  εγκαταλελειμμένος!  Τόν  πόνεσα,  τόν λυπήθηκα,  άλλά  εκείνος  μου  είπε:  Μή  μέ  λυπάσαι,  μωρέ  καλόγερε  έγώ  πρέπει  νά βασανισθώ. Άν ήξερες τί έχω κάνει, δέν θά μέ λυπόσουν. Γιά μένα, κι εδώ πού είμαι, πολύ είναι. Έ, αυτόν, ό,τι κι άν έχη κάνει, δέν θά τόν οίκονομήση ό Θεός; Και τώρα πού ήμουν στό νοσοκομείο, ήρθε μιά γυναίκα, πού τά χέρια της ήταν τρυπημένα άπό τις μεταγγίσεις!
Ήταν τελείως χάλια! Δέν είχε ή φουκαριάρα φλέβα γιά φλέβα! Δέν έχω κανένα καλό, μου λέει. Μήπως μέ λυπηθή άπό αυτά ό Θεός και μέ πάρη στον Παράδεισο! Έχω εκείνο, εκείνο τό ελάττωμα…. Και έλεγε-έλεγε ένα σωρό κουσούρια. Τί λεπτή εργασία έκανε στόν εαυτό της! Έγώ σέ τέτοια κατάσταση άλλον άνθρωπο δέν ειδα!
– Γέροντα, άκουσα κάποιον νά λέη: Έχω τον λογισμό ότι ό Χριστός θά φερθή μέ επιείκεια. Είναι σωστός αυτός ό λογισμός;
– Όταν ό άνθρωπος εχη μεγάλη ταπείνωση, άναγνωρίζη τό σφάλμα του, αισθάνεται τήν ένοχη του σέ μεγάλο βαθμό καί ύποφέρη, τότε ό Χριστός θά φερθή μέ επιείκεια καί θά τον συγχώρηση. Παιδί μου, θά του πή, μήν τό σκέφτεσαι πιά πάει, έληξε. Αν όμως δέν συναισθάνεται τήν ένοχη του καί άναπαύη τόν λογισμό του ότι ό Χριστός θά φερθή μέ επιείκεια καί ευσπλαχνία, αυτό είναι πολύ επικίνδυνο. Δηλαδή ό Χριστός θά βράβευση τους αμαρτωλούς;
Ή καλή αναγνώριση του εαυτού μας συγκινεί τόν Θεό καί μας δίνει βοήθεια θεϊκή καί χαρά παραδεισένια. Αν μάς βοηθούσε καί ή μή αναγνώριση, ό Θεός ούτε καί αυτήν θά μάς τήν ζητούσε.
– Γέροντα,  είπατε  ή  καλή  αναγνώριση  του  εαυτού  μας  υπάρχει  καί  κακή αναγνώριση;
– Ναί, μπορεί νά εχη κανείς λανθασμένη γνώση του εαυτού του, νά τόν δικαιολογή καί νά άναπαύη  τόν  λογισμό  του.  Γι’  αυτό,  όταν  λέω  ότι  υπάρχει  αναγνώριση  του  σφάλματος, εννοώ  ότι  υπάρχει  έστω  καί  μιά  μικρή  προσπάθεια  γιά  διόρθωση.  Σου  χρωστάω  π.χ. πεντακόσιες  χιλιάδες  δραχμές  καί,  όταν  σέ  βλέπω,  λέω:  σου  χρωστάω  καί  πεντακόσιες χιλιάδες, άλλά δέν μέ απασχολεί νά επιστρέψω τό χρέος απλώς αναγνωρίζω ότι έχω ένα χρέος. Μετά άπό λίγο πάλι τό σκέφτομαι καί σου λέω: ναί, ναί, έχω καί ένα χρέος. Αυτό δέν  θά  πή  αναγνώριση.  Όταν  άναγνωρίζη  κανείς  πραγματικά  ότι  έχει  ένα  χρέος,  δέν κοιμάται  ψάχνει  νά  βρή  πώς  νά  τό  εξόφληση.  Καί τότε,  όταν  λέη  έχω  ένα  χρέος, πληροφορείται  καί  ό  άλλος,  άπό  τόν  τρόπο  πού  τό  λέει,  ότι  πράγματι  τόν  απασχολεί  τό θέμα.

Προσοχή στα οράματα. ΠΑΙΣΙΟΣ

 

- Γέροντα, όταν οί άνθρωποι μας διηγούνται οράματα ή λένε ότι είδαν έναν Άγιο κ.λπ.,
τί νά λέμε;
– Καλύτερα νά τούς λέτε νά είναι επιφυλακτικοί. Αυτό είναι πιο σίγουρο, γιατί δέν μπορούν όλοι νά διακρίνουν άν ένα όραμα είναι άπό τόν Θεό ή άπό τόν διάβολο. Άλλά καί άπό τόν Θεό νά είναι ένα όραμα, πρέπει νά μην τό δέχεται εξαρχής ό άνθρωπος. Ό Θεός ίσα-ίσα συγκινείται, κατά κάποιον τρόπο, όταν βλέπη τό πλάσμα Του νά μήν τό δέχεται,γιατί αυτό δείχνει ότι έχει ταπείνωση. Άν πράγματι ήταν Άγιος αυτός πού παρουσιάσθηκε, ό
Θεός ξέρει μετά μέ άλλον τρόπο νά πληροφόρηση τήν ψυχή καί νά τήν όδηγήση σ’ αυτό πού θέλει. Χρειάζεται προσοχή, γιατί μπορεί νά έρθη τό ταγκαλάκι, νά πατήση τό κουμπί καί νά άρχίση ή τηλεόραση…
Ήταν μιά ψυχή πού δέν είχε βοηθηθή άπό ανθρώπους, καί γι’ αυτό δικαιούτο τήν θεία βοήθεια. Ό Θεός της παρουσίασε κάτι, γιά νά βοηθηθή. Ύστερα όμως ό διάβολος της έβαλε λογισμούς: Φαίνεται, γιά νά σέ αξίωση ό Θεός νά δής αυτό τό όραμα – ποιος ξέρει; – σέ προορίζει γιά κάτι ανώτερο. Άπό τήν στιγμή πού πίστεψε κάτι τέτοιο, δ διάβολος άρχισε νά κάνη τήν δουλειά του καί τήν έκανε κουμάντο! Άλλά τελικά ό Θεός πάλι τήν λυπήθηκε.
Είδε ένα δράμα καί άκουσε μιά φωνή νά της λέη: Νά γράψης όλα τά οράματα πού είδες
στον πατέρα Παΐσιο. Έτσι μού έγραψε ένα γράμμα μέ όλα τά οράματα πού είδε. Ό
πειρασμός τήν είχε αλωνίσει. Πραγματικά οράματα, άλλά όλα ήταν τού πειρασμού. Άπό
όλα τά οράματα πού μού ανέφερε, μόνον τό πρώτο καί τό τελευταίο ήταν άπό τόν Θεό. Τό
τελευταίο τό επέτρεψε ό Θεός, γιά νά τήν φέρη σέ λογαριασμό, νά τήν βοηθήση νά
απαλλαγή άπό τήν πλάνη. Τελικά ή καημένη άκουσε τί τής είπα καί ξέμπλεξε.