Σάββατο 25 Ιανουαρίου 2014

Μαξίμου Ομολογητού:Προς Θαλάσσιον περὶ Διαφόρων Απόρων της Θείας Γραφής

Μαξίμου Ομολογητού:Προς Θαλάσσιον περὶ Διαφόρων Απόρων της Θείας Γραφής



  
 
ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ ΤΩΝ ΝΗΠΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΣΚΗΤΙΚΩΝ
ΜΑΞΙΜΟΥ ΤΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ
ΠΡΟΣ ΘΑΛΑΣΣΙΟΝ, ΠΕΡΙ ΑΠΟΡΩΝ
(ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ Α' - ΝΓ')
ΠΑΤΕΡΙΚΑΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ

ΕΡΩΤΗΣΗ 1
Τα πάθη είναι κακά καθεαυτά ή ανάλογα με τη χρήση τους; Εννοώ την ηδονή και τη λύπη, την επιθυμία και το φόβο και όσα ακολουθούν.
ΑΠΟΚΡΙΣΗ
Αυτά τα πάθη, όπως και τα λοιπά, δεν συνδημιουργήθηκαν μαζί με τη φύση των ανθρώπων, γιατί θα συντελούσαν και στον ορισμό της φύσης του ανθρώπου. Υποστηρίζω αντίθετα, αυτό που έμαθα από το μεγάλο Γρηγόριο Νύσσης, ότι εισήλθαν μετά την έκπτωση από την τελειότητα και προσκολλήθηκαν στο αλογότερο μέρος του άνθρωπου, με τα οποία, αντί της θείας και μακάριας εικόνας, ευθύς αμέσως με την παράβαση έγινε φανε­ρή κι ευδιάκριτη στον άνθρωπο η ομοίωση του με τα άλογα ζώα. Γιατί έπρεπε, αφού κατακαλύφθηκε η αξία του λόγου από τα γνωρίσματα της αλογίας που με τη γνώμη του τράβηξε στον εαυτό του, δίκαια να τιμωρείται η ανθρώπινη φύση, οικονομώ­ντας σοφά έτσι ο Θεός να συναισθανθεί ο άνθρωπος το λογικό μεγαλείο του νου του.
Ωστόσο γίνονται καλά και τα πάθη στους σπουδαίους αν­θρώπους, όταν, αποχωρίζοντας τα σοφά από το σώμα, τα μετα­χειρίζονται προς απόκτηση του ουρανού. Για παράδειγμα την επιθυμία θα τη μετατρέψουν σε κίνηση που ορέγεται την νοερή έφεση των θείων, ενώ την ηδονή θα την κάνουν αγαθή ευφρο­σύνη της θελητικής ενέργειας του νου για τα θεϊκά χαρίσματα. Επίσης το φόβο θα τον κάνουν φροντίδα που προφυλάγει από τη μελλοντική τιμωρία εξαιτίας πλημμελημάτων, ενώ τη λύπη μεταμέλεια που διορθώνει ένα υπάρχον κακό, και μ' ένα λόγο, σύμφωνα με τους σοφούς γιατρούς που αφαιρούν με το δηλητηριώδες σώμα του ερπετού της έχιδνας τη λέπρα που πράγματι υπάρχει η υποθέτουν, χρησιμοποιούν αυτά τα πάθη για την αναίρεση μιας παρούσας η αναμενόμενης κακίας για την απόκτηση και τη φύλαξη της αρετής και της γνώσης. Είναι λοιπόν αυτά τα πάθη καλά, όπως είπα, σύμφωνα με τη χρήση τους σε εκείνους που αιχμαλωτίζουν κάθε σκέψη και την κά­νουν να υπακούει στο Χριστό.
Αν κάτι από αυτά λέγεται και για το Θεό από τη Γραφή ή για τους αγίους, για το Θεό για χάρη μας, επειδή κατάλληλα με τα δικά μας πάθη αποκαλύπτει τις σωτήριες για μας κι αγαθοποιές εκδηλώσεις της πρόνοιας, και για τους άλλους, επειδή δεν μπορούν μ' άλλο τρόπο να προσφέρουν τις νοερές σχέσεις τους και διαθέσεις προς το Θεό με σωματική ζωή, χωρίς τα γνωστά πάθη της φύσης μας.
ΣΧΟΛΙΑ
1. Τις διάφορες εκδηλώσεις της πρόνοιας, σχετικά μ' εμάς, τις διαμορφώνει η Γραφή ανάλογα με τα γνωστά σ' εμάς πάθη.
2. Την όποια σχέση των αγίων με το Θεό η Γραφή τη δηλώνει με τούτα τα ονόματα.
 
ΕΡΩΤΗΣΗ 2
Αν ο Δημιουργός δημιούργησε όλα τα είδη που αποτε­λούν τον κόσμο μέσα στις έξι μέρες, τι κάνει ο Πατέρας στη συνέχεια; Γιατί λέει ο Σωτήρας ο Πατέρας μου εργάζεται ως τώρα, και εγώ εργάζομαι. Μήπως εννοεί τάχα τη συντήρηση των ειδών που έχουν δημιουργηθεί;
ΑΠΟΚΡΙΣΗ
Αφού ο Θεός ολοκλήρωσε τους πρώτους λόγους των Ιω. 5,17 δημιουργημάτων και τις γενικές ουσίες των όντων με μιας, όπως αυτός γνωρίζει, εργάζεται ακόμη όχι μονάχα για τη συ­ντήρηση αυτών των ίδιων των δημιουργημάτων στο είναι, αλλά και για την πραγματική δημιουργία των μερών που υπάρχουν δυνάμει σ' αυτά, αλλά και την εξέλιξη και τη σταθεροποίηση και ακόμα και την εξομοίωση με την πρόνοια των επιμέρους προς τα γενικά, ώσπου, ενώνοντας την αυτόγνωμη ορμή των μερικών με το γενικότερο φυσικό λόγο της λογικής ουσίας μέσω της κίνησης των μερικών προς το αγαθό είναι, τα κάνει σύμφωνα μεταξύ τους και με το όλο και ταυτοκίνητο, χωρίς να έχουν τα επιμέρους προς τα καθόλου τη διαφορά της γνώμης, αλλά να επικρατήσει σε όλα ο ίδιος λόγος και χωρίς να διαιρεί­ται ως προς τις εκδηλώσεις εκείνων στα οποία αποδίδεται εξί­σου, και να παρουσιάσει έτσι πραγματοποιούμενη την θεοποιητική χάρη των όλων, αυτήν για την οποία έγινε άνθρωπος ο Θεός και Λόγος και λέει ο Πατέρας μου εργάζεται ως τώρα κι εργάζομαι κι εγώ. Ο ένας δηλαδή εργάζεται ευδοκώντας κι ο άλλος πράττοντας ως αυτουργός και το άγιο Πνεύμα συμπλη­ρώνει κατ' ούσίαν την ευδοκία του Πατέρα για όλα και την αυτουργική πράξη του Υιού, για να γίνει δια μέσου όλων και μέσα σε όλα ένας ο τριαδικός Θεός, ανάλογα ολόκληρος στον καθέ­να σύμφωνα με τη χάρη που αξιώνονται και να θεωρείται μέσα σε όλα, έτσι όπως μέσα σε κάθε μέλος του σώματος ενυπάρχει η ψυχή φυσικά και χωρίς μείωση.
ΣΧΟΛΙΑ
1. Μέσα στην ύλη, δηλαδή την καθολική ουσία των όντων, υπάρχουν δυνάμει τα μερικά που γίνονται από την ύλη ανάλογα με το μέρος, τη γένεση των οποίων, λέει, κάνει πρόδηλα ο Θεός.
2. Εξομοίωση των μερικών προς το καθόλου λέει την ένωση όλων των ανθρώπων με μια κίνηση της γνώμης τους προς το λόγο της φύσης, ένωση που κάνει ο Θεός με την πρό­νοια του, για να πραγματοποιηθεί έτσι και μία γνώμη, όπως είναι μία η φύση όλων, καθώς θα είναι ενωμένοι όλοι μεταξύ τους και με το Θεό μέσω του Πνεύματος.
 
ΕΡΩΤΗΣΗ 3
Ποιός είναι αυτός που κατά το Ευαγγέλιο κρατάει το κανάτι με το νερό και γιατί με νερό, και τον οποίο συναντούν οι μα­θητές που στέλνει ο Χριστός και παίρνουν την εντολή να τον ακολουθήσουν; Και ποιος είναι ο οικοδεσπότης; Και γιατί οι ευαγγελιστές αποσιωπούν αυτό το όνομα; Τι είναι επίσης το ανώγι το μεγάλο και στρωμένο, όπου εκτελείται το φρικτό μυστήριο του θείου δείπνου;[Λουκά 22,7-13]
ΑΠΟΚΡΙΣΗ
Η Γραφή δεν αποσιώπησε μόνο το όνομα του άνθρωπου στον οποίο ο Σωτήρας έστειλε τους δύο μαθητές για την προε­τοιμασία του Πάσχα, αλλά και το όνομα της πόλης όπου είχαν σταλεί. Έτσι κατά μία πρώτη ερμηνεία, υποθέτω ότι με την πόλη δηλώνεται ο αισθητός κόσμος και με τον άνθρωπο στο σύνολο του το γένος των ανθρώπων στο οποίο αποστέλλονται, ως μαθητές του Θεού και Λόγου και πρόδρομοι του για να ετοι­μάσουν τη μυστική ευωχία του με τη φύση των ανθρώπων, οι δύο νόμοι, ο νόμος της πρώτης διαθήκης και ο νόμος της Και­νής, ο ένας αποκαθαίροντας τη φύση μας με την πρακτική φι­λοσοφία από κάθε μολυσμό, και ο άλλος ανυψώνοντας με τη θεωρητική μυσταγωγία από τα σωματικά το νου με τη γνώση στα συγγενή του νοητά θεάματα. Απόδειξη γι' αυτό είναι το γε­γονός ότι οι μαθητές που στάλθηκαν ήταν ο Πέτρος και ο Ιω­άννης. Γιατί ως γνωστόν ο Πέτρος είναι σύμβολο της πράξης και ο Ιωάννης της θεωρίας.
Γι' αυτό τους συναντά πρώτος όπως πρέπει αυτός που κρα­τεί το κανάτι με το νερό, σημαίνοντας με τον εαυτό του όλους όσοι βαστάζουν κατά την πρακτική φιλοσοφία των αρετών στους ώμους τους, όπως μέσα στο κανάτι, με τη νέκρωση των επίγειων μελών του σώματος τη χάρη του Πνεύματος που με την πίστη τους καθαιρεί από τους μολυσμούς. Έπειτα από αυ­τόν, δεύτερος, ο οικοδεσπότης που παρουσιάζει το στρωμένο ανώγι, διδάσκοντας επίσης με τον εαυτό του όλους όσοι έχουν στρώσει με γνωστικά νοήματα και δόγματα το θεωρητικό ύψος της καθαρής και μεγαλόπλαστης διάνοιας τους, όμοια με ανώγι, για να υποδεχθούν θεοπρεπώς το μεγάλο Λόγο. Το σπίτι πάλι είναι η απόκτηση της ευσέβειας, προς την οποία ο πρακτικός νους πορεύεται επιδιώκοντας την αρετή και της οποίας ευσέ­βειας αυτός είναι Κύριος και την έχει αποκτήσει ως δική του καταφύση, ο νους που καταλάμπεται από το θειο φως της μυστικής γνώσης και γι' αυτό μαζί με τον πρακτικό αξιώνεται την υπερφυή παρουσία και ευωχία του Σωτήρα Λόγου.
Έγινε λοιπόν λόγος για έναν άνθρωπο και για δύο, αν βέ­βαια έχει γραφεί ότι ο ένας κρατάει κανάτι με νερό κι ο άλλος έχει ονομαστεί οικοδεσπότης· γράφτηκε ότι ήταν ένας ίσως, όπως είπα, εξαιτίας της μιας φύσης, και δύο επειδή αυτή η μία φύση χωρίστηκε στους πρακτικούς και τους θεωρητικούς ανά­λογα με την ευσέβεια τους, τους οποίους πάλι ενώνοντας τους με το Πνεύμα ο Λόγος τους καλεί και τους κάνει ένα.
Αν όμως θέλει κάποιος να εφαρμόσει όσα ειπώθηκαν και στον καθένα άνθρωπο, δεν απομακρύνεται από την αλήθεια. Πόλη δηλαδή είναι η ψυχή του καθενός, στην οποία αποστέλ­λονται πάντοτε, σαν μαθητές του Θεού και Λόγου, οι λόγοι περί αρετής και γνώσης. Αυτός που κρατεί το κανάτι με το νερό είναι ο καρτερικός τρόπος και λογισμός που σηκώνει στους ώμους της εγκράτειας χωρίς να την πετάξει κάτω τη χάρη της πίστης που του δόθηκε στο βάπτισμα. Το σπίτι πόλι είναι η κα­τάσταση και η απόκτηση των αρετών που οικοδομήθηκε, σαν από πέτρες, από πολλά σταθερά και ανδρικά ήθη και λογι­σμούς. Το ανώγι είναι η πλατιά και ευρύχωρη διάνοια και η ικανότητα για γνώση που έχει κατακοσμηθεί από τα θεϊκά θεά­ματα των μυστικών κι απόρρητων δογμάτων. Ο οικοδεσπότης είναι ο νους που διαπλατύνεται με το λαμπρό ύψος, το κάλλος και μέγεθος της γνώσης του σπιτιού που έφτιαξε η αρετή· στον οικοδεσπότη μαζί με τους μαθητές του, δηλαδή με τα πρώτα πνευματικά νοήματα περί φύσεως και χρόνου ενδημώντας ο Λόγος μεταδίδει τον εαυτό του. Γιατί Πάσχα αληθινά είναι η διάβαση του Λόγου προς τον ανθρώπινο νού, κατά την όποια χαρίζει σ' όλους τους άξιους την πληρότητα με τη μετοχή των αγαθών του ερχόμενος σ' αυτή μυστικά ο Λόγος του Θεού.
 
ΕΡΩΤΗΣΗ 4
Πως ο Κύριος έδωσε εντολή στους μαθητές του να μην απο­χτήσουν δύο χιτώνες, [Ματθ 10,10·  Μάρκ. 6,9·  Λουκά 9,3] ενώ αυτός, σύμφωνα με τον ευαγγελι­στή Ιωάννη, είχε πέντε, [Ιω. 19,23] όπως είναι φανερό από τον αριθμό εκείνων που τους μοιράστηκαν, και ποια είναι αυτά τα φορέ­ματα;
ΑΠΟΚΡΙΣΗ
Ο Σωτήρας δεν είχε πέντε χιτώνες, αλλά ένα που το φορούσε κατάσαρκα και το εξωτερικό φόρεμα, που το πρώτο το λένε χιτώνιο και το εξωτερικό φόρεμα το ονομάζουν ιμάτιο. Αλλά μυστικά με τα λόγια της διήγησης του φανέρωσε με το Πνεύμα ο μέγας Ιωάννης το άρρητο της θεωρίας, για να οδηγή­σει με τα ιστορούμενα το νου μας στην αλήθεια των νοουμέ­νων. Ο άνωθεν λοιπόν υφαντός εξολοκλήρου χιτώνας του Σωτήρα, που δεν τον έσχισαν οι σταυρωτές του, μολονότι τους επιτράπηκε να του τον βγάλουν, είναι η στενή συνοχή και συμ­πλοκή των αρετών μεταξύ τους και κάλυμμα φτιαγμένο από μας με το λόγο κατάλληλο και πρέπον, ή η χάρη του η υφασμέ­νη κατάλληλα για το νέο άνθρωπο από το Πνεύμα. Ενώ το εξω­τερικό φόρεμα είναι ο αισθητός κόσμος χωρισμένος σε τέσσε­ρα στοιχεία, κι αυτόν, σα να ήταν τέσσερα ιμάτια, τον μοιράζο­νται όσοι νοητά ανάμεσα μας σταυρώνουν τον Κύριο. Μοιράζονται λοιπόν οι δαίμονες την ορατή κτίση των τεσσάρων στοιχείων προετοιμάζοντάς μας να βλέπομε με την αίσθηση προς κάποιο πάθος όσοι αγνοήσαμε μέσα σ' αυτήν τους θείους λό­γους. Ενώ τον χιτώνα των αρετών, ακόμα κι αν τον παίρνουν από εμάς με την απραξία των καλών, όμως δεν μπορούν να πεί­σουν ότι η αρετή είναι κακία.
Ας μην θεωρήσομε λοιπόν τα πέντε ενδύματα του Σωτήρα αφορμή πλεονεξίας, αλλά ας κατανοήσομε τι απαιτεί η Γραφή και πως με τη δική μας αμέλεια σταυρώνεται ο Κύριος και ξε­γυμνώνεται με την δική μας απραξία για τα καλά, και υπηρετώ­ντας εμείς τα πάθη μοιράζονται, σαν φορέματα, οι δαίμονες την κτίση του, και ας γίνομε φύλακες ασφαλείς των αγαθών που μας χάρισε ο Θεός και την κτίση να τη βλέπομε καλώς για τη δόξα μόνο αυτού. Επίσης το χιτώνα του λόγου της γνώσης, εν­νοώ τις αρετές, να τον φυλάξομε αναφαίρετο με την επιμέλεια των αγαθών έργων.
Αν πάλι θέλετε, εκτός από τα όσα είπαμε, να εννοήσετε ως χιτώνα υφαντό τον ουράνιο κόσμο των ασωμάτων και νοη­τών ουσιών, ενώ εξωτερικό φόρεμα, που το χώρισε ο λόγος μας σε τέσσερα μέρη ως στοιχεία, να θεωρήσετε τη σωματική φύση, δε θ' αστοχήσετε την αλήθεια. Το σώμα των ανθρώπων το διέλυσαν με τη φθορά, παίρνοντας εναντίον μας ισχυρή αφορμή την παράβαση της εντολής του νόμου, ενώ την ψυχή τους δεν την καταξέσχισαν επειδή έχει συγγένεια με τον ουρά­νιο κόσμο.
 
ΕΡΩΤΗΣΗ 5
Ποια είναι μεταφορικά η καταραμένη γη στην εργασία του Αδάμ και τι σημαίνει το θα τη λάβεις αυτήν ως τροφή σου με λύπες; Επίσης τι σημαίνει το θα τρως χόρτο αφού φυ­τρώσουν αγκάθια και τριβόλια και τι το τελευταίο, θα φας το ψωμί σου με τον ιδρώτα του προσώπου σου; [Γεν. 3,17-19] Και όμως ποτέ δεν θεάθηκε άνθρωπος να τρώει γη ούτε χόρτο, ούτε όσοι τρώνε ψωμί το τρώνε σύμφωνα με την απόφαση της ιε­ράς ιστορίας με τον ίδρωτα του προσώπου τους.
ΑΠΟΚΡΙΣΗ
Η γη η καταραμένη στην εργασία του Αδάμ είναι η σάρκα του Αδάμ, που γίνεται πάντοτε με τα έργα του Αδάμ, εννοώ τα πάθη του νου που έγινε γη, καταραμένη για την ακαρπία των αρετών ως έργων του Θεού, που τρώει με πολλή οδύνη και λύπη απολαμβάνοντας μικρή ηδονή από αυτήν. Γι' αυτή την φθαρτή απόλαυση γεννά για τον άνθρωπο φροντίδες και μέρι­μνες, όμοια μ' αγκάθια, και μεγάλους πειρασμούς και κινδύνους ωσάν τριβόλια, που τον κατατρυπούν επώδυνα από παντού στο λόγο και στο θυμό και την επιθυμία, ώστε, μόλις μπορέσει να περιποιηθεί την υγεία και την ευεξία της σαν χόρτο που μαραί­νεται και να τη φάει, δηλαδή να επιτύχει, και τότε έπειτα από πολλή επανακύκληση των δεινών με τον ιδρώτα του προσώπου του, δηλαδή με τον σωματικό κάματο και τον μόχθο της φιλοπερίεργης παρατήρησης των αισθητών, να έχει σαν ψωμί το μέσο για τη συντήρηση της παρούσας ζωής ή με την τέχνη ή με κάποιαν άλλη σοφή μεθόδευση για τή ζωή.
Ή καλύτερα, γη του Αδάμ είναι η καρδιά, που δέχτηκε την κατάρα της αφαίρεσης των ουράνιων αγαθών εξαιτίας της παράβασης. Τη γη αυτή είναι που τρώει κατά την πρακτική φι­λοσοφία με πολλές θλίψεις καθαρμένη από την κατάρα των έρ­γων της αισχύνης που βαραίνει τη συνείδηση. Και πάλι τους λογισμούς που όμοια μ' αγκάθια φυτρώνουν σ' αυτή για τη γέ­νεση των σωμάτων και όμοια με τριβόλια τους λογισμούς πρό­νοιας και κρίσης για τα ασώματα αποκαθαίροντάς τους με το λόγο θερίζει πνευματικά σαν χόρτο τη φυσική θεωρία. Και έτσι, σαν με τον ιδρώτα του προσώπου, με τον επιστημονικό κατά την γνώση τρόπο της διάνοιας τρώγει τον άρτο της θεολο­γίας, τον μόνο πραγματικά ζωτικό και που συντηρεί τη γένεση προς την αφθαρσία όποιων τον τρώνε. Γη λοιπόν είναι, που τρώγεται καλά, η κάθαρση της καρδίας με την πράξη, ενώ χόρ­το η γνώση των δημιουργημάτων που δίνει η φυσική θεωρία, και άρτος η αληθινή μυσταγωγία με τη θεολογία.
ΣΧΟΛΙΟ
1. Έργα του Αδάμ λέει τα πάθη της ατιμίας· γιατί τις αρε­τές τις πραγματοποιεί μόνο ο Θεός σ' οποίους θέλουν, λαμβάνοντας ως όργανο για τη φανέρωση των αρετών την πρόθεση μόνο όσων θέλουν.
 
ΕΡΩΤΗΣΗ 6
Αν, σύμφωνα με τον άγιο Ιωάννη, όποιος έχει γεννηθεί από το Θεό δεν κάνει αμαρτία, γιατί το σπέρμα του Θεού που τον γέννησε μένει μέσα του και δεν είναι δυνατό να συνεχίσει ν' αμαρτάνει, και όποιος έχει γεννηθεί από νερό και Πνεύμα αυτός έχει γεννηθεί από το Θεό,[Ιω. 3,9·   Ιω. 3,5.] πως εμείς που γεννηθήκαμε από το Θεό με το βάπτισμα μπορούμε ν' αμαρτάνομε;
ΑΠΟΚΡΙΣΗ
Ο τρόπος της γέννησης μας από το Θεό είναι διπλός- ο ένας δίνει δυνάμει παρούσα σ' αυτούς που γεννιούνται όλη τη χάρη της υιοθεσίας, ενώ ο άλλος την εισάγει ενεργεία όλη πα­ρούσα να μεταπλάθει εκούσια σύμφωνα με το Θεό που την γεν­νά όλη την προαίρεση αυτού που γεννιέται. Και ο ένας πιστεύει μόνο πως έχει δυνάμει παρούσα τη χάρη, ενώ ο άλλος έκτος από την πίστη δημιουργεί και τη θεϊκότατη ομοίωση του γνωσθέντος που ενεργεί κατ' επίγνωση σ' αυτόν που τη γνώρι­σε. Σε όποιους λοιπόν παρατηρείται ο πρώτος τρόπος της γέν­νησης, επειδή η γνώμη τους δεν έχει αποεξαρτηθεί τέλεια από την προσκόλληση στη σάρκα και δεν έχουν διαποτιστεί πλήρως με το πνεύμα κατά τη μέθεξη στη ν πράξη των θειων μυστηρίων, που είναι γνωστά τους, σ' αυτούς δεν είναι απούσα η ροπή σε κάποια στιγμή προς την αμαρτία, σε όποιους το επι­θυμούν. Γιατί δε γεννά γνώμη που δεν θέλει το Πνεύμα, αλλά εάν αυτή θέλει την μεταπλάθει για τη θέωση· αυτήν όποιος με­ταλάβει με την πείρα του συνειδητά δεν μπορεί από αυτό που κυρίως στ' αλήθεια εγνώρισε μια φορά στην πράξη, να μεταπέ­σει σε κάποιο άλλο κι αυτό να προσποιείται πως είναι το πρώτο, όπως και το μάτι που μια φορά είδε τον ήλιο, δεν μπο­ρεί να παραγνωρίσει έπειτα ως ήλιο τη σελήνη ή κάποια άλλα αστέρια στον ουρανό. Από όποιους όμως κατά τη γέννησή τους το Πνεύμα το άγιο έλαβε ακέρια την προαίρεση τους, αυτούς τους μετέθεσε εξολοκλήρου από τη γη στους ουρανούς και με την ενεργεία αληθινή επίγνωση άλλαξε το ποιο του νου τους με τις μακάριες ακτίνες του Θεού και Πατέρα, ώστε να νομιστεί πως είναι άλλος Θεός, μετέχοντας κατά την έξη με τη χάρη αυτό που όχι μετέχοντας αλλά υπάρχοντας στην ουσία του είναι ο Θεός. Σ' αυτούς η προαίρεση τους αποχτά σαφώς αναμάρτητη έξη της αρετής και της γνώσης, επειδή δεν μπορούν ν' αρνη­θούν αυτό που στην πράξη γνώρισαν με την πείρα. Κι αν ακόμα έχομε λοιπόν το Πνεύμα της υιοθεσίας, που είναι ζωτικό σπέρ­μα και που δίνει σ' αυτούς που γεννιούνται μορφή όμοια μ' αυ­τόν που τους γέννησε, ωστόσο δεν του δίνομε τη γνώμη μας καθαρή από τη ροπή και τη διάθεση για κάτι άλλο και αυτός εί­ναι ο λόγος που αμαρτάνομε με τη θέληση μας και μετά τη γέν­νηση μας με το νερό και το Πνεύμα. Αν όμως προετοιμάζομε τη γνώμη μας να δέχεται μ' επίγνωση την ενέργεια αυτών, εν­νοώ του νερού και του Πνεύματος, τότε με τις πράξεις μας το μυστικό νερό θα πετύχαινε την κάθαρση της συνείδησης και το ζωοποιό πνεύμα θα πραγματοποιούσε μέσα μας την άτρεπτη ολοκλήρωση του καλού με τη βίωση της γνώσης. Λείπει επο­μένως από τον καθένα από εμάς που μπορούμε ακόμα ν' αμαρτήσομε η βούληση να παραχωρήσομε στο Πνεύμα ολόκληρο τον εαυτό μας καθαρά και με τη θέληση μας.
1. Με τον ένα τρόπο δίδεται δυνάμει μόνο η χάρη της υιοθε­σίας, επειδή σ' όλους γενικά τους βαπτισμένους δίνεται η δυνατότητα να γίνουν υιοί του Θεού. Γιατί είπε˙ αν δε γεν­νηθεί κάποιος από νερό και Πνεύμα, δεν μπορεί να εισέλθει στη βασιλεία των ουρανών. Επίσης λέει· σε όσους τον δέ­χτηκαν, τους έδωσε το δικαίωμα να γίνουν υιοί του Θεού. [Ιω. 3,5 και 1,12] Πως ενώ με τον άλλο τρόπο, με την εκτέλεση των εντολών και τη γνώση της αλήθειας, δίνεται η τελειότητα της ίδιας υιο­θεσίας, δηλαδή η αδυναμία γι' αμαρτία, με τη θέωση που δεν υπάρχει στον πρώτο τρόπο. Γιατί σ' αυτόν δεν αφαιρείται η δυνατότητα της αμαρτίας με την ελεύθερη θέληση του άν­θρωπου, επειδή δεν στρέφεται ακόμα στο Θεό όλος ο πόθος κατά χάρη.
2. Η αργή πίστη, λέει, έχει τη χάρη της υιοθεσίας δυνάμει, επειδή αυτοί που την έχουν δεν κινούνται με τις εντολές.
 
ΕΡΩΤΗΣΗ 7
Τι σημαίνει ο λόγος, γι' αυτό κήρυξε το ευαγγέλιο και στους νεκρούς, για να κριθούν βέβαια κατά σάρκα σαν άν­θρωποι, να ζουν όμως κατά Θεόν ως προς το πνεύμα. [Α' Πέτ. 4,6]οι νεκροί κρίνονται κατά σάρκα;
ΑΠΟΚΡΙΣΗ
Είναι συνηθισμένο στη Γραφή να μεταλλάσσει τους χρό­νους και να παίρνει τον ένα στη θέση του άλλου και να εκφω­νεί τον μέλλοντα σαν χρόνο περασμένο και τον περασμένο σαν μέλλοντα και τον ενεστώτα στον πριν από αυτόν χρόνο και στον έπειτα από αυτόν, πράγμα που είναι φανερό σε όσους γνωρίζουν τη Γραφή. Λένε λοιπόν μερικοί ότι εδώ η Γραφή νε­κρούς ονομάζει τους ανθρώπους που απεβΙωσαν πριν από τον ερχομό στον κόσμο του Χριστού, όπως οι άνθρωποι του κατα­κλυσμού, της εποχής της κατασκευής του πύργου, οι νεκροί των Σοδόμων, της Αιγύπτου και οι άλλοι που σε διάφορους καιρούς και με διάφορους τρόπους δέχτηκαν την πολύτροπη εκδίκηση και τις φοβερές επιβουλές των θεΙων αποφάσεων. Αυτοί δεν τιμωρήθηκαν τόσο για την άγνοια του Θεού, όσο για το μεταξύ τους λυσσαλέο μίσος. Σ' αυτούς λέει ότι ευαγγελίσθηκε το μέγα κήρυγμα της σωτηρίας, και κρίθηκαν ήδη κατά σάρκα σαν άνθρωποι, δηλαδή έλαβαν την τιμωρία για το έγκλημα του ενός προς τον άλλο κατά την ένσαρκη ζωή τους, για να ζήσουν κατά Θεόν ως προς το πνεύμα, δηλαδή δεχόμενοι στην ψυχή τους, ενώ βρίσκονταν στον Άδη, το κήρυγμα της θεογνωσίας, πιστεύοντας μέσω του Σωτήρα που κατέβηκε στον άδη για να σώσει και τους νεκρούς. Για να κατανοήσομε λοι­πόν το χωρίο ας το εξηγήσομε ως εξής. Γι' αυτό ευαγγελίσθηκε και στους νεκρούς, για να κριθούν κατά σάρκα σαν άνθρω­ποι, να ζουν όμως κατά Θεόν ως προς το πνεύμα.
Ή πάλι νεκρούς ίσως λέει συγκεκαλυμμένα εκείνους που περιφέρουν στο σώμα τους τη νέκρωση του Ιησού, στους οποίους εύλογα έχει δοθεί, πραγματικά, εξαιτίας των έργα τους, το θειο Ευαγγέλιο, αφού βέβαια το Ευαγγέλιο διδάσκει την άρ­νηση της σαρκικής ζωής και την παραδοχή της πνευματικής, σ' αυτούς που σαν άνθρωποι, εννοώ την ανθρώπινη μέσα στη σάρ­κα ζωή κατά τον αιώνα τούτο, αποθνήσκουν και ζούνε μόνο κατά Θεόν ως προς το πνεύμα, σύμφωνα με τον θειο Απόστολο και τους γύρω του, που δεν ζούνε καθόλου δική τους ζωή, αλλά μόνο έχουν μέσα τους το Χριστό να ζει μέσα στην ψυχή τους. Έτσι οι νεκροί για χάρη του Θεού στον κόσμο τούτο κρίνονται κατά τη σάρκα ταλαιπωρούμενοι από θλίψεις και βάσανα πολ­λά και στενοχώριες και υπομένοντας με χαρά διωγμούς και μύ­ρια είδη πειρασμών.
 
ΕΡΩΤΗΣΗ 8
Επειδή πάλι ο άγιος Ιωάννης λέει ότι ο Θεός είναι φως και εάν περπατούμε μέσα στο φως, όπως αυτός είναι μέσα στο φώς [Α' Ιω 1,7], πως και φως λέγεται ο ίδιος, και είναι μέσα στο φως, σαν άλλος μέσα σε κάποιον άλλο;
ΑΠΟΚΡΙΣΗ
Ο Θεός, που είναι στην ουσία του αληθινά φως, υπάρχει μέσα σ' εκείνους που περπατούν μέσα του με τις αρετές, που έγιναν φως αληθινό. Όπως λοιπόν όλοι οι άγιοι εξαιτίας της φιλοθεΐας τους γίνονται το κατά μέθεξη φως, μέσα στο κατ' ου­σίαν φως, έτσι το κατ' ουσίαν φως από φιλανθρωπία έρχεται μέσα στο κατά μέθεξη φως. Αν λοιπόν είμαστε με την αρετή και τη γνώση μας μέσα στον Θεό όπως σε φως και ο ίδιος ο Θεός ως φως υπάρχει μέσα σ' εμάς που είμαστε φως. Ο Θεός δηλαδή, το φύσει φως, έρχεται στο κατά μίμηση φως, όπως το αρχέτυπο μέσα στην εικόνα. Ή καλύτερα ο Θεός και Πατέρας είναι φως μέσα στο φως, δηλαδή μέσα στον Υιό και το άγιο Πνεύμα, χωρίς να είναι άλλο φως (ο Πατέρας) και άλλο (ο Υιός) και άλλο (το άγιο Πνεύμα), αλλά στην ουσία είναι ένα και το αυτό φως, τριπλόφωτο όμως ως προς τον τρόπο της ύπαρ­ξης·
 
ΕΡΩΤΗΣΗ 9
Γιατί λέει πάλι ο άγιος Ιωάννης, αδελφοί, τώρα είμαστε παιδιά του Θεού και δεν φανερώθηκε ακόμα τι θα γίνομε [Α' Ιωάν. 3,2]; Αν δεν φανερώθηκε ακόμα τι θα γίνομε, πως ο άγιος Παύ­λος λέει, σ' εμάς όμως ο Θεός τα αποκάλυψε μέσω του Πνεύματος- γιατί το πνεύμα έρευνα τα πάντα και τα βάθη του Θεού;[ Α' Κορ. 2,10] Πως διατυπώνει και τέτοιες σκέψεις για το τι θα γί­νομε;
ΑΠΟΚΡΙΣΗ
Ο άγιος ευαγγελιστής Ιωάννης λέει ότι αγνοεί τον τρόπο της μελλοντικής θέωσης όσων έγιναν εδώ παιδιά του Θεού με τις αρετές που ορίζει η πίστη, επειδή δεν έχει ακόμα φανερω­θεί η αυθύπαρκτη κατά την όψη υπόσταση των μελλοντικών αγαθών. Γιατί εδώ περπατούμε με την πίστη και όχι με το ίδωμα. Β' Κορ. 5,7 Ο άγιος Παύλος όμως λέει ότι πληροφορήθηκε με αποκάλυψη το θειο σκοπό για τα μελλοντικά αγαθά.Γαλ. 1,12., αλλά δεν γνωρίζει τον τρόπο της θέωσης σύμφωνα με το θείο σκοπό. Γι' αυτό λέει ερμηνεύοντας τη σκέψη του με σαφήνεια˙ προχωρώ επιδιώκοντας το σκοπό μου, το βραβείο της κλήσης μου στον ουρανό.Φιλιπ. 3,14, θέλοντας δηλαδή να μάθει από την πείρα τον τρόπο της εκπλήρωσης με την πράξη του θείου σκοπού, που έγινε εδώ γνωστός σ' αυτόν με αποκάλυψη, της θεοποιητικής δύναμης όποιων το αξιώνονται. Συμφωνούν λοιπόν οι απόστολοι, ομοφωνώντας μεταξύ τους στη φαινομενικά αντικρουόμενη διδα­σκαλία τους, επειδή κινούνται από το ένα και αυτό Πνεύμα. Ο ένας ομολογεί την άγνοια του τρόπου της μελλοντικής κατά χάρη θέωσης, ενώ ο άλλος παρουσιάζει μεγαλόπνευστα τη γνώση του σκοπού. Ότι έχει αυτή τη γνώμη ο μέγας Απόστο­λος, έγινε ο ίδιος μάρτυρας του εαυτού του με όλους τους θείους λόγους του, άλλοτε λέγοντας ότι θα καταργηθεί κάθε γνώση και προφητεία Α' Κορ. 13,8, άλλοτε δεν έχω ακόμα για τον εαυτό μου την ιδέα ότι το έκανα δικό μου Φιλιπ. 3,13, άλλοτε πάλι λέγει πως βλέπει τα μελλοντικά σαν μέσα σε καθρέφτη και μ' αινίγματα και ότι είναι καιρός ν' απολαύσει πρόσωπο με πρόσωπο τη μεγάλη και πάνω από νόηση χάρη Α' Κορ. 13,12, άλλοτε ομολογεί ότι γνωρίζει κατά ένα μέρος και ότι προφητεύει κατά ένα μέρος.  Β' Κορ. 13,9, κι άλλοτε φωνάζει δυνατά ότι πρέπει να γνωρίσει αυτόν όπως έχει γνωστεί,  Α' Κορ. 13,12 γιατί δηλαδή δεν έχει μάθει ακόμα αυτό που είναι να μάθει. Και μ' ένα λόγο, αυτό που είπε ο Απόστολος ότι όταν έρθει το τέλειο, θα καταργηθεί το μερικό, μου φαίνε­ται πως είναι το ίδιο μ' αυτό που είπε ο Θεολόγος, δε φανερώ­θηκε ακόμα τι θα γίνομε.
ΕΡΩΤΗΣΗ 10
Αν αυτός που φοβάται δεν είναι τέλειος στην αγάπη [Α' Ιω. 4,18], πως δεν υπάρχει υστέρημα σ' αυτούς που τον φοβούνται;[Ψαλμ. 33,10] Αν δεν υπάρχει υστέρημα, είναι φανερό ότι έγινε τέλειος. Πως λοιπόν οποίος φοβάται δεν έχει γίνει τέλειος;
ΑΠΟΚΡΙΣΗ
Η καλή διάταξη των θείων Γραφών, που ορίζει τους βαθ­μούς εκείνων που βαδίζουν προς τη θεία ενότητα βγαίνοντας από το πλήθος των παθών σύμφωνα με τον σωτήριο νόμο του Πνεύ­ματος, όσους εισάγονται και βρίσκονται ακόμα κάπου στα πρό­θυρα της θείας αυλής των αρετών τους κάλεσε 'φοβουμένους', ενώ όποιους απόκτησαν τη σύμμετρη έξη των λόγων και των τρόπων της αρετής τους ονομάζει 'προκόπτοντας', κι όποιους έχουν ήδη φτάσει γνωστικά την ίδια την κορυφή της αλήθειας της αποκαλυπτικής των αρετών τους αποκαλεί 'τελείους'. Ούτε λοιπόν όποιος φοβάται τον Κύριο, έχοντας αποστραφεί τελείως την παλαιά του αναστροφή μέσα στη φθορά των παθών κι έχο­ντας από φόβο παραδώσει όλη του τη διάθεση στα θεία προσ­τάγματα υστερεί σε κάποιο καλό από όσα αρμόζουν σε όσους εισάγονται στην πίστη, κι αν ακόμα δεν αποκτήσει την έξη των αρετών και δεν έγινε μέτοχος της σοφίας που διαθέτουν οι τέ­λειοι. Ούτε όμως 'ο προκόπτων' υστερεί από κάποιο καλό που απαιτεί ο βαθμός του, κι αν ακόμα δεν έχει αποκτήσει την ίδια με τους τέλειους υπερέχουσα γνώση των θείων.
Και πάλι όσοι ασκούν ανδρικά την πρακτική φιλοσοφία, αλλά δεν έχουν ακόμα απαλλάξει την ψυχή τους από το φόβο και τη μνήμη των μελλοντικών θείων κολαστηρίων να εννοήσομε πως είναι οι φοβούμενοι, που δεν υστερούν γενικά, σύμ­φωνα με τον μακάριο Δαβίδ, σε τίποτε από όσους αγωνίζονται για χάρη της αλήθειας κατά της εχθρικής δύναμης, υπολείπο­νται όμως ακόμα στην κατά νου καθάρια παραχώρηση των μυστικών θεαμάτων στους τέλειους. Όσοι όμως έχουν ήδη αξιω­θεί μυστικά τη θεωρητική θεολογία και έκαναν το νου τους από κάθε υλική φαντασία καθαρό και εικόνα που αποδίδει όλη τη μίμηση της θείας ωραιότητας χωρίς έλλειψη, αυτοί ας είναι για μας 'όσοι αγαπούν'
Δεν έχουν λοιπόν υστέρημα οι φοβούμενους κατά τον μα­κάριο Δαβίδ, ως φοβούμενοι, κι αν ακόμα δεν έχει ο φοβούμε­νος την πλήρη και τέλεια άμορφη ένωση με το λόγο σε ίσο βαθμό με όσους αγαπούν τον Κύριο. Γιατί καθένας έχει την τε­λειότητα της τάξης του και της καθορισμένης γι' αυτόν θέσης, [Α' Κορ 15,23] κι αν ακόμα είναι ένας ψηλότερος από ένα άλλο κατά το ποιο ή το ποσό της πνευματικής ηλικίας.
Και επειδή είναι διπλός ο φόβος σύμφωνα με το λόγο να φοβηθείτε περισσότερο αυτόν που μπορεί και το σώμα και την ψυχή να οδηγήσει στην απώλεια της γέεννας,[Ματθ. 10,28] και με το λόγο ο φόβος του Κυρίου είναι αγνός και παραμένει στον αιώνα του αιώνα [Ψαλμ. 18,10] και είναι μέγας και φοβερός για όλους όσοι τον περι­κυκλώνουν,[Ψαλμ. 88,8] πρέπει να εξετάσομε πως η αγάπη εκδιώκει το φόβο,[Α' Ιω. 4,18] αν αυτός παραμένει στον αιώνα του αιώνα, και πως θα είναι φοβερός ο Θεός στους άπειρους αιώνες για όσους είναι ολόγυρα του.
Ή καλύτερα όπως είπα, ο φόβος είναι διπλός, ο ένας αγνός και ο άλλος όχι αγνός. Για παράδειγμα- ο φόβος που γεννιέται από την προσδοκία της κόλασης για αμαρτήματα μας έχοντας την αμαρτία ως αιτία της γένεσης του, επειδή δεν είναι αγνός, δε θα παραμείνει για πάντα, αφού συναφανίζεται μαζί με την αμαρτία με τη μετάνοια. Ενώ ο αγνός φόβος που μας συνέχει πάντα χωρίς θύμηση αμαρτημάτων, δε θα διαλυθεί ποτέ, επειδή έχει φυτευθεί κατά κάποιο τρόπο μέσα στην ουσία του κτίσμα­τος από το Θεό που κάνει έτσι έκδηλο σ' όλους πόσο ο φυσι­κός σεβασμός σ' αυτόν ξεπερνά κάθε βασιλεία και δύναμη. Όποιος λοιπόν δεν φοβάται το Θεό ως κριτή αλλά τον σέβεται για την υπερβολική υπεροχή της άπειρης δύναμής του, δικαιο­λογημένα δεν έχει υστέρημα, αφού έχει τέλεια αγάπη, κι αγαπά το Θεό με συστολή και τον πρέποντα σεβασμό, αυτός είναι που έχει αποκτήσει το φόβο που παραμένει στην αιώνα του αιώνα και δεν έχει απολύτως κανένα υστέρημα.
Συμφωνούν επομένως μεταξύ τους ο προφήτης κι ο ευαγγε­λιστής, ο ένας λέγοντας ότι, όσοι φοβούνται τον Κύριο δεν έχουν κανένα υστέρημα και ο άλλος οποίος τον φοβάται σαν κριτή εξαιτίας της ρυπωμένης συνείδησης του δεν είναι τέλειος στην αγάπη. Ίσως σύμφωνα μ' αυτή την εκδοχή, είναι και φο­βερός ο Θεός για όσους στέκονται ολόγυρα του, γιατί κάνει αναμιγμένη με φόβο την αγάπη όσων τον αγαπούν και όσων θα τον αγαπήσουν. Γιατί η αγάπη όταν χωριστεί από το φόβο μεταπίπτει πολλές φορές από τη φύση της σε περιφρόνηση, αφού ο φόβος δεν θέτει φραγμό κατά κάποιο τρόπο στην παρρησία που η αγάπη από τη φύση της γεννά.
Ας προσπαθήσομε να κατανοήσομε τώρα, εάν νομίζεις, τι θέλει να πει αυτό το ολόγυρα του [Ψαλμ. 88,8] που λέει ο προφήτης. Όποιος περικυκλώνεται έχει όσους τον περικυκλώνουν εμπρός και πίσω και δεξιά κι αριστερά. Επειδή λοιπόν και ο Κύριος έχει αυτούς που τον περικυκλώνουν, ας εννοήσομε ως πίσω του όσους πορεύτηκαν πίσω από τον Κύριο και Θεό μας άμεμπτα εφαρμόζοντας τις εντολές του με τις πράξεις τους· ως από τα αριστερά του, όσους κατόρθωσαν τη φυσική πνευματική θεω­ρία με την ευσεβή κατανόηση των κριμάτων του γιατί το βι­βλίο των Παροιμιών λέει για τη σοφία˙ στ' αριστερά της υπάρχει πλούτος και δόξα·[Παρμ. 3,16] ως από τα δεξιά του, όσους δέχτη­καν την άυλη γνώση των νοητών καθαρή από την αισθητή ει­κόνα· γιατί λέει, στα δεξιά της (της σοφίας) υπάρχουν χρόνια ζωής˙ ως εμπρός του, όσους από υπερβολική ερωτική θέρμη της νοερής επιθυμίας τους για τη θεία ομορφιά αξιώθηκαν να την απολαύσουν πρόσωπο με πρόσωπο.  Αν πάλι υπάρχει για το θέμα αυτό κι άλλος λόγος μεγαλύ­τερος κι ανώτερος, εξετάστε τον εσείς και οι θείοι άνδρες που είναι κοντά σας.
ΕΡΩΤΗΣΗ 11
Ποια είναι η αρχή (το αξίωμα) που δε φύλαξαν οι άγγελοι, ποιο είναι το κατοικητήριο που εγκατέλειψαν, ποια είναι τα αιώνια δεσμά, ποιος είναι ο ζόφος που μέσα σ' αυτόν φυλακίστηκαν και τι θα πάθουν κατά την κρίση της μεγά­λης ημέρας; [Ιούδα 6.]
ΑΠΟΚΡΙΣΗ
Ο λεπτομερής λόγος γι' αυτά τα ερωτήματα ας φυλαχθεί γι' αυτού μόνο που έχουν αποστολική διάνοια, που διδάχτηκαν κατ' ευθείαν από το Λόγο τόσο την αψευδή γνώση των όντων όσο και την αγαθή και δίκαιη εκδήλωση της σοφής πρόνοιας επάνω στα όντα, επειδή δεν έχουν αφήσει κανένα νοερό διατεί­χισμα ανάμεσα σ' αυτούς και το Λόγο.
Όσο λοιπόν φθάνει η δική μου σκέψη, εμένα που βρίσκο­μαι χαμηλά και υπάρχουν πολλά εμπόδια να φτάσει σ' έμενα ο λόγος, αρχή των αγγέλων που δεν τη φύλαξαν είναι ίσως ο λό­γος σύμφωνα με τον οποίο κτίστηκαν ή η δυνατότητα που τους έδωσε η χάρη για τη θέωσή τους η πάλι η θέση της τάξης στην οποία τους αξΙωσε η χάρη. Το κατοικητήριο είναι ο ουρανός ή η σοφία σύμφωνα με την κατοχή των πάνω από έννοια αγαθών που δημιουργήθηκαν για να κατοικούν -γιατί συχνά ο Λόγος μιλάει και για οίκο σοφίας [Παρμ. 9,1] - ή είναι η φρουρητική εποπτεία των φυσικών κι επίκτητων αγαθών της άχρονης Θεότητας που τους δόθηκε και που την έχασαν επειδή την άσκησαν τυραννι­κά. Αιώνιοι δεσμοί είναι η αυτόγνωμη πλήρης και συνεχής αδράνεια τους στο καλό, που δε θα τους αφήσει ν' απολαύσουν ποτέ την παραμικρή θεία άνεση. Ή πάλι η προνοητική δύναμη του Θεού που για χάρη της σωτηρίας μας εμπόδιζε την ενα­ντίον μας μανία τους, μη επιτρέποντας να ευοδωθούν οι ενα­ντίον μας επινοήσεις της κακίας τους. Ζόφος είναι η πλήρης και ολοκληρωτική άγνοια της θείας χάριτος, σύμφωνα με την οποία, έχοντας μεταβληθεί τελείως στη γνώμη, στερήθηκαν την πάμφωτη και ακήρατη μετάδοση σ' αυτούς του φωτός και ξόδεψαν όλη τη φυσική νοερή δύναμη που τους δόθηκε στο μη ον. Το τι θα πάθουν όμως κατά τη φοβερή ημέρα της κρίσης, το γνωρίζει μόνο ο δίκαιος κριτής [ Β' Τιμ. 4,8] που καθορίζει στον καθένα κατά την αξία του τη δίκαιη αμοιβή και που απονέμει το είδος της τιμωρίας όπως πρέπει ίσο με το μέτρο της κακίας τους και που βγάζει δίκαια την απόφαση του για τους ατελεύτητους αιώ­νες, σύμφωνα με τις αγαθές αποφάσεις του.
 
ΕΡΩΤΗΣΗ 12
Ποιος είναι ο χιτώνας ο σπιλωμένος από τη σάρκα; [Ιούδα 23]
ΑΠΟΚΡΙΣΗ
Ο χιτώνας ο σπιλωμένος είναι η ζωή η κηλιδωμένη με πολλά πλημμελήματα από τα παθήματα της σάρκας. Γιατί κα­θένας άνθρωπος διακρίνεται φυσικά από τη συμπεριφορά του στη ζωή είτε ως δίκαιος είτε ως άδικος, ο ένας έχοντας καθαρό χιτώνα τον ενάρετο βίο κι ο άλλος έχοντας ζωή σπιλωμένη από έργα πονηρά.
Ή καλύτερα, σπιλωμένος από τη σάρκα χιτώνας είναι η έξη και η διάθεση που σφραγίζει συνειδητά την ψυχή με τη μνήμη των πονηρών κινημάτων και ενεργημάτων. Αυτήν βλέ­ποντας για πάντα σαν ένα χιτώνα που έχει περιβληθεί γεμίζει από τη δυσωδία των παθών. Όπως δηλαδή το πνεύμα με τις αρετές που συνυφαίνονται κατά λόγον μεταξύ τους φτιάχνει το χιτώνα της αφθαρσίας για την ψυχή, που όταν τον ντυθεί γίνε­ται ωραία και λαμπρή, έτσι και η σάρκα, με τη συνύφανση των παθών κατά αλογία, φτιάχνει κάποιο χιτώνα ακάθαρτο και σπι­λωμένο που καθιστά την ψυχή γνωστή από τον εαυτό του, βά­ζοντας μέσα της μορφή και εικόνα άλλη από αυτήν που έβαλε ο Θεός.
 
ΕΡΩΤΗΣΗ 13
Τι σημαίνει ο λόγος, τα αόρατα του Θεού από τότε που χτί­στηκε ο κόσμος γίνονται ορατά καθαρά μέσω των δημιουργη­μάτων με τα μάτια της διάνοιας, καθώς και η αΐδια δύναμη και η Θεότητά του; [Ρωμ. 1,20] Ποια είναι τα αόρατα του Θεού και ποια η αΐδια δύναμη και Θεότητά του;
ΑΠΟΚΡΙΣΗ
Οι λόγοι των όντων που προετοιμάστηκαν πριν από τους αιώνες μέσα το Θεό, όπως αυτός γνωρίζει, -αυτούς οι θείοι άν­δρες συνηθίζουν να τους καλούν και αγαθά θελήματα-, ενώ εί­ναι αόρατοι, γίνονται καθαρά ορατοί διαμέσου των δημιουργη­μάτων με τα μάτια της διάνοιας. Όλα δηλαδή τα δημιουργήμα­τα του Θεού εξεταζόμενα από εμάς κατά τη φύση τους με τη δέουσα επιστήμη, μας μαρτυρούν μυστικά τους λόγους για τους οποίους έγιναν και αποκαλύπτουν όλα μαζί το θειο σκοπό που αφορά κάθε δημιούργημα, σύμφωνα με το λόγο- οι ουρανοί διηγούνται τη δόξα του Θεού και το στερέωμα αναγγέλλει τη δημιουργία των χεριών του. [Ψαλμ. 18,2] Αΐδια δύναμη και Θεότητα είναι η πρόνοια που συγκρατεί τα όντα σε συνοχή και η σύμφωνη μ' αυτή θεοποιητική ενέργεια όσων δέχονται αυτή την πρόνοια.
Ή ίσως τα αόρατα του Θεού δεν είναι τίποτε άλλο παρά αυτή η αΐδια δύναμη και Θεότητά του, που έχουν διαπρύσιους κήρυκες τους την υπερφυσική μεγαλοπρέπεια των δημιουργη­μάτων. Όπως δηλαδή από τα όντα πιστεύομε πως υπάρχει αυ­τός ο κυρίως Θεός, έτσι από την ουσιώδη διαφορά των όντων κατά το είδος, διδασκόμαστε την σοφία που υπάρχει έμφυτη στην ουσία του και συνεκτική των όντων. Και πάλι- από την κατά το είδος κίνηση της ουσίας των όντων πληροφορούμαστε την ζωή που υπάρχει έμφυτη στην ουσία του και συμπληρώνει τα όντα, παίρνοντας το λόγο για την αγία Τριάδα -εννοώ τον Πατέρα και τον Υιό και το άγιο Πνεύμα -από τη σοφή θεωρία της κτίσης. Γιατί η αΐδια δύναμη του Θεού είναι ο Λόγος ως ομοούσιος του και αΐδια Θεότητα το ομοούσιο άγιο Πνεύμα.
Είναι λοιπόν κατάκριτοι οποίοι δε συνδιδάχθηκαν την αι­τία των όντων από τη θεωρία των όντων και όσα προσιδιάζουν κατά φύση στην αιτία, εννοώ τη δύναμη και τη Θεότητα. Φωνά­ζει λοιπόν η κτίση με τα δημιουργήματα της και κατά κάποιο τρόπο διακηρύσσει σε οποίους μπορούν ν' ακούσουν νοερά την ίδια αιτία να υμνείται τριαδικά, εννοώ το Θεό και Πατέρα, και την άφατη δύναμη και Θεότητα του, δηλαδή τον μονογενή Λόγο και το άγιο Πνεύμα. Γιατί αυτά είναι τα αόρατα του Θεού που από την αρχή της δημιουργίας γίνονται ορατά με τα μάτια της διάνοιας.
ΣΧΟΛΙΟ
1. Από τα όντα, λέει, μαθαίνομε τον αίτιο των όντων, από τη διαφορά των όντων πληροφορούμαστε την ενυπόστατη σο­φία του όντος, και από τη φυσική κίνηση των όντων διδα­σκόμαστε την ενυπόστατη ζωή του όντος, τη ζωοποιό δύνα­μη των όντων, δηλαδή το Πνεύμα το άγιο.
 
ΕΡΩΤΗΣΗ 14
Τι σημαίνει ο λόγος, και σεβάστηκαν και λάτρευσαν την κτί­ση και όχι τον κτίστη; [Ρωμ. 1,25] Τι είναι σέβας και τι είναι λατρεία;
 
ΑΠΟΚΡΙΣΗ
Σέβας είναι η προσκύνηση του θείου με πίστη, ενώ λατρεία είναι η διακονία του με έργα. Αυτό το σέβας, δηλαδή την πίστη, μεταβιβάζοντας το οι άνθρωποι στην κτίση αντί στον κτίστη, πίστευαν και προσκυνούσαν και λάτρευαν δαιμόνια, προσφέροντας τους υπηρεσία με τα πονηρά τους έργα. Ενώ εμείς, που σεβόμαστε το Θεό με την πίστη μας σ' αυτόν, ας φροντίσομε να του προσφέρουμε και λατρεία καθαρή την πολι­τεία μας που γίνεται τέλεια με τις αρετές.
 
ΕΡΩΤΗΣΗ 15
Τι σημαίνει ο λόγος, γιατί το άφθαρτό σου Πνεύμα υπάρχει μέσα σε όλα, γι' αυτό και όποιους ξεκλίνουν λίγο τους ελέγ­χεις;[Σοφ. Σολ. 12,1] Αν το λέγει για το άγιο Πνεύμα, τότε πως σε καρ­διά ασύνετη δε θα εισέλθει σοφία και δε θα κατοικήσει σε σώμα καταχρεωμένο από αμαρτίες; [Σοφ. Σολ. 1,4] Το εσημεΙωσα αυτό επειδή λέγεται για όλα γενικά.
ΑΠΟΚΡΙΣΗ
Το Πνεύμα το άγιο δεν απουσιάζει από κανένα ον και μά­λιστα από όσα έχουν οπωσδήποτε προικισθεί με λόγο. Γιατί εί­ναι στοιχείο συνεκτικό της γνώσης του καθενός, διότι όντας Θεός και Πνεύμα Θεού προχωρεί ανάμεσα από όλα δυναμικά προνοώντας και ανακινεί το φυσικό λόγο του καθενός και έτσι οδηγεί σε συναίσθηση όσων πράχτηκαν πλημμελώς έξω από το νόμο της φύσης αυτόν που αισθάνεται και έχει προαίρεση που υποχωρεί εύκολα στην υποδοχή των ορθών λογισμών που προκαλούνται από τη φύση. Και πράγματι βρίσκομε πολλούς ακόμα και από τους εξαιρετικά βάρβαρους και νομάδες να εκ­δηλώνουν αισθήματα καλοκαγαθίας και ν' αθετούν τους θηριώ­δεις νόμους που επικράτησαν ανέκαθεν σ' αυτούς.
Έτσι λοιπόν σ' όλα γενικά υπάρχει το άγιο Πνεύμα προσ­διορισμένο όμως και με άλλη έννοια υπάρχει σε όλους εκείνους που ακολουθούν το Νόμο ως νομοθετικό και προαγγελτικό των μελλοντικών μυστηρίων, που τους προκαλεί αίσθηση της κατα­πάτησης των εντολών και γνώση της τελειότητας που έχει προ­αγγελθεί από το Χριστό. Γι' αυτό βρίσκομε κι από αυτούς πολ­λούς να εγκαταλείπουν την παλαιά και σκιώδη λατρεία [Εβρ. 8,5] και ν' αλλάζουν πρόθυμα στη νέα και μυστική.
Υπάρχει εκτός από τους τρόπους που προανέφερα και σ' όλους που κληρονόμησαν με την πίστη τους το θείο και θεοποιό πράγματι όνομα του Χριστού, όχι μόνο επειδή φρουρεί και ανακινεί προνοητικά τον καταφύση λόγο και αποδεικνύει την παράβαση των εντολών ή τη φύλαξη τους και μηνύει την προεξαγγελία του Χριστού, αλλά και επειδή δημιουργεί την υιοθε­σία που δόθηκε κατά χάρη με την πίστη. Επειδή δηλαδή παρέ­χει σοφία πηγαίνει σ' εκείνους μόνο που έχουν καθαρθεί και στην ψυχή και στο σώμα με την ακριβή συνάσκηση των εντο­λών, συναναστρεφόμενο αυτούς σα να είναι οικείοι του με την απλή και άυλη γνώση και διαπλάθει το νου τους για τη θέωση με τ' άχραντα νοήματα των απορρήτων πραγμάτων.
Βρίσκεται λοιπόν σε όλα γενικά, επειδή συνέχει όλα και προνοεί για όλα και ανακινεί τα φυσικά σπέρματα, ενώ προσ­διορισμένο βρίσκεται και σε όλους που υπακούουν στο Νόμο, επειδή υποδεικνύει την παράβαση των εντολών και φωτίζει την προαναγγελμένη υπόσχεση για την έλευση του Χριστού, ενώ σε όλους τους πιστούς του Χριστού εκτός από τα παραπάνω εί­ναι και πρόξενο της υιοθεσίας. Ως αυτό που παρέχει σοφία δεν βρίσκεται γενικά σε κανένα από όσους αναφέρθηκαν, εκτός από εκείνους που κατανόησαν και έκαναν τον εαυτό τους με την ένθεη πολιτεία τους άξιο για τη θεοποιό ενοίκησή του. Για­τί καθένας που δεν κάνει τα θεία θελήματα, κι αν ακόμα είναι πιστός, έχει ασύνετη καρδιά, επειδή είναι εργαστήρι πονηρών λογισμών και το σώμα καταχρεωμένο από αμαρτίες, επειδή εί­ναι συνεχώς ένοχο για μολυσμούς παθών που πάντοτε διασκορπίζεται και διασκορπίζει μαζί της το νου που τη διαπράττει και που τον χωρίζει από την ενική ταυτότητα γύρω από την αλήθεια και διασκορπίζοντας τον σε πολλές αθεμελίωτες φαντασίες και δοξασίες για τα μη όντα δημιουργεί μιαν αλόγιστη έξη. Αυτήν την λεπταίνει και τη σπέρνει κάτω από νερό η παρουσία του θείου λόγου, απαλύνοντας με τη λε­πτότητα της θεωρίας το πάχος της διάνοιας που διαπιστώνεται με την αίσθηση στην επιφάνεια των παθών και διαστέλλοντας ευκρινώς τη μεταβολή και τη σύγχυση των φυσικών δυνάμεων που προκαλεί το πάθος και επαναφέροντας έτσι πάλι την οι­κεία αρχή της γνώσης. Αυτό το νόημα έχει, νομίζω, η σπορά κάτω από το νερό.
Όλη την εξήγηση λοιπόν όσων ιστορούνται στο οικείο μέρος της Γραφής, συντομευμένη στα παραπάνω, την παρέθεσε ο λόγος μου. Για να γίνει όμως το χωρίο σαφέστερο, ας εξετάσομε, αν νομίζεις, κάθε σημείο με ένα ορισμό.
Μοσχάρι χυτό είναι η σύγχυση και η ανάμειξη μεταξύ τους των φυσικών δυνάμεων ή καλύτερα η εμπαθής και αλόγιστη συγκέντρωση των παρά φύση παθών που δημιουργεί την αλόγι­στη ενέργεια. Και είναι ένα το μοσχάρι, επειδή η έξη της κα­κίας είναι μία, που διασπάται σε πολλά είδη κακίας. Και είναι μοσχάρι, επειδή το μοσχάρι είναι καρτερικό και φιλόπονο και ικανό στη γεωργία και κατά κάποιο τρόπο είναι αναδοτικό και επινοητικό της κακής διάθεσης γύρω από τα πάθη, όπως συμ­βαίνει με το μηρυκασμό. Και είναι χυτό, επειδή η έξη των πα­θών και η ενέργεια σχηματίζεται σύμφωνα με το είδος της προτεθειμένης μέσα στη διάνοια κακής φαντασίας. Το αυτοί είναι οι θεοί σου, Ισραήλ λέγεται σε πληθυντικό αριθμό, επειδή το κακό από τη φύση του απλώνεται και είναι άστατο και πολύ­μορφο και χωριστικό. Αν δηλαδή το καλό ως από τη φύση του ενοποιεί και συνδέει τα χωρισμένα, το κακό είναι φανερό ότι διαίρει και φθείρει τα ενωμένα.
Ενώτια είναι οι λόγοι περί θεολογίας που ενυπάρχουν φυ­σικά μέσα στο νου προϊόντα της ευσεβούς κατανόησης των όντων. Τα περιδέρεια είναι τα ορθά διδάγματα για τα όντα. Τα ψέλλια είναι η πράξη και ενέργεια των αρετών. Ή αλλιώς ενώτια είναι ο έμφυτος λόγος -γιατί σύμβολο του νου είναι το αυτί-και περιδέραια είναι το θυμικό -γιατί ο τράχηλος είναι τύπος εξουσίας και τυραννίας-. Ψέλλια των χεριών είναι η επιθυμία που την δείχνει η πράξη της ηδονής. Όλη αυτά ανάλογα με την έννοια που δόθηκε στο καθένα ρίχνοντάς τα ο νους στη φωτιά των παθών χτίζει την άλογη κι ανόητη έξη της άγνοιας, τη μητέρα όλων των κακών. Τη λεπτύνει όμως, όταν ο νους, εξετάζοντας διανοητικά το πάχος του πάθους όπως φαίνεται εξωτερικά με την αίσθηση, αναγάγει διαιρώντας στην οικεία αρχή το καθένα από όσα συντελούν στη σύνθεση του πάθους. Και έτσι σπέρνει κάτω από το νερό, εννοώ τη γνώση της αλή­θειας, όσα διακρίθηκαν και απαλλάχτηκαν από την μεταξύ τους κακή συμπλοκή και σύνθεση.
Το εννοώ αυτό κάπως έτσι˙ κάθε πάθος συνίσταται οπωσ­δήποτε με τη συμπλοκή κάποιου αισθητού και κάποιας αίσθη­σης και κάποιας φυσικής δύναμης, εννοώ το θυμό και την επι­θυμία ή το λόγο που έχει παρεκτραπεί από το καταφύση. Αν λοιπόν μπορέσει ο νους, αφού θεωρήσει την τελική σύνθεση με­ταξύ τους, του αισθητού, της αίσθησης και της σχετικής φυσι­κής δύναμης, να ξεχωρίσει καθένα από αυτά και να το επαναφέ­ρει στον οικείο φυσικό του λόγο και να θεωρήσει καθεαυτό το αισθητό έξω από τη σχέση του με την αίσθηση και την αίσθη­ση έξω από την οικειότητα του αισθητού προς αυτήν και την επιθυμία, ας πούμε, ή κάποια άλλη από τις φυσικές δυνάμεις χωρίς την εμπαθή διάθεση προς την αίσθηση και το αισθητό, όσο η όποια κίνηση του πάθους προετοιμάζει να γίνει η θεωρία, λείανε και λέπτυνε τη σύσταση του μοσχαριού, του οποιουδή­ποτε δηλαδή πάθους που προκύπτει και το έσπειρε κάτω από το νερό της γνώσης, αφανίζοντας εντελώς κι αυτήν ακόμα την κούφια φαντασία των παθών με την αποκατάσταση στον εαυτό τους των πραγμάτων που καταφύση το αποτελούν. Είθε και εμείς να λεπτύνομε και να αφανίσομε το χυτό μοσχάρι της ψυχής και να της μείνει μόνη η ανόθευτη θεία εικόνα που να μην μολύνεται με τίποτε γενικά από τα έξω.
Και αυτό που λέγεται στο τέλος, και ο Μωυσής έδωσε να το πιουν οι υιοί του Ισραήλ,[Εξ. 32,20] σημαίνει τον τρόπο της διδασκα­λίας που παρέχουν οι δάσκαλοι στους μαθητές τους, ο οποίος καθαρίζει τα πάθη.
 
ΕΡΩΤΗΣΗ 17
Αν έστειλε ο Θεός το Μωυσή στην Αίγυπτο, για ποιο λόγο ο άγγελος του Θεού ζητούσε να φονεύσει τον απεσταλμένο του Θεού, και θα τον φόνευε, αν δεν προλάβαινε η γυναίκα να κάνει περιτομή στο παιδί και να σταματήσει με την ενέρ­γειά της την ορμή του αγγέλου; [Εξ. 4,24έ.] Κι αν ήταν ανάγκη να γίνει η περιτομή του παιδιού, γιατί πριν στείλει ο Θεός τον άγγελο δεν τον πρόσταξε με ήμερο τρόπο να κάνει περιτομή στο παι­δί; Και γιατί, κι όταν ακόμα ήταν τιμωρία, ο αγαθός άγγελος δεν νουθέτησε ήμερα τον απεσταλμένο του Θεού σε μια τέ­τοια διακονία;
ΑΠΟΚΡΙΣΗ
Όποιος έρευνα με φόβο Θεού τα της Γραφής και μόνο για τη θεία δόξα, αφαιρώντας το γράμμα το ωσάν προκάλυμμα του Πνεύματος, θα βρει τα πάντα εμπρός του,[Παρμ. 8,9.] σύμφωνα με το λόγο της σοφίας και δε θα βρεθεί κανένα εμπόδιο για την άψο­γη πορεία της διανοίας προς τα θεία. Την ιστορία λοιπόν που πραγματοποιήθηκε ήδη σωματικά στα χρόνια του Μωυσή ας την αφήσομε κι ας προσπαθήσομε να κατανοήσομε με τα μάτια του νου το πνευματικό νόημα της ιστορίας που πραγματοποιεί­ται συνεχώς και που με την πραγματοποίηση της δυναμώνει όλο και περισσότερο.
Έρημος λοιπόν, από την οποία στέλνεται ο Μωυσής στην Αίγυπτο για να βγάλει τους υιούς του Ισραήλ, είναι η ανθρώπινη φύση ή αυτός εδώ ο κόσμος ή και η έξη που είναι στερημέ­νη από πάθη. Με αυτήν και μέσα σ' αυτόν μαθαίνοντας ο νους με τη θεωρία τη γνώση των όντων, δέχεται από το Θεό προτρο­πή κρυφή και μυστική στα άφαντα της καρδιάς να βγάλει από την Αίγυπτο, εννοώ από τη σάρκα και την αίσθηση, σαν Ισ­ραηλίτες, τις θείες έννοιες των όντων, που υποφέρουν ανώφελα μέσα στον πηλό, δηλαδή τα πάθη της σάρκας. Μ' αυτή τη θεία διακονία εμπιστευμένος ο νους, με τη δεμένη μαζί του με τη γνώση σοφία, σα να 'ταν συμβία του, και με τον ευγενικό τρόπο και λογισμό που γεννήθηκε από αυτήν πορεύεται οπωσδήποτε το δρόμο των αρετών της σεμνής πολιτείας του, που δεν δέχε­ται με κανένα τρόπο τη στάση όσων τον περπατούν, αλλά θέλει να τρέχουν ασταμάτητα και δυνατά σύμφωνα με το στόχο της ψυχής προς το βραβείο της άνω κλήσης,[Φιλιπ. 3,14.] επειδή το σταμάτημα της αρετής είναι αρχή κακίας, καθώς ο νους ασχολήθηκε εμπαθώς με κάποιο υλικό από όσα βρίσκονται από τη μια και την άλλη πλευρά του δρόμου και καθώς κάνει απερίτμητο και βέβη­λο τον καθαρό και ολότελα περιτμημένο τρόπο και λογισμό της ευσεβούς αγωγής.
Γι' αυτό θεωρεί ευθύς τον ελεγκτικό λόγο ως άγγελο που απειλεί θάνατο στη συνείδηση και διαβεβαιώνει ότι αιτία της απειλής είναι το σταμάτημα της αρετής, το οποίο δημιουργεί την ακροβυστία του λογισμού, τον οποίο η σύνοικος του νου σοφία ικετεύει, με πέτρα περιτομής το λόγο της πίστης, όπως η Σαπφείρα, περιτέμνοντας την υλική φαντασία που γεννήθηκε στο παιδί λογισμό και αποξεραίνοντας κάθε έννοια της αισθη­τής ζωής. Γιατί λέει, σταμάτησε το αίμα της περιτομής του παιδιού,[Εξ. 4,25] δηλαδή έληξε η ζωή των παθών και η φαντασία και η κίνηση, αφού καθάρθηκε με τη σοφία της πίστης ο μολυσμένος λογισμός. Μετά την κάθαρση αυτήν σταματά, σαν κάποιος άγ­γελος, ο λόγος που με τη συνείδηση χτυπά το νου που αμαρτάνει και διαβάλλει κάθε υπέρμετρο νόημα του που κινείται πέρα από εκεί που πρέπει. Γιατί στ' αλήθεια με πολλούς αγίους αγ­γέλους γέμισε ο δρόμος των αρετών, που ενεργούν κάθε μια αρετή ξεχωριστά, εννοώ τους λόγους και τους τρόπους και τους αγγέλους που συνεργούν μ' εμάς αόρατοι προς τα καλά και που ανακινούν μέσα μας τους λόγους αυτού του είδους.
Είναι καλά λοιπόν και με μεγαλοφυΐα διατυπωμένος ο λό­γος της αγίας Γραφής, που παριστάνει πάντοτε σε όσους έχουν υγιή τα μάτια της ψυχής όσα νοούνται πριν από όσα ιστορεί και δεν κρύβει καμμιά κατηγορία του Θεού ή των αγΙων αγγέλων του. Ο Μωυσής δηλαδή όταν τον έστειλε ο Θεός δεν είχε, σύμφωνα με το νόημα της Γραφής, ακρόβυστο υιό, δηλαδή λο­γισμό, γιατί θα τον έστελνε, αφού θα τον είχε προστάξει πρώτα να κάνει περιτομή. Ούτε ο θείος άγγελος ήταν σκληρός, μηνύο­ντας στο Μωυσή το θάνατο που του συνέβηκε από το λανθα­σμένο σταμάτημα των αρετών, θάνατο που ίσως τον προκάλεσε η ατονία των αρετών κατά την πορεία.
Εξετάζοντας και σεις λεπτομερέστερα την ιστορία, θα δια­πιστώσετε με σαφήνεια ότι ούτε στην αρχή ούτε στη μέση ούτε στο τέλος του δρόμου, αλλά ο άγγελος τον συνάντησε στο κα­τάλυμα και τον απείλησε με θάνατο για το πάθος που εισήλθε κρυφά στη διάνοια του.[Εξ. 4,24.] Γιατί, αν δεν είχε διακόψει το δρόμο του και δεν είχε σταματήσει την οδοιπορία του, δεν θα είχε κα­τηγορηθεί και δε θα είχε δεχτεί μέσω του αγγέλου την αγανά­κτηση (του Θεού) για την ακροβυστία του παιδιού.
Ας παρακαλέσομε το Θεό, αν βαδίζομε το δρόμο των εντολών, σε κάθε παραπάτημα μας, να μην παύσει να μας στέλ­λει, σαν κάποιο άγγελο, τον μηνυτή του θανάτου στη συνείδη­ση μας λόγο, ώστε, αφού λάβομε συναίσθηση, να μάθομε με την έμφυτη φρόνηση μας να κάνομε περιτομή στην ακροβυστία της ακαθαρσίας των παθών που μας συμβαίνει χωρίς να το νιώθομε κατά το δρόμο της ζωής μας.
 
ΕΡΩΤΗΣΗ 18
Αν όσοι εφαρμόζουν το νόμο θα δικαιωθούν,[Ρωμ2,13.] σύμφωνα με τον Απόστολο, πως πάλι λέει ότι όσοι λαμβάνετε δικαίωση από το νόμο, έχετε εκπέσει από τη χάρη;[Γαλ. 5,4]
 
ΑΠΟΚΡΙΣΗ
Δεν θα δικαιωθούν γενικά όσοι εφαρμόζουν το νόμο, αλλά θα δικαιωθούν όσοι εφαρμόζουν πνευματικά τον πνευματικό κανόνα του πνευματικού νόμου που νοείται πνευματικά και κατά τον εσωτερικό άνθρωπο, μη εκπίπτοντας από τη χάρη, επειδή ο λόγος έχει διαβεί στα μύχια της ψυχής τους με την κά­θαρση. Όσοι όμως ασκούν σωματική λατρεία κατά το φαινό­μενο του νόμου, εκπίπτουν οπωσδήποτε από τη θεία χάρη, επειδή αγνοούν την τελείωση του πνευματικού νόμου, που κα­θαιρεί το νου από κάθε κηλίδα με τη βοήθεια της χάριτος, και το τέλος είναι ο Χριστός.
 
ΕΡΩΤΗΣΗ 19
Τι σημαίνει το, όσοι αμάρτησαν χωρίς (γραπτό) νόμο, θα καταδικασθούν σε απώλεια χωρίς κατήγορο το νόμο αυτόν και όσοι αμάρτησαν ενώ είχαν νόμο, θα κριθούν με βάση το νόμο αυτόν.[Ρωμ. 10,4]Και πως πάλι ο ίδιος λέει, όταν ο Θεός θα κρίνει μέσω του Ιησού Χριστού όσα κρύβουν οι άνθρωποι σύμφωνα με το Ευαγγέλιο μου; Αν θα κριθούν με το νόμο, πως θα κριθούν μέσω του Ιησού Χριστού;
 
ΑΠΟΚΡΙΣΗ
Ο Λόγος του Θεού, ο Ιησούς Χριστός, ως δημιουργός όλων είναι και του φυσικού νόμου δημιουργός, και ως προνοητής και νομοθέτης είναι σαφώς χορηγός και του γραπτού νόμου και του πνευματικού, δηλαδή του νόμου της χάριτος. Γιατί τέλος του νόμου είναι ο Χριστός, δηλαδή του γραπτού νόμου που τον νοούμε πνευματικά. Αν λοιπόν και ο φυσικός και ο γραπτός και ο νόμος της χάριτος συνενώνονται στο Χριστό ως δημιουργό και προνοητή και νομοθέτη και εξιλαστή, αληθεύει ο θείος απόστολος λέγοντας ότι ο Θεός πρόκειται να κρίνει όσα κρύβουν οι άνθρωποι σύμφωνα με το ευαγγέλιο του, δηλα­δή όπως ευαγγελίζεται μέσω του Ιησού Χριστού του μονογε­νούς, που είναι κατά την ουσία ο δικός του Λόγος, που προχω­ρεί διαμέσου όλων και άλλους ελέγχει, άλλους δέχεται πρόθυ­μα και σε εκείνους που ζούνε κατά φύση και κατά το νόμο και κατά τη χάρη απονέμει ό,τι τους αξίζει μέσω του μονογενούς άφραστου Λόγου. Γιατί κάθε φύσης και κάθε νόμου και θεσμού και τάξης ποιητής είναι ο Λόγος του Θεού και κριτής όσων υπόκεινται στη φύση, στο νόμο, στο θεσμό και την τάξη. Γιατί χωρίς τον λόγο που υπαγορεύει δεν υπάρχει νόμος. Είτε λοιπόν κάποιος κρίνεται σύμφωνα με το νόμο, στο όνομα του Χριστού θα κριθεί, είτε χωρίς νόμο, πάλι στο όνομα του οπωσδήποτε θα κριθεί. Γιατί όλων όσα υπάρχουν και λέγονται και νοούνται αρχή και μέση και τέλος είναι ως δημιουργός ο Λόγος.
 
ΕΡΩΤΗΣΗ 20
Ποια είναι η συκιά του Ευαγγελίου που ξεράθηκε φαινομενικά παράλογα; Και ποια είναι η ακρότατη πείνα που ζητού­σε καρπό πριν από την ώρα; Και τι σημαίνει η κατάρα για ένα αναίσθητο πράγμα.[Μάρκ. 11,12-14.,Ματθ. 21,18ε]
ΑΠΟΚΡΙΣΗ
Ο Θεός Λόγος που οικονομεί τα πάντα για χάρη της σωτηρίας των ανθρώπων, αφού παιδαγώγησε πρώτα τη φύση μας με το νόμο που περιέχει σωματικότερη λατρεία -γιατί δεν μπορούσε να δεχτεί την αλήθεια γυμνή από τυπικά προκαλύμματα εξαιτίας της άγνοιας και της αλλοτρίωσης που της προ­κλήθηκε προς τα αρχέτυπα θεία πράγματα- ύστερα, ερχόμενος στον κόσμο αφού έγινε φανερά από τον εαυτό του άνθρωπος παίρνοντας σάρκα που είχε νοερή, και λογική ψυχή, κι αφού ως Λόγος μετέφερε τη φύση μας στην άυλη, γνωστική, πνευματική λατρεία, δεν ήθελε, αφού πια φάνηκε στη ζωή η αλήθεια, να εξουσιάζει η σκιά, που τύπος της ήταν η συκιά.
 
Γι' αυτό λέει· επιστρέφοντας από τη Βηθανία στα Ιεροσόλυμα,[Ματθ. 21,18· Μάρκ. 11,11ε.] δηλαδή μετά την τυπική και σκιώδη και που ήταν κρυμμένη μέσα στο νόμο παρουσία του, ερχόμενος ξανά στους ανθρώπους με τη σάρκα -γιατί έτσι πρέπει να εκληφθεί το επιστρέφοντας-είδε στο δρόμο μια συκιά που είχε μόνο φύλλα,[Ματθ. 21,18· Μάρκ 11,13] που υπήρχε στη σκιά και στους τύπους, δηλαδή τη σωματική λατρεία του νόμου κατά την άστατη και παροδική -επειδή ήταν δίπλα στο δρόμο- παράδοση, τη λατρεία των τύπων μόνο και των θεσμών που περνούν.
 Όταν ο Λόγος την είδε σαν συκιά ωραία και με­γαλοπρεπή και στολισμένη, ωσάν με φύλλα, με τα εξωτερικά περιβλήματα των σωματικών παραγγελμάτων του νόμου και μη βρίσκοντας καρπό, δηλαδή δικαιοσύνη, την καταράστηκε επει­δή δεν έδινε τροφή στο Λόγο, η καλύτερα πρόσταξε να μη κα­λύπτει πια δυναστεύοντας την αλήθεια με τους νομικούς τύ­πους, πράγμα που αποδείχτηκε στη συνέχεια με τα έργα, αφού καταξεράθηκε εντελώς η νομική ωραιότητα που είχε την ύπαρ­ξή της στα σχήματα μόνο και έσβησε η έπαρση των Ιουδαίων γι' αυτή.
Γιατί δεν ήταν εύλογο αλλά ούτε κι επίκαιρο, αφού πια είχε φανεί λαμπρή η αλήθεια των καρπών της δικαιοσύνης να παρασύρεται και να ξεγελιέται από τα φύλλα η όρεξη όσων παράτρεχαν σαν δρόμο την παρούσα ζωή και να αφήνουν τους πλούσιους φαγώσιμους καρπούς του Λόγου. Γι' αυτό λέει δεν ήταν ο καιρός των σύκων·[Μάρκ. 11,13] ο χρόνος δηλαδή κατά τον οποίο κυριαρχούσε στην ανθρώπινη φύση ο νόμος, δεν ήταν καιρός καρπών της δικαιοσύνης, αλλά εικόνιζε τους καρπούς της δι­καιοσύνης και μυούσε κατά κάποιο τρόπο τη μέλλουσα θεία κι απόρρητη και σωτήρια όλων χάρη, στην οποία δεν είχε φτάσει από την απιστία του ο παλαιός λαός και γι' αυτό χάθηκε.
 
Γιατί ο Ισραήλ, λέει ο θείος απόστολος, με το να επιδιώκει το νόμο της δικαιοσύνης, δηλαδή το νόμο της σκιάς και των τύπων, δεν έφτασε στο νόμο της δικαιοσύνης,[Ρωμ. 9,31] δηλαδή το νόμο που ολοκληρώνεται με το Πνεύμα του Χριστού.
Ή πάλι˙ επειδή το πλήθος των ιερέων και γραμματέων και νομικών και Φαρισαίων, άρρωστοι από την κενή δόξα με την επίδειξη της πλαστής ευλάβειας των ηθών, φαινόμενοι ότι ασκούσαν δικαιοσύνη, έτρεφαν την έπαρση της οίησης, ο Λό­γος λέει ότι η οίηση αυτών που αναφέρθηκαν είναι συκιά άκαρ­πη πλούσια μόνο σε φύλλα, την οποία, αυτός που επιθυμεί τη σωτηρία όλων των ανθρώπων και πεινά τη θέωσή τους, την κα­ταριέται ως άκαρπη και την ξεραίνει, ώστε, προκρίνοντας από το να φαίνονται το να είναι δίκαιοι, αφού ξεντυθούν το χιτώνα της ηθικής υπόκρισης και φορέσουν το γνήσιο χιτώνα της αρετής, όπως θέλει ο θείος Λόγος, να περάσουν μ' ευσέβεια τη ζωή τους παρουσιάζοντας στο Θεό της ψυχής μάλλον τη διάθε­ση, παρά την πλαστότητα των ηθών στους ανθρώπους.
Αν τώρα και μερικοί από τους Χριστιανούς είμαστε τέ­τοιοι, πλάθοντας την ευλάβειά μας με τους τρόπους χωρίς έργα δικαιοσύνης, αν δεχτούμε το Λόγο ως φιλάνθρωπο που πεινά τη σωτηρία μας, αποξηραίνει το σπέρμα της κακίας μέσα στην ψυχή, την οίηση, για να μη μας δίνει πια την ανθρωπαρέσκεια, καρπό της φθοράς.
Έχετε, σύμφωνα με τις δικές μου πενιχρές δυνάμεις, το νόημα του λόγου, που κατά την αφήγηση που έκανα έδειξε τον Κύριο να πεινά ορθά και χρήσιμα να καταριέται τη συκιά και να την ξεραίνει σε κατάλληλη ώρα, γιατί ήταν εμπόδιο στην αλήθεια, και που ήταν είτε η σύμφωνη με το νόμο παλαιά παρά­δοση των σωματικών τύπων είτε και η επαρμένη συμπεριφορά των Φαρισαίων και η δική μας.

ΜΑΞΙΜΟΥ ΤΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ
ΠΡΟΣ ΘΑΛΑΣΣΙΟΝ, ΠΕΡΙ ΑΠΟΡΩΝ


Read more: http://www.egolpion.com/pros_thalassion_apories_grafhs.el.aspx#ixzz2rPAQMWG3

«Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΠΟΥ ΟΝΕΙΡΕΥΤΗΚΑ»: ΟΙ ΣΑΤΑΝΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΠΑΛΛΗΝΗΣ

«Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΠΟΥ ΟΝΕΙΡΕΥΤΗΚΑ»: ΟΙ ΣΑΤΑΝΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΠΑΛΛΗΝΗΣ



 
Έχουμε δικαίωμα να παρουσιάσουμε τα σατανιστικά εγκλήματα ως "ρομαντικές ιστορίες τρόμου;"
 
ΟΙ ΣΑΤΑΝΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΠΑΛΛΗΝΗΣ
Με αφορμή την ταινία  «Ο θάνατος που ονειρεύτηκα» η οποία αναφέρεται στην υπόθεση των σατανιστών της Παλλήνης και διαφημίζεται ως «ρομαντική ταινία τρόμου» αναδημοσιεύουμε το άρθρο αυτό

Στις 23 Δεκεμβρίου 1997 το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών κηρύττει ενόχους, χωρίς κανένα ελαφρυντικό, τους Ασημάκη Κατσούλα και Μανόλη Δημητροκάλλη για την υπόθεση των "σατανιστών της Παλλήνης". Η Δήμητρα Μαργέτη καταδικάστηκε σε κάθειρξη 17 ετών για απλή συνέργεια σε δύο φόνους, που διέπραξαν οι Κατσούλας και Δημητροκάλλης.. 
Ήταν παραμονές Πρωτοχρονιάς του έτους 1994, όταν αποκαλύφθηκε η υπόθεση των “σατανιστών της Παλλήνης”, που συγκλόνισε το πανελλήνιο. Η “σατανική τριάδα”, στις αρχές της δεκαετίας του ‘90, κατηγορήθηκε ότι αποπλανούσε νεαρά κορίτσια, μεταξύ των οποίων και ανήλικα, και όλοι μαζί επιδίδονταν σε ομαδικά σεξουαλικά όργια και τελετές μαύρης μαγείας. Στις 27 Αυγούστου 1992 οι τρεις τους οδήγησαν τη 14χρονη Δώρα Συροπούλου σε ερημική τοποθεσία στη Σέσι Κορωπίου. Ο Κατσούλας και ο Δημητροκάλλης έγδυσαν τη μικρή, της φόρεσαν χειροπέδες και την υποχρέωσαν να γονατίσει κρατώντας ένα κερί. Στη συνέχεια τη χτύπησαν με ένα ξύλο στο κεφάλι, αλλά εκείνη διατήρησε τις αισθήσεις της, για να τη στραγγαλίσουν αργότερα. Όταν βεβαιώθηκαν πως η κοπέλα είχε πεθάνει, ασέλγησαν πάνω στο πτώμα της και μετά το περιέλουσαν με βενζίνη και έβαλαν φωτιά. Επόμενο θύμα τους ήταν η Γαρυφαλλιά Γιούργα, την οποία πλησίασαν τη Μεγάλη Τετάρτη, 14 Απριλίου 1993, και προσποιούμενοι τους αστυνομικούς της ζήτησαν να μπει στο αυτοκίνητό τους και να τους ακολουθήσει. Η τύχη της ήταν ίδια με αυτή της Δώρας Συροπούλου. Στις 3 Σεπτεμβρίου 2001 και μετά από οκτώ χρόνια εγκλεισμού της στις φυλακές Κορυδαλλού, αποφυλακίστηκε η Δήμητρα Μαργέτη. Στο σκεπτικό του βουλεύματος αναφέρεται ότι η πρώην κρατούμενη σωφρονίσθηκε και απέταξε τις σατανιστικές δοξασίες...
Το αληθινό πρόσωπο των σατανιστών 
Ο Κατσούλας, ακόμη και μετά την πρώτη δίκη, προσπαθούσε να μυήσει νεαρά άτομα στα «ιδανικά του Σατανά» 
ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ του δολοφόνου, εν «ονόματι μιας υπέρτατης δύναμης», χαμηλωμένο να κοιτάζει το τίποτε, να δείχνει να αναλογίζεται τις συνέπειες των αλλόκοτων εγκληματικών τελετών. Τα δάκτυλά του να προσπαθούν να σκίσουν τις παλάμες του, όταν από τους μάρτυρες ακούγονται λεπτομέρειες για το αμόκ των δολοφονιών του. Δίπλα του οι συγκατηγορούμενοί του, ακόλουθοι και συνεργάτες του στις ανθρωποθυσίες: ο Μάνος Δημητροκάλλης και η Δήμητρα Μαργέτη να τον απαρνούνται. 
Ο 23χρονος Ασημάκης Κατσούλας προσπαθεί από την αρχή της δίκης να πείσει τους δικαστές ότι έχει μετανοήσει για τις πράξεις του. Νεότερα, όμως, στοιχεία και πληροφορίες προσθέτουν νέα δεδομένα στην ανάλυση της φυσιογνωμίας ενός εκ των πρωταγωνιστών μιας από τις πιο σκοτεινές εγκληματικές υποθέσεις. Σειρά επιστολές που γράφηκαν την περίοδο 1996 - 1997 ­ δηλαδή πολλούς μήνες μετά την πρώτη δίκη της υπόθεσης των σατανιστών ­ από τον φερόμενο ως «τελετάρχη» των δολοφονιών Ασημάκη Κατσούλα, με παραλήπτες νεαρές φίλες του από την περιοχή της Παλλήνης και οι οποίες έχουν παραδοθεί προ μερικών μηνών σε αξιωματικούς της Ασφάλειας Αθηνών, έρχονται σε προφανή αντίθεση με τους ισχυρισμούς και τις διαβεβαιώσεις του κατηγορουμένου περί μεταβολής των αντιλήψεών του. 
«Κάνω πολλές προσπάθειες. Πιστεύω ότι είμαι σε καλό δρόμο» επισήμανε στην απολογία του στις 26.6.95 στο Μεικτό Κακουργιοδικείο της Αθήνας. Λίγες εβδομάδες πιο πριν είχε ενημερώσει ορισμένα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης στη Λάρισα, στις φυλακές της οποίας κρατείται, ότι «τη μεγάλη Παρασκευή έσπευσε να στολίσει τον Επιτάφιο». 
Είναι όμως πράγματι ειλικρινής η προσπάθεια του κατηγορουμένου για φυσική αυτουργία σε δύο εγκληματικές ενέργειες; 
Στις επιστολές ­ που παραδόθηκαν, από συγγενείς νεαρών ατόμων που διατηρούσαν αλληλογραφία με τον Κατσούλα στις φυλακές της Λάρισας, στο άτυπο γραφείο (με προϊστάμενο τον αστυνόμο κ. Νίκο Κούγια) της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αθηνών για την καταγραφή και την παρακολούθηση έκνομων ενεργειών από παραθρησκευτικές οργανώσεις ­ υπάρχουν τα γνωστά σατανιστικά σύμβολα. Και ακόμη καταγράφεται η εμφανής προσπάθεια του καταδικασθέντος σε δισ. ισόβια και 23 χρόνια κάθειρξη να μυήσει τους παραλήπτες των γραμμάτων του στα... «ιδανικά» του σατανισμού! Εντρομοι οι γονείς των παιδιών ­ τα στοιχεία των οποίων είναι στη διάθεση της εφημερίδας μας αλλά αποφεύγεται η δημοσιοποίηση για ευνόητους λόγους ­ κατέφυγαν στα τοπικά αστυνομικά τμήματα και ακολούθως στη Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Αθηνών για να ζητήσουν τη διακριτική προστασία των διωκτικών αρχών. Παραθέτοντας στοιχεία που θέτουν υπό αμφισβήτηση, όπως υποστηρίζουν, τη μετάνοια ορισμένων εκ των δραστών... 
«Γράφω βιβλίο για τη ζωή μου, όπου περιγράφω τις εμπειρίες μου, τα σφάλματά μου...» τόνισε την προηγούμενη Τρίτη ο Ασημάκης Κατσούλας στην εξελισσόμενη διαδικασία στο Μεικτό Ορκωτό Εφετείο. Για του λόγου το αληθές προσκόμισε, την επόμενη μέρα, αντίγραφα των σημειώσεών του... 
Οπως όμως ανέφερε προς «Το Βήμα» αξιωματικός της Ασφάλειας που έχει διερευνήσει την υπόθεση και γνωρίζει το περιεχόμενο των επιστολών: «η ανάγνωση των γραμμάτων του Κατσούλα, τα σύμβολα, οι προτροπές προς τους παραλήπτες των γραμμάτων, και μάλιστα τον τελευταίο χρόνο, κάθε άλλο παρά δείχνουν ότι μετάνιωσε για οτιδήποτε! Μάλιστα σε μία εκ των πρόσφατων επιστολών του απειλεί ότι θα σκοτώσει, όταν "βγει έξω", τη μητέρα μιας κοπέλας, που φέρεται να εμποδίζει την επικοινωνία τους». 
Ποιο είναι συνεπώς το πραγματικό πρόσωπο του Ασημάκη Κατσούλα; Ο άνθρωπος που προσπαθεί να απεγκλωβιστεί ειλικρινά από το παρελθόν του ή αυτός που παραμένει προσηλωμένος στην αλλόκοτη εγκληματική πίστη του και απλώς προσαρμόζεται στα δικαστικά δεδομένα για την, εν ακροατηρίω, καλή μαρτυρία του; 
«Θέλετε να μάθετε πόσο σας αγαπώ; Πηγαίνετε να μετρήσετε στην ακρογιαλιά τα κύματα» φέρεται να είπε στους γονείς του προ μερικών μηνών ο Κατσούλας, όπως τουλάχιστον κατέθεσε ο πατέρας του. Άλλη μια τραγική μορφή αυτής της ιστορίας... 
Στο προσκήνιο της δημοσιότητας βρίσκεται για άλλη μια φορά ο Ασημάκης Κατσούλας, ο οποίος είχε συγκλονίσει το πανελλήνιο το 1993 με την υπόθεση των σατανιστών. Ο Κατσούλας κατηγορείται ότι μέσα από τη φυλακή, μαζί με έναν συγκρατούμενό του, έπαιρνε ροζ τηλέφωνα και μάλιστα παρενοχλούσε τηλεφωνικά ανήλικα κορίτσια.
Ο σατανιστής της Παλλήνης μαζί με τον ισοβίτη Θεόδωρο Γεωργόπουλο, συγκρατούμενό του στις φυλακές Μαλανδρίνου, τηλεφωνούσε σε σπίτια οικογενειών με μικρά παιδιά -κυρίως κορίτσια- και προέτρεπαν τα ανυποψίαστα παιδιά να προβαίνουν σε....άσεμνες χειρονομίες, ενώ παράλληλα τους ζητούσαν να τους περιγράφουν τις πράξεις τους για να διεγείρονται σεξουαλικά.

Σύμφωνα με την Ασφάλεια και το Τμήμα Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος, οι δύο βαρυποινίτες εδώ κι ένα χρόνο επέλεγαν από τους τηλεφωνικούς καταλόγους τυχαίους αριθμούς και χρησιμοποιώντας τα καρτοτηλέφωνα των φυλακών Μαλανδρίνου έπαιρναν τηλέφωνο σε ανύποπτους πολίτες. Μάλιστα, εμφανίζονταν ως αστυνομικοί και, αφού ρωτούσαν εάν υπάρχουν παιδιά στο σπίτι, έπειθαν τους ανυποψίαστους γονείς πως κάνουν έρευνα για την παιδική πορνογραφία και ζητούσαν να έχουν συνομιλία με τα παιδιά τους. Οι δύο ισοβίτες έδειχναν προτίμηση στα κοριτσάκια 11-15 ετών.

Σε πολλές περιπτώσεις οι γονείς των παιδιών πίστευαν πως πράγματι συνομιλούσαν με αστυνομικούς που ενδιαφέρονται για την παιδική πορνογραφία, ένα θέμα που αγγίζει τις ευαίσθητες χορδές όλων των γονιών.

Στη συνέχεια, αφού οι δυο φυλακισμένοι είχαν αποκτήσει την εμπιστοσύνη τόσο των γονιών όσο και των παιδιών τους, έπαιρναν τηλέφωνο σε ώρες που η μητέρα και ο πατέρας έλειπαν από το σπίτι, για να μιλήσουν ανενόχλητοι με το ανήλικο κορίτσι. Με το πρόσχημα πως θα προβούν σε μια ανώδυνη τηλεφωνική εξέταση DNA, ώστε να το προστατέψουν από επίδοξους παιδεραστές, έπειθαν το ανυποψίαστο παιδί να προβεί σε άσεμνες πράξεις και να τους τις περιγράφει για να ικανοποιούνται σεξουαλικά.

Από την εφημερίδα espresso
    Από την άλλη πλευρά, είναι χαρακτηριστική η αναφερόμενη περιπέτεια μιας κοπέλας και των συγγενών της, που διαμένουν στην περιοχή της Παλλήνης, όπως καταγράφεται σε έγγραφα και καταθέσεις που περιέχονται στον νεότερο φάκελο Κατσούλα, στο αρμόδιο τμήμα της Ασφάλειας. Η κοπέλα μετά τις γραπτές προτροπές του Κατσούλα, σε επιστολές γεμάτες από σατανιστικά σύμβολα, τον επισκέφθηκε στις φυλακές της Λάρισας. Οι γονείς της, που πληροφορήθηκαν την ενέργειά της αυτή, ζήτησαν να διακόψει τις επαφές της με τον Κατσούλα και ταυτόχρονα κατέφυγαν στο τοπικό αστυνομικό τμήμα, ζητώντας την προστασία της οικογένειας. Στα επόμενα γράμματά του ο Κατσούλας φέρεται να εξεμάνη προχωρώντας σε ανοικτές απειλές. Το προηγούμενο καλοκαίρι μάλιστα άγνωστος τηλεφώνησε στους γονείς της κοπέλας και ανέφερε ότι ο Κατσούλας θα έσπευδε ­ στη διάρκεια πενθήμερης άδειας ­ να συναντήσει την κόρη τους, στο μέρος όπου παραθέριζε. Το γεγονός ότι ο άγνωστος που τηλεφώνησε γνώριζε το μέρος διαμονής της κοπέλας προκάλεσε μεγάλη αναστάτωση. Ακολούθησε άμεση ειδοποίηση και κινητοποίηση των αστυνομικών αρχών στην περιοχή όπου παραθέριζε η κοπέλα, προκειμένου να εντοπιστεί. Η επίσημη όμως διαβεβαίωση, την επόμενη ημέρα, ότι ο Κατσούλας δεν έχει λάβει άδεια ­ δεν έχει ακόμη αυτή τη δυνατότητα ­ σήμανε το τέλος του «συναγερμού». 
Είναι όμως άξια ιδιαίτερης αναφοράς η έλλειψη πρόβλεψης διαδικασιών αλλά και πρωτοβουλίας των αρμόδιων υπηρεσιών, για ενημέρωση των δικαστικών αρχών που διερευνούν την υπόθεση. Ο φάκελος που έχει σχηματίσει η Ασφάλεια για τις πρόσφατες «κινήσεις» Κατσούλα και άλλων συνεργατών του δεν έχει αποσταλεί στους δικαστικούς λειτουργούς που εξετάζουν την υπόθεση. Δεν έχει προβλεφθεί καμία τέτοια διαδικασία αλληλοενημερώσης των διωκτικών αρχών και ουδείς βέβαια ενημερώνει ­ έστω και ατύπως ­ τους λειτουργούς της Θέμιδας για την αναφερόμενη διττή συμπεριφορά του κατηγορουμένου, που θα έπρεπε οπωσδήποτε να εκτιμηθεί ­ ούτως ή άλλως ­ από το δικαστήριο... 
 Ο Ασημάκης Κατσούλας θα δαγκώσει με δύναμη τη γροθιά του όταν ακούσει από τον μάρτυρα την περιγραφή της φρικιαστικής πράξης του. Θα κρατήσει το βλέμμα του χαμηλωμένο. Αιωρούμενος στο έρεβος της σκέψης του. Για έναν άλλον εαυτό, που ίσως πραγματικά, ίσως μάταια προσπαθεί να απαρνηθεί...
 
 
Αναδημοσίευση από το πολύ καλό ΠΑΛΙΑΤΖΙΔΙΚΟ ΤΩΝ ΑΝΑΜΝΗΣΕΩΝ (Το άρθρο από την ΕΣΠΡΕΣΣΟ και οι φωτογραφίες του άρθρου είναι δικές μας προσθήκες)
 
ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΝ ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ     www.egolpion.com
20  ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ  2011


Read more: http://www.egolpion.com/satanistes_pallinis.el.aspx#ixzz2rP8EdE4G

Παρασκευή 24 Ιανουαρίου 2014

Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΑΣΘΕΝΕΙΑ ΚΑΙ Ο ΠΟΝΟΣ ΣΤΗΝ ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ

Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΑΣΘΕΝΕΙΑ ΚΑΙ Ο ΠΟΝΟΣ ΣΤΗΝ ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ
        
Εἰσαγωγικά
᾿Ανάμεσα στά πολλά προβλήματα πού ἀντιμετωπίζει ὁ ἄνθρωπος κάθε ἐποχῆς σέ σχέση μέ τόν ἑαυτό του, τούς συνανθρώπους του καί τόν κόσμο ὁλόκληρο, ἐξέχουσα θέση κατέχει τό πρόβλημα τῆς σωματικῆς ἀσθένειας. Τό πρόβλημα αὐτό, πού παρά τούς συνεχεῖς ἀγῶνες καί τίς προσπάθειες δέν κατόρθωσε νά ἐξαλείψει ἀπό τή ζωή του, τόν ταλανίζει καί τόν ταλαιπωρεῖ.
῎Ετσι οἱ ἀσθένειες ἀποτελοῦν μιά ἐπώδυνη καί δυσερμήνευτη πραγματι-κότητα, πού προκαλεῖ πόνους, θλίψεις, ἀγωνία, ἄγχος, βάσανα. ᾿Ιδιαίτερα στή σημερινή ἐποχή τοῦ εὐδαιμονισμοῦ, τοῦ κορεσμοῦ τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν καί τοῦ ὁράματος μιᾶς ἐπίγειας ἀθανασίας, ἡ ἀσθένεια προσλαμβάνει μορφή τραγικότητας, ὁδηγώντας τόν ἄνθρωπο σέ ἀπόγνωση καί ἀπελπισία, μέ ἐπακόλουθο νά ἀδυνατεῖ νά δεῖ τήν ἄλλη ὄψη τῆς ἀσθένειας, δηλαδή νά τήν ἀντιμετωπίσει ὡς πρόξενο πνευματικῆς ὠφέλειας, ὡς εὐλογία καί πρόξενο ἁγιασμοῦ, ὡς «συνάντηση» Θεοῦ καί ἀνθρώπου.

῾Η παρούσα εἰσήγηση ἔχει σκοπό νά παρουσιάσει καί ἑρμη-νεύσει, κατά τό δυνατόν καί ὅσο ἐπιτρέπει ὁ χρόνος, τίς σημαντικότερες πτυχές τοῦ μυστηρίου τῆς ἀνθρώπινης ἀσθένειας καί τοῦ πόνου καί τή σημασία τους γιά τόν ἄνθρωπο.

1. Αἰτία καί προέλευση τῆς ἀσθένειας καί τοῦ πόνου

α) Στό βιβλίο τῆς Γενέσεως διαβάζουμε ὅτι ὁ ἄνθρωπος, ὅπως καί ὁ κόσμος ὁλόκληρος, δημιουργήθηκε ἀπό τόν Θεό «καλός λίαν» (Γεν. 3, 5-7) καί τοποθετήθηκε στόν παράδεισο, γιά νά χαίρεται τήν κοινωνία μέ τόν Θεό. Συνεπῶς, ἀφοῦ ὁ Θεός εἶναι δημιουργός μόνον τοῦ «καλοῦ», στήν ἀνθρώπινη φύση δέν ὑπῆρχε οὔτε κακό οὔτε πάθος οὔτε πόνος, καί κατ’ ἐπέκταση ἡ ἀσθένεια καί ὁ πόνος ἦσαν ξένα πρός αὐτήν. ῾Ο πρῶτος ἄνθρωπος ὅμως, ὁ προπάτορας ᾿Αδάμ, «φθόνῳ διαβόλου» ἁμάρτησε διά τῆς παρακοῆς «καί τοῦ παραδείσου καί τοῦ Θεοῦ, διά τήν κακίαν, ἐξόριστος γίνεται». Μέ τό γεγονός δηλαδή τῆς ἁμαρτίας ἀρνήθηκε τήν κοινωνία μέ τόν τριαδικό Θεό, διά τῆς ὁποίας κατεῖχε τήν ἀφθαρσία καί αἰωνιότητα, καί βρέθηκε ἀπό τή φυσική κατάσταση τῆς θείας κοινωνίας στήν παρά φύση κατάσταση τῆς ἁμαρτίας, ἡ ὁποία κατά τούς Πατέρες τῆς ᾿Εκκλησίας θεωρεῖται ἀσθένεια, πού ἔπληξε ὁλόκληρο τό ἀνθρώπινο γένος, λόγω τῆς ἑνότητας τῆς ἀνθρώπινης φύσης. Εἶναι πολύ χαρακτηριστικά τά ὅσα ἀναφέρει ἐπ’ αὐτοῦ ὁ ἅγιος Κύριλλος ᾿Αλεξανδρείας: «Νενόσηκεν οὖν ἡ φύσις τήν ἁμαρτίαν, διά τῆς παρακοῆς τοῦ ἑνός, τουτέστιν τοῦ ᾿Αδάμ· οὕτως ἁμαρτωλοί κατεστάθησαν οἱ πολλοί, οὐχ ὡς τῷ ᾿Αδάμ συμπαραβεβηκότες, οὐ γάρ ἦσαν πώποτε, ἀλλ᾿ ὡς τῆς ἐκείνου φύσεως ὄντες τῆς ὑπό νόμον πεσούσης τόν τῆς ἁμαρτίας. ῞Ωσπερ τοίνυν ἠρρώστησεν ἡ ἀνθρώ-που φύσις ἐν ᾿Αδάμ, διά τῆς παρακοῆς τήν φθοράν καί τόν πόνον, εἰσέδυ τε οὕτως αὐτήν τά πάθη». Συνεπῶς αἴτιος τῆς ἀνθρώπινης ἀσθένειας δέν εἶναι ὁ Θεός, «οὐκ ἔστιν αἴτιος τῶν κακῶν ὁ Θεός», ἀλλά ἡ προπατορική ἁμαρτία.

β) ᾿Εκτός ὅμως τῆς προγονικῆς ἁμαρτίας, οἱ ἀσθένειες ὀφείλονται καί σέ ἄλλους παράγοντες, τούς ὁποίους μᾶς φανερώνει ὁ ἴδιος ὁ Κύριος μέσα ἀπο τά θαύματα θεραπείας ἀσθενῶν τῆς ἐποχῆς του.

i. Στή θεραπεία τῶν παραλυτικῶν, τόσο τῆς Βηθεσδά (᾿Ιω. 5, 2-15) ὅσο καί τῆς Καπερναούμ (Ματ. 9, 1-8· Μαρ. 2, 1-12· Λουκ. 5, 17-26)3, ὁ Κύριος, ἐκτός τῆς θεραπείας πού τούς παρέχει, στόν μέν ἕνα δίνει τή συμβουλή: «Ἴδε ὑγιής γέγονας· μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μή χεῖρόν σοί τι γένηται», στόν δέ ἄλλο παρέχει τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν: «Θάρσει,τέκνον, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου». ῾Η ἀναφορά τῆς ἁμαρίας ἀπό τόν ᾿Ιησοῦ δηλώνει ἀσφαλῶς ὅτι ἡ αἰτία τῆς ἀσθένειάς τους ἦταν οἱ προσωπικές τους ἁμαρτίες. ῾Ο ἅγιος Κύριλλος ᾿Αλεξανδρείας σχολιάζοντας τό «μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μή χεῖρόν σοί τι γένηται» ἀναφέρει: «μαστιγοῖ δέ (ὁ Θεός) ποικίλως ἔτι ζῶντας ἐν σώμασι, καί πρό τῆς μεγάλης καί ἐπιφανοῦς ἡμέρας τοῦ πᾶσι δικάσοντος... πληττόμεθα πταίοντές τε καί λυποῦντες τόν Θεόν». ᾿Αλλά καί ὁ ἱερός Χρυσόστομος σχολιάζοντας τό «θάρσει, τέκνον, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου» καταλήγει στό ἴδιο συμπέρασμα. Θεωρεῖ ὅτι ἡ σωματική ἀσθένεια εἶναι συνδεδεμένη μέ τήν προσωπική ἁμαρτία, γι’ αὐτό καί ἡ ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν ἀποτελεῖ ἀπόδειξη τῆς θεραπείας: «Οὕτω δή καί ἐνταῦθα, τῆς μέν τῶν ἁμαρτημάτων ἀφέσεως τεκμήριον, τήν τοῦ σώματος σφίγξιν ποιεῖται». Μάλιστα ὁ σύνδεσμός τους ἀποδεικνύεται καί ἀπό τήν ἀναγκαιότητα θεραπείας καί τῶν δύο: «῾Εκατέρας οὖν οὐσίας (ἁμαρτίας-ἀσθένειας) τήν παράλυσιν ἰᾶται». Τέλος καί ὁ Θεοφύλακτος ᾿Αχρίδος σχολιάζοντας τά θαύματα τῶν παραλυτικῶν δηλώ-νει μέ ξεχωριστή σαφήνεια ὅτι ἡ ἀσθένεια προέρχεται ἀπό τήν ἁμαρτία: «δεικνύς δέ (ὁ Κύριος), ὅτι ἡ παράλυσις ἐξ ἁμαρτιῶν (ἐπῆλθε), λύει πρῶτον ἐκείνας»· ἐπιπλέον τονίζει τό συνδεσμο τῆς ἄφεσης τῶν ἁμαρτιῶν μέ τήν ἐνίσχυση τῶν ψυχικῶν δυνάμεων, προκειμένου ὁ θεραπευθείς νά μπορέσει νά ἀσκηθεῖ στήν τήρηση τῶν θείων ἐντολῶν: «οὐ μόνον ἀπαλλάττει τῶν ἁμαρτιῶν, ἀλλά καί δύναμιν ἐντίθησιν εἰς τό ἐργάζεσθαι τάς ἐντολάς».
Οἱ Πατέρες συχνά ἀναφέρουν καί ἐπί μέρους ἁμαρτίες, ὅπως κενοδοξία, φιληδονία, γαστριμαργία, ραθυμία, φόνους κ. ἄ., πού ὁδηγοῦν στή σωματική ἀσθένεια. Συγκεκριμένα ὁ ἱερός Χρυσόστομος σημειώνει ὅτι ὁ Κάϊν μετά τή φοβερή ἀδελφοκτονία ἀρρώστησε ἀπό παραλυσία.

ii. ῾Η θεραπεία τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ (᾿Ιω. 9,1-41) μᾶς ἀποκαλύπτει καί μιά ἄλλη αἰτία ἀσθενειῶν. ῾Ο Κύριος στήν ἐρώτηση τῶν μαθητῶν του «τίς ἥμαρτεν, οὗτος ἤ οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἵνα τυφλός γεννηθῇ;» ἀπάντησε ὅτι «οὔτε οὗτος ἤμαρτεν οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἀλλ’ ἵνα φανερωθῇ τά ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ». ᾿Από τήν ἀπάντηση τοῦ Κυρίου γίνεται σαφές ὅτι στήν περίπτωση αὐτή αἰτίατῆς ἀσθένειας τοῦ τυφλοῦ ὑπῆρξε ἡ βούληση τοῦ Θεοῦ νά φανερωθεῖ διά τῆς θεραπείας ἡ δύναμή του· «ἵνα δοξασθῇ ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ» σχολιάζει ὁ ἱερός Χρυσόστομος. ῾Ο διάλογος αὐτός μεταξύ τοῦ Κυρίου καί τῶν μαθητῶν του προκαλεῖ ὁπωσδήποτε κάποια ἐρωτήματα, ἰδίως στούς ἀσθενεῖς πού ἐναγωνίως ἀναζητοῦν τά αἴτια τῆς ἀσθένειάς τους. Οἱ ἑρμηνευτές Πατέρες δέν παραλείπουν νά θέσουν τέτοια ἐρωτήματα καί νά δώσουν καί τήν ἀπάντήση. ῾Ο Χρυσόστομος θέτει κατ’ ἀρχάς τό ζήτημα πού προκύπτει ἀπό τήν ἐρώτηση τῶν μαθητῶν σχετικά μέ τίς ἁμαρτίες τῶν γονέων καί τίς συνέπειες πού ἔχουν στά τέκνα τους, καί ἐρωτᾶ: «Πῶς δέ τῶν γονέων ἁμαρτανόντων, αὐτός ἄν ἐκολάσθη;». ῾Η ἀπάντηση τοῦ Κυρίου ὅτι «οὔτε οὗτος ἥμαρτεν οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ» ἦταν σαφής, ἀφοροῦσε ὅμως μόνον τά αἴτια τῆς ἀσθένειας, γιατί, ὅπως σημειώνει ὁ Χρυσόστομος, «ἥμαρτε καί οὗτος, καί οἱ γονεῖς αὐτοῦ· ἀλλ᾿ οὐκ ἐντεῦθεν ἡ πήρωσις». ῾Η ἁμαρτία ὡς προσωπική πράξη οὔτε μπορεῖ νά προϋπάρξει τῆς γεννήσεως τοῦ ἀνθρώπου, ἀφοῦ, κατά τόν Κύριλλο ᾿Αλεξανδρείας, «προεῖναι μέν γάρ τήν ψυχήν οὐ πιστεύομεν... οὐδέ πρό σώματος ἁμαρτεῖν οἰησόμεθα», οὔτε πάλι κληροδοτεῖται καί γι’ αὐτό ὁ Χρυσόστομος διευκρινίζει: «Παῖς γάρ ὑπέρ πατρός οὐ δίδωσι δίκην... οὐδέ γάρ ἔνι, ἁμαρτάνοντος ἑτέρου, κολάζεσθαι ἕτερον». Καί ὁ Κύριλλος προσθέτει: «῞Οτι μέν οὖν οὔτε τάς γονέων ἁμαρτίας ἐπάγει τέκνοις Θεός... καί ὅτι πρός τούτοις οὐκ ἐκ προγενεστέρων τῆς ψυχῆς ἁμαρτημάτων ἡ σωμάτωσις». Συνεπῶς ἀλλότριες ἁμαρτίες δέν μποροῦν νά θεωρηθοῦν ὡς αἰτία ἀσθένειας.

Στή συνέχεια ὁ ἱερός Χρυσόστομος θέτει καί ἕνα ἄλλο εὔλογο ἐρώτημα: Χωρίς τό πάθος τῆς ἀσθένειας «οὐκ ἐνῆν φανῆναι τοῦ Θεοῦ τήν δόξαν»; ᾿Αδικήθηκε δηλαδή ὁ ἐκ γενετῆς τυφλός «διά τήν τοῦ Θεοῦ δόξαν»; ῾Η ἀπάντηση γιά τόν ἱερό  Πατέρα βρίσκεται ὄχι στά ἐξωτερικά φαινόμενα ἀλλά στά ἐσωτερικά, τά πνευματικά, πού πάντοτε ἀποσκοποῦν στή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. ῎Ετσι θεωρεῖ ὅτι ἡ θεραπεία τοῦ τυφλοῦ δέν ἀφοροῦσε μόνο τούς σωματικούς ὀφθαλμούς ἀλλά καί τούς ψυχικούς-πνευματικούς, «ἔνδον ἀνέβλεψεν ὀφθαλμούς» ἀναφέρει· καί ὁ Θεοφύλακτος ᾿Αχρίδος συμπληρώνει: «ἅμα γάρ τῇ σωματικῇ ὁράσει καί τούς τῆς ψυχῆς ὀφθαλμούς ἐφωτίσθη». Ποιό λοιπόν τό ὄφελος, ἄν ὁ τυφλός εἶχε γεννηθεῖ μέ ὑγιεῖς ὀφθαλμούς, ἀλλά οἱ πνευματικοί ὀφθαλμοί του ἀσθενοῦσαν ἀπό τό πάθος τῆς ἁμαρτίας; ῎Αρα «πρός καλόν αὐτῷ ἡ πήρωσις (δηλαδή ἡ ἀσθένεια) ἀπέβη, διά τῆς ἰάσεως ἐπιγνόντι τόν ἀληθῆ τῆς δικαιοσύνης ἥλιον» συμπεραίνει ὁ Θεοφύλακτος. Γι’ αὐτό καί ὁ ἱερός Χρυσόστομος καταλήγει: «ἐγώ δέ καί εὐηργετῆσθαι αὐτόν φημι ἀπό τῆς πηρώσεως». ῾Επομένως τό πάθος τῆς ἀσθένειας δέν πρέπει νά τό ἀντιμετωπίζουμε μόνον ὡς ἄλγος, ἀλλά ὀφείλουμε νά βλέπουμε καί τήν ἄλλη ὄψη του, δηλαδή τήν πνευματική ὠφέλεια πού προξενεῖ. ῾Ο Χρυσόστομος λέγει πολύ χαρακτηριστικά: «῞Ωσπερ οὖν τά κακά οὐκ ἔστι κακά τά κατά τόν παρόντα βίον· οὕτως οὐδέ τά ἀγαθά ἀγαθά· ἀλλ’ ἁμαρτία μόνη κακόν, πήρωσις δέ οὐ κακόν».
῾Ο ἅγιος Κύριλλος ᾿Αλεξανδρείας τούς λόγους τοῦ Κυρίου «ἵνα φανερωθῇ τά ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ» προσεγγίζει μέ ἀποφατικό τρόπο, λέγοντας ὅτι τό βαθύτερο νόημά τους εἶναι ἀκατανόητο «παντελῶς ταῖς ἡμετέραις διανοίαις» καί ὡς ἐκ τούτου πρέπει νά τό προσεγγίζουμε μέ ἐμπιστοσύνη στή θεία δικαιοσύνη, ἡ ὁποία ἐπιτρέπει καθετί ὠφέλιμο καί σωτήριο γιά μᾶς. Συγκεκριμένα δέ γιά τή φανέρωση τῶν ἔργων τοῦ Θεοῦ μέσω τῆς ἀσθένειας τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ, σημειώνει ὅτι ὁ Κύριος «ἀποσιωπᾷ τό λοιπόν, ἑαυτῷ μόνῳ πρέπειν εἰδώς τό ἐξεπίστασθαι τοῦτο»· διαβλέπει ὅμως στούς κυριακούς αὐτούς λόγους κάποια ἔμμεση ἀπάντηση πρός τούς μαθητές, «ἵνα μή παντελῶς σιωπήσας καλέσῃ πως αὐτούς εἰς τό καί εἰσαῦθις περί τῶν αὐτῶν ἀναπυνθάνεσθαι φιλεῖν». ῾Η ἀπάντηση κατά τόν Κύριλλο βρίσκεται στό ἴδιο τό γεγονός τῆς θεραπείας τοῦ τυφλοῦ, ἡ ὁποία δέν ὑπῆρξε μία ἀπό τίς πολλές θαυματουργικές ἰάσεις μέ τίς ὁποῖες εὐεργετοῦσε ὁ Κύριος τό λαό, ἀλλά μία ἀπ’ ἀρχῆς δημιουργία ὀφθαλμῶν, ἀφοῦ ὁ τυφλός ἐκ γενετῆς ἐστερεῖτο ὀφθαλμῶν. ῎Ετσι ὁ Κύριος ἀποκαλύπτεται στούς ἀνθρώπους ὡς ὁ δημιουργός Θεός τοῦ παντός καί φανερώνει τά ἔργα του καί δι᾿ αὐτῶν τή δόξα του. Καί κλείνει τό σχολιασμό του ὁ Κύριλλος μέ τήν παραίνεση: «Ταύτην οἶμαι τήν διάνοιαν ἐγκεῖσθαι τῷ προκειμένῳ, νοεῖν δέ τοῖς συνετοῖς ἐξέστω τά τελειότερα».

iii. ῾Ο Εὐαγγελιστής Λουκᾶς (13, 10-17) ἐξιστορεῖ τή θεραπεία τῆς συγκύπτουσας γυναίκας. ῾Ο Κύριος μετά τήν ἴαση τῆς συγκύπτουσας ἀπευθύνεται στόν ἀρχισυνάγωγο, ὁ ὁποῖος ἀγανάκτησε «ὅτι τῷ Σαββάτῳ ἐθεράπευσεν ὁ ᾿Ιησοῦς», λέγοντάς του: «῾Υποκριτά, ἕκαστος ὑμῶν τῷ Σαββάτῳ οὐ λύει τόν βοῦν αὐτοῦ ἤ τόν ὄνον ἀπό τῆς φάτνης καί ἀπαγαγών ποτίζει; Ταύτην δέ, θυγατέρα ᾿Αβραάμ οὖσαν, ἥν ἔδησεν ὁ σατανᾶς ἰδού δέκα καί ὀκτώ ἔτη, οὐκ ἔδει λυθῆναι ἀπό τοῦ δεσμοῦ τούτου τῇ ἡμέρα τοῦ Σαββάτου;». Τά λόγια αὐτά τοῦ Κυρίου δηλώνουν σαφέστατα ὅτι ἡ αἰτία τῆς ἀσθένειας τῆς γυναίκας ἦταν ὁ ἴδιος ὁ σατανάς ὁ ὁποῖος τήν «ἔδησεν... δέκα καί ὀκτώ ἔτη». ῾Ο Κύριλλος ᾿Αλεξανδρείας σχολιάζοντας τή θεραπεία τῆς συγκύπτουσας γυναίκας τονίζει ὅτι τό πάθος τῆς ἀσθένειάς της ὀφείλεται στή «διαβολική ἀγριότητα», ἡ ὁποία ἐπῆλθε «δι’ οἰκεῖα πταίσματα», καί ἐπεξηγεῖ ὅτι πολλές φορές ὁ σατανάς λόγω προσωπικῶν πλημμελημάτων γίνεται αἰτία ἀσθενειῶν, οἱ ὁποῖες ὅμως ἀποβλέπουν σέ πνευματική ὠφέλεια: «῎Εξεστι δή οὖν ἐντεῦθεν ἰδεῖν, ὅτι δέχεται πολλάκις τήν κατά τινων ἐξουσίαν ὁ σατανᾶς, πλημμελούντων δηλονότι, καί τῶν εἰς εὐσέβειαν σπουδασμάτων ἀνθῃρημένων τό ῥάθυμον· οὕς δ’ ἄν λάβοι, τοιούτους ἐνίησιν ἀῤῥωστήμασιν ἔσθ’ ὅτι σωματικοῖς, κολαστής ὑπάρχων καί ἀπηνής. Δίδωσι δέ χώραν αὐτῷ πρός τοῦτο οἰκονομικώτατα λίαν ὁ παντεπόπτης Θεός, ἵνα τῷ τῆς δυσπραγίας βάρει κατηχθισμένοι, μεταφοιτᾷν ἕλοιντο πρός τά βελτίω».

Τά ἴδια περίπου ἀναφέρει καί ὁ Θεοφύλακτος ᾿Αχρίδος, τονίζοντας ὅμως ἰδιαίτερα ὅτι τό κακό καί ἡ ἀσθένεια δέν προέρχονται ἀπό τόν Θεό ἀλλά ἀπό τόν διάβολο: «῎Ισως γάρ διά πταίσματά τινα ἐγκαταλειφθεῖσαν ὑπό Θεοῦ ἐτιμωρεῖτο ὁ σατανᾶς. Παραίτιος γάρ ἐστι τοῖς τῶν ἀνθρώπων σώμασι πάντων τῶν δυσχερῶν... ἐπεί καί ἐξ ἀρχῆς αὐτός ἡμῖν πρόξενος ἐγεγόνει τοῦ ἐκπεσεῖν μέν τῆς ἀφθαρσίας, ἐφ’ ᾗ ἐκτίσθημεν, νοσερῷ δέ σώματι καί παθῶν δεκτικῷ προσδεθῆναι». ᾿Αναφερόμενος δέ ἰδιαίτερα στήν ὑπαιτιότητα τῆς προσωπικῆς ἁμαρτίας παρουσιάζει τήν ἀσθενούσα ἀνθρώπινη ψυχή ὡς συγκύπτουσα ἀπό τίς γήινες φροντίδες, χωρίς νά μπορεῖ νά ἀναχθεῖ στά θεῖα καί οὐράνια· στή δέ χρονική διάρκεια τῶν δεκαοκτώ ἐτῶν βλέπει τίς δέκα ἐντολές, πού παραβαίνει ἡ συγκύπτουσα ψυχή, καί τήν ἀπολεσθείσα ἐλπίδα τοῦ ὄγδοου αἰώνα, δηλαδή τῆς αἰώνιας ζωῆς.

Κάποιες φορές ὅμως ὁ Θεός ἐπιτρέπει στόν διάβολο νά πειράξει καί ἀγαθούς ἀνθρώπους, ὥστε διά τοῦ πάθους νά ἀναδειχθοῦν λαμπρότεροι καί καθαρότεροι. Κλασικό παράδειγμα εἶναι ἡ περίπτωση τοῦ ᾿Ιώβ, γιά τήν ὁποία ὁ Χρυσόστομος ἀναφέρει: « Τοῦτο (τό ἔργο τοῦ πειρασμοῦ) γοῦν καί ὁ διάβολος ἐπί τοῦ ᾿Ιώβ ἐποίησε· καίτοι καί ἐκεῖ ὁ Θεός ἐπέτρεψεν· ἀλλ᾿ οὐδέ ἐκεῖ πειθόμενος τῷ διαβόλῳ, ἀλλά τόν αὐτοῦ θεράποντα θέλων ἀποφῆναι λαμπρότερον, καί τῷ δαίμονι πᾶσαν ἀναισχυντίας ἐκκόπτων πρόφασιν, καί εἰς τήν αὐτοῦ περιτρέπων κεφαλήν τά κατά τοῦ δικαίου γινό-μενα».Τά ἱερά κείμενα τοῦ Εὐαγγελίου ἀναφέρονται συχνά σέ δαιμόνιο ἀσθενείας πού ταλαιπωρεῖ τούς ἀνθρώπους. Δύο χαρακτηριστικές περιπτώσεις ὁμιλοῦν γιά «πνεῦμα (δαιμόνιον) ἀκάθαρτον» πού ταλαιπωροῦσε τούς δαιμονισμένους (Μάρκ. 5,2· Λουκ. 8,29· 9, 25 κ. ἄ.), καί γιά «πνεῦμα ἄλαλον καί κωφόν» πού στεροῦσε τήν ὁμιλία καί τήν ἀκοή ἀπό τόν δαιμονισμένο υἱό πού ἔφερε ὁ πατέρας του στόν ᾿Ιησοῦ (Μάρκ. 9,25). Οἱ περιπτώσεις αὐτές, καθώς καί ἄλλες παρόμοιες, ἀντιμετωπίζονται μόνον διά τῆς θείας ἐπεμβάσεως. ῾Ο ᾿Ιησοῦς, διαβάζουμε στίς Πράξεις τῶν ᾿Αποστόλων, «διῆλθεν εὐεργετῶν καί ἰώμενος πάντας τούς καταδυναστευομένους ὑπό τοῦ διαβόλου» (10,38)· καί ὁ ἅγιος Κύριλλος ἑρμηνεύοντας τέτοιου εἴδους θεραπεῖες λέγει ὅτι «ἡ θεία τοῦ Μονογενοῦς φύσις ἀφράστῳ πυρί κατέφλεγεν τούς δαίμονας»· γι’ αὐτό καί ἡ ᾿Εκκλησία σέ τέτοιες περιπτώσεις εὔχεται στόν Κύριο νά ἐπιτιμήσει τό δαιμόνιο τῆς ἀσθενείας: «᾿Απόστησον, φυγάδευσον καί ἀπέλασον πᾶσαν σατανικήν ἔφοδον καί πᾶσαν ἐπιβουλήν», «ἀπέλασον πᾶσαν ἐνέργειαν τοῦ διαβόλου, πᾶσαν μαγείαν πᾶσαν φαρμακείαν, ἀστρομαντείαν» κ. ἄ. ᾿Εδῶ ὀφείλουμε νά ἀναφέρουμε ὅτι τέτοιες δαιμονικές περιπτώσεις, πού ὁπωσδήποτε δέν εἶναι καί τόσο συχνές (π. χ. βασκανία, μαγεία κ. ἄ.), δέν ἀφοροῦν κάθε σωματική ἀσθένεια καί ὡς ἐκ τούτου ἀποτελεῖ πλάνη νά βλέπουμε σέ κάθε ἀρρώστια τήν ἐπήρεια τοῦ σατανᾶ.

γ) ῾Η ἀσθένεια δέν ἀποτελεῖ πάντοτε φυσική συνέπεια τῆς ἁμαρτίας. ᾿Αρκετά συχνά προέρχεται ἀπό τή θεία παιδαγωγία. Σύμφωνα μέ τήν ῾Αγία Γραφή ἀλλά καί τούς Πατέρες τῆς ᾿Εκκλησίας, ὁ Θεός πολλές φορές παραχωρεῖ ἀσθένειες γιά νά παιδαγωγήσει καί ἐξαγιάσει τά ἀγαπημένα του τέκνα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα εἶναι ὁ πολύαθλος ᾿Ιώβ, πού ἤδη ἀναφέραμε, ὁ ὁποῖος, ὄντας δίκαιος καί ἀγαθός, ὑπέστη κατά παραχώρηση Θεοῦ φοβερές δοκιμασίες καί μεταξύ ἄλλων καί τήν ἀσθένεια τῆς λέπρας, τήν ὁποία τό ἱερό κείμενο ὀνομάζει «ἕλκος πονηρόν» (᾿Ιώβ 2,7). Οἱ δοκιμασίες τοῦ ᾿Ιώβ, ἀλλά καί ἡ καρτερία μέ τήν ὁποία τίς ἀντιμετώπισε, μᾶς φανερώνουν ὅτι ὁ Θεός ἐπιτρέπει ὁ δρόμος τῆς ζωῆς τοῦ πιστοῦ νά διέρχεται μέσω ποικίλων παθῶν, ἀσθενειῶν καί πόνων, γιά νά τελειωθεῖ ἠθικῶς, νά ἐξαγνισθεῖ καί ἐξαγνισμένος νά παρουσιασθεῖ ἐνωπιόν του νικητής, γιά νά ἀπολαύσει τά ἀγαθά τῆς ὑπομονῆς του, ὅπως ἀκριβῶς ὁ ᾿Ιώβ (42,10,12). ῎Ετσι οἱ πειρασμοί, ὡς μέσα δοκιμασίας, συντελοῦν στήν ἀνάδειξη καί αὔξηση τῆς ἀρετῆς. Γι’ αὐτό καί ὁ Ἰωσήφ Βρυέννιος λέγει: «οἱ πειρασμοί καί αἱ θλίψειςκαί τά δοκίμια πολλοῦ παρά τῷ Θεῷ ἠξίωνται λόγου καί σύντροφοι ἐξ ἀρχῆς τῇ καθ’ ἡμᾶς εὐσεβείᾳ γεγόνασιν».

Συχνά βλέπουμε τούς ἁγίους καί δικαίους ἀνθρώπους νά ταλαιπωροῦνται καί νά πονοῦν ἀπό ἀσθένειες πού τούς παρεχώρησε ὁ Θεός «διά τήν ἑκάστου δοκιμήν καί τελείωσιν», ὅπως λέγει ὁ Χρυσόστομος. ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος ὁμολογεῖ ὅτι «ἐδόθη μοι σκό-λοψ τῇ σαρκί» (Β΄ Κορ. 12,7) καί ὁ Μ. Βασίλειος διεκτραγωδεῖ τήν κατάσταση τῆς ὑγείας του λέγοντας: «᾿Εμέ δέ ἐπέλιπε παντελῶς τό σῶμα, ὥστε μηδέ τάς σμικροτάτας κινήσεις δύνασθαι ἀλύπως φέρειν», «ἡ ἀρχαία πληγή μου, τό ἧπαρ τοῦτο διαδεξάμενον, ἐπέκλεισε μέν με σιτίων, ἀπεδίωξε δέ τῶν ὀμμάτων τόν ὕπνον, ἐν μεθορίοις δέ κατέσχε ζωῆς καί θανάτου». Μέ ἀνάλογες διηγήσεις περιγράφουν τίς σωματικές τους ἀσθένειες καί πολλοί ἄλλοι ἅγιοι τῆς ᾿Εκκλησίας· τό ἀξιοσημείωτο δέ εἶναι ὅτι ὅλοι ἔχουν ἐπίγνωση ὅτι τό πάθος τῆς ἀσθένειας καί τοῦ πόνου τούς ἐδόθη κατά παρα-χώρηση Θεοῦ καί ἔχει χαρακτήρα παιδαγωγικό καί ἐξαγνιστικό. Εἶναι πολύ χαρακτηριστικά τά ὅσα λέγει ἐπ᾿ αὐτοῦ ὁ ἱερός Χρυσόστομος: «Τῆς γάρ τῶν ἁγίων κακώσεως καί θλίψεως τῆς ποικίλης καί παντοδαπῆς ἔχω πρός τήν ἡμετέραν ἀγάπην εἰπεῖν... ὅτι μέν οὖν εἰς τό μετριάζειν καί ταπεινοφρονεῖν, καί τό μή φυσᾶσθαι ἐκ τῶν σημείων καί τῶν κατορθωμάτων, συμβάλλεται τοῖς ἁγίοις ἡ κάκωσις... Τοσαύτας τοίνυν αἰτίας ἔχοντες εἰπεῖν τῆς τῶν ἁγίων κακώσεως, μή δυσχεραίνωμεν ἐν τοῖς πειρασμοῖς, μηδέ ἀπορῶμεν, μηδέ θορυβώμεθα, ἀλλά καί αὐτοί τάς ἑαυτῶν παιδαγω-γῶμεν ψυχάς, καί ἑτέρους ταῦτα διδάσκωμεν».
᾿Από ὅσα ἤδη ἀναφέραμε, γίνεται φανερό ὅτι ἡ ἀσθένεια εἶναι ἴδιο τῆς φθαρείσας ἀπό τήν προγονική ἁμαρτία ἀνθρώπινης φύσης καί ὅτι συχνά προέρχεται ἀπό προσωπικές ἁμαρτίες ἤ καί ἀπό θεία παραχώρηση, πάντοτε ὅμως πρός ψυχική ὠφέλεια.

2. ῾Η ἀντιμετώπιση τῆς ἀσθένειας καί τοῦ πόνου 

῾Η ἀσθένεια ἀποτελεῖ μιά φοβερή δοκιμασία γιά τόν ἄνθρωπο, ὄχι μόνο γιά τόν πόνο πού τοῦ πρακαλεῖ καί τό φόβο τοῦ θανάτου πού τοῦ προξενεῖ, ἀλλά καί ἐπειδή δημιουργήθηκε ἀπό τόν Θεό ὑγιής γιά τήν αἰωνιότητα καί ἐνδομύχως ἀντιδρᾶ στήν παρά φύση κατάσταση τῆς ἀσθένειας. ῾Η ὑγιής αὐτή ἀντίδραση κινδυνεύει, λόγω τοῦ πόνου, νά τραπεῖ σέ ἀγανάκτηση, γογγυσμό, σκανδαλισμό κ.τ.ὅ., ἄν δέν προσανατολισθεῖ σωστά· σωστός δέ προσανατολισμός σημαίνει πνευματική ἀντιμετώπιση τῆς ἀσθένειας.
῾Η ἐρώτηση τοῦ Κυρίου πρός τόν παραλυτικό τῆς Βηθεσδά «θέλεις ὑγιής γενέσθαι;» (᾿Ιω. 5,6) εἶναι ἐρώτηση πού ἀπευθύνει καί σέ κάθε ἀσθενή κάθε ἐποχῆς. Καί ὅπως τότε ὁ παραλυτικός, πού δέν εἶχε ἀνθρωπο γιά νά τόν βοηθήσει, ἀλλά τόν βρῆκε στό πρόσωπο τοῦ ᾿Ιησοῦ, ἔτσι καί σήμερα ὁ κάθε ἀσθενής ἔχει τόν Χριστό, τόν μόνον ἰατρό καί θεραπευτή τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων, γιατί ὁ Χριστός εἶναι «ἐγγύς πᾶσι τοῖς ἐπικαλουμένοις αὐτόν ἐν ἀληθείᾳ». ῎Ετσι οἱ θεραπεῖες πού ὁ Κύριος προσέφερε στούς ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς του, ἀποτελοῦν πάντοτε μοναδικό παράδειγμα καί ἀλάνθαστο ὁδηγό στό πῶς πρέπει νά ἀντιμετωπίζεται ἡ ἀσθένεια.

α) Προϋπόθεση ὅλων τῶν θαυματουργικῶν ἰάσεων τοῦ Κυρίου πού ἀναφέρονται στά ἱερά Εὐαγγέλια, εἶναι ἡ πίστη τοῦ ἀσθενοῦς. Οἱ ἑρμηνευτές Πατέρες στέκονται ἰδιαίτερα στό θέμα αὐτό θεωρώντας ὅτι δέν ἀρκοῦσε ἡ «φιλοτιμία» καί φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου γιά τή θαυματουργική του ἐνέργεια, ἀλλά κυρίως ἀπαιτεῖτο «ἡ πίστις τῶν σωζομένων». ῾Η πίστη τῶν δύο τυφλῶν τοῦ Κατά Ματθαῖον Εὐαγγελίου τούς παρότρυνε νά ἀκολουθήσουν τόν ᾿Ιη-σοῦ καί νά τόν παρακαλέσουν «ἐλέησον ἡμᾶς, υἱέ Δαυίδ»· στή δέ ἐρώτηση τοῦ Ἰησοῦ «πιστεύετε ὅτι δύναμαι τοῦτο ποιῆσαι;» νά ἀπαντήσουν «ναί, Κύριε» καί νά λάβουν ἀμέσως τήν ἴαση ὡς συνέπεια τῆς πίστεώς τους: «κατά τήν πίστιν ὑμῶν γεννηθήτω ὑμῖν» (Ματ. 9, 27-31). ῾Ο ἱερός Χρυσόστομος θαυμάζει τήν πίστη τους, γιατί, ὅπως λέγει, ὄντας τυφλοί, «ἐξ ἀκοῆς μόνης τήν πίστιν δέχονται», ἀποδεικνύοντας ὅτι ἀνήκουν σ’ αὐτούς γιά τούς ὁποίους ὁ Κύριος εἶπε «μακάριοι οἱ μή ἰδόντες καί πιστεύσαντες» (᾿Ιω. 20,29). ῎Ετσι ἡ βαθιά τους πίστη, καταλήγει ὁ ἱερός Πατήρ, τούς κατέστησε «μεριστάς τοῦ κατορθώματος». Τήν ἴδια πίστη ἐπέδειξε καί ὁ τυφλός τῆς κολυμβήθρας τοῦ Σιλωάμ, ὥστε νά συμπεραίνει πάλι ὁ Χρυσόστομος: «εἰ δέ ἐπί τῶν αἰσθητῶν καί ψηλαφωμένων πίστεως δεῖ, πολλῷ μᾶλλον ἐπί τῶν ἀοράτων». Τό περιεχόμενο τῆς πίστεώς τους ἐντοπίζεται ἀπό τόν Κύριλλο ᾿Αλεξανδρείας στήν ἐπίκληση «ἐλέησον ἡμᾶς, υἱέ Δαυίδ», διά τῆς ὁποίας μαρτυρεῖται ἡ θεότητα τοῦ Κυρίου, καί γι’ αὐτό ἀναφέρει ὅτι ζήτησαν «θεοπρεπεστάτην ἐνέργειαν παρ’ αὐτοῦ (τοῦ Κυρίου)». Μάλιστα ὁ Χρυσόστομος θεωρεῖ ὅτι ἡ συγκεκριμένη διατύπωση τῆς ἐρώτησης τοῦ Κυρίου πρός τούς τυφλούς «πιστεύετε ὅτι δύναμαι τοῦτο ποιῆσαι;» -καί ὄχι π.χ. «πιστεύετε ὅτι δύναμαι παρακαλέσαι τόν Πατέρα μου;»- ἤθελε νά προκαλέσει τήν ὁμολογία τῆς πίστεώς τους ὅτι ὄχι ἁπλῶς ὁ Κύριος «δύναται εὔξασθαι» γιά τή θεραπεία, ἀλλ᾿ «ὅτι αὐτός δύναται τοῦτο ποιεῖσαι», δηλαδή νά διατρανώσουν τήν πίστη τους στή «δεσποτεία» του.

῞Ολοι οἱ θεραπευθέντες ἀπό τόν ᾿Ιησοῦ τήν ἴδια πίστη ἐπέδειξαν. ᾿Επί παραδείγματι γιά τόν παραλυτικό τῆς Βηθεσδά ὁ Κύριλ-λος λέγει: «ἐπίστευσε πανοικί, καί Θεόν ὡμολόγει»· γιά τήν Χανα-ναία ὁ Χρυσόστομος ἀναφέρει ὅτι ἡ πίστη της «καί μείζονα τούτων ἀνύσαι δύναται»· γιά τόν τυφλό τῆς ᾿Ιεριχοῦς ὁ Θεοφύλακτος σημειώνει ὅτι «θερμότης πίστεως ἦν τό ἔνδοθεν κινοῦν αὐτόν» κ.ο.κ.
Στήν πίστη ὅλων αὐτῶν ὁ Κύριος ἀνταποκρίθηκε χαρίζοντάς τους τή θεραπεία: «ἡ πίστις σου σέσωκέ σε» (Ματ. 9, 22), «γεννηθήτω σοι ὡς θέλεις» (Ματ. 15,28), «ὡς ἐπίστευσας γενηθήτω σοι» (Ματ. 8,13) κ.λπ. Οἱ λόγοι αὐτοί τοῦ Κυρίου, κατά τόν Θεοφύλακτο, φανερώνουν ὅτι τό ἀποτέλεσμα τῆς δωρεᾶς καθορίζεται ἀπό τή θερμότητα τῆς πίστεως: «Μανθάνομεν δέ ἐκ τούτου, ὅτι ὅταν μετά πίστεως αἰτῶμεν, οὐκ ἄλλα μέν αἰτοῦμεν, ἄλλα δέ δίδωσιν, ἀλλ’ ἐκεῖνα αὐτά· ὥστε ἐπειδάν ἄλλα αἰτοῦντες, ἄλλα λαμβάνομεν, πρόδηλον ὅτι οὐ καλῶς οὐδέ πιστῶς αἰτοῦμεν».
῞Ολα τά παραπάνω παραδείγματα καθιστοῦν σαφή τήν ἀνά-γκαιότητα τῆς πίστεως γιά τήν ἀντιμετώπιση τῆς ἀσθένειας καί ἐπιβεβαιώνουν τούς λόγους τοῦ Κυρίλλου ῾Ιεροσολύμων «τοσοῦτον ἴσχυσε τῶν ἀδελφῶν ἡ πίστις, ὥστε τόν νεκρόν ἐξ ᾃδου πυλῶν ἀνεκαλέσατο. Εἶτα ἕτεροι ὑπέρ ἑτέρων πιστεύσαντες, ἐκ νεκρῶν ἀναστῆναι ἴσχυσαν... Εἰ δέ καί πιστός εἶναι νομίζεις, ἀλλ᾿ οὔπω τό τέλειον τῆς πίστεως ἔχεις· χρεία καί σύ κατά τούς ᾿Αποστόλους εἰπεῖν· “Κύριε, πρόσθες ἡμῖν πίστιν (Λουκ. 17,5)”».

β) ῾Η ἐντρύφηση στίς εὐαγγελικές διηγήσεις τῶν θαυμάτων θεραπείας ἀσθενῶν μᾶς ἀποκαλύπτει ὅτι ἡ πίστη τῶν αἰτουμένων τήν ἴαση συνοδευόταν συχνά καί ἀπό ταπείνωση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ἀποτελεῖ ἡ Χαναναία, τήν ταπείνωση τῆς ὁποίας ὁ ἱερός Χρυσόστομος διαπιστώνει ἀπό τά ἑξῆς γεγονότα: Δέν «ἐτόλμησεν ἐλθεῖν εἰς τά ῾Ιεροσόλυμα... ἀναξίαν ἑαυτήν τιθεμένη». Δέν «ἐτό-λμησεν εἰς ὄψιν τοῦ Διδασκάλου τήν δαιμονῶσαν (θυγατέρα) ἀγαγεῖν». Δέν τόλμησε νά ζητήσει νά ἔλθει «ὁ ἰατρός (᾿Ιησοῦς) εἰς τήν οἰκίαν» της. Δέν θεωροῦσε τόν ἑαυτόν της ἄξιο, ὥστε νά ἀπαιτήσει τή θεραπεία «ὡς ὀφειλήν», «ἀλλ’ ἐλεηθῆναι ἐδεῖτο, καί τήν συμφο-ράν τήν οἰκείαν ἐξετραγῴδει μόνον». Δέν σκανδαλίσθηκε ὅταν «οὐδέ ἀποκρίσεως» ἀξιώθηκε. Δέν ἦλθε «εἰς ἀπόγνωσιν», οὔτε ἀπόρησε γιά τήν ἀρνητική στάση τοῦ Κυρίου, ἀλλά «ἀπηναισχύντησε καλήν ἀναισχυντίαν». Καί ὅταν ὁ Κύριος τῆς εἶπε «οὐκ ἔστι καλόν λαβεῖν τόν ἄρτον τῶν τέκνων καί βαλεῖν τοῖς κυναρίοις», δέν ἀγα-νάκτησε, ἀλλά μέ ταπείνωση ἀπάντησε «ναί, Κύριε· καί γάρ τά κυνάρια ἐσθίει ἀπό τῶν ψυχίων τῶν πιπτόντων ἀπό τῆς τραπέζης τῶν κυρίων αὐτῶν» (Ματ. 15, 26-27), παραδεχόμενη ὄχι μόνον ὅτι εἶναι «κυνάριον», ἀλλ’ ὅτι ἀρκεῖται σ’ ὅσα εἶναι ἀπαραίτητα γιά τά «κυνάρια». ῾Η στάση τῆς Χαναναίας μᾶς δείχνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος μπροστά στόν πόνο τῆς ἀσθένειας γίνεται καρτερικός, πρόθυμος νά ὑπακούσει, νά ταπεινωθεῖ καί νά παραδώσει τόν ἑαυτό του στόν Θεό. ῾Η μέ ταπείνωση ἐναπόθεση τῆς λύσης τοῦ πάθους τῆς ἀσθένειας καί τοῦ πόνου στόν Θεό εἶναι ὁ πιό ὀρθός καί σωτήριος τρόπος ἀντιμετώπισής του.

γ) ᾿Από τίς περιπτώσεις τῶν ἀσθενῶν, τούς ὁποίους ὁ Κύριος, ὅπως εἴδαμε, θαυματουργικῶς ἐλέησε, προκύπτει ὅτι οἱ περισσότεροι ἀπ᾿ αὐτούς βάσταξαν τό πάθος τῆς ἀσθένειας ἐπί σειρά ἐτῶν μέ θαυμαστή ὑπομονή (βλ. ἐνδεικτικῶς τήν συγκύπτουσα γυναίκα Λουκ. 13, 10-17 καί τόν παραλυτικό τῆς Βηθεσδά ᾿Ιω. 5, 2-15). ῾Η ὑπομονή τους ὑπῆρξε σωτήρια καί ἐπιβεβαιώνει τούς εὐαγγελικούς λόγους: «῾Ο δέ ὑπομείνας εἰς τέλος οὗτος σωθήσεται» (Ματ. 24, 13) καί «ἐν τῇ ὑπομονῇ ὑμῶν κτήσασθε τάς ψυχάς ὑμῶν» (Λουκ. 21, 19).
Οἱ ἀσθενεῖς τῶν Εὐαγγελίων πού ἰάθησαν ἀπό τόν Κύριο, εἴδαμε ὅτι ἦσαν ὅλοι ἄνθρωποι πίστεως καί ἀσφαλῶς ἡ πίστη τους ὑπῆρξε προϋπόθεση τῆς ὑπομονῆς τους, γιατί διαφορετικά ἡ ὑπομονή τους θά ἦταν μιά μοιρολατρική ἀποδοχή τῆς κατάστασης τοῦ πάθους τῆς ἀσθένειας στήν ὁποία βρίσκονταν. Γιά τούς Πατέρες τῆς ᾿Εκκλησίας δέν εἶναι ἡ μοιρολατρική ὑπομονή πού φέρνει τήν ὑπέρβαση τοῦ πάθους τῆς ἀσθένειας, ἀλλ᾿ ἡ ἐν πίστει ἀποδοχή του καί ἡ μέ ὑπομονή καί ἐλπίδα ἀντιμετώπισή του. Μιά τέτοια ὑπομονή θεωρεῖται, σέ κείμενο πού ἀποδίδεται στόν Μέγα Ἀθανάσιο, μεγάλη ἄσκηση: «Καί αὕτη ἐστίν ἡ μεγάλη ἄσκησις, τό ἐν ταῖς νόσοις καί πόνοις ἐγκαρτερεῖν καί ὑπομένειν, καί εὐχαριστηρίους ὕμνους ἀναπέμπειν τῷ Θεῷ». Καί ὁ σκοπός μιᾶς τέτοιας ἄσκησης εἶναι νά ὑπερβαθεῖ τό πάθος καί οἱ πειραζόμενοι νά ἀναδειχθοῦν νικητές, τέλειοι καί ὁλοκληρωμένοι: «Πᾶσαν χαράν ἡγήσασθε,ἀδελφοί μου, ὅταν πειρασμοῖς περιπέσητε ποικίλοις, γινώσκοντες ὅτι τό δοκίμιον ὑμῶν τῆς πίστεως κατεργάζεται ὑπομονήν, ἡ δέ ὑπομονή ἔργον τέλειον ἐχέτω, ἵνα ἦτε τέλειοι καί ὁλόκληροι, ἐν μηδενί λειπόμενοι» (᾿Ιακ. 1, 2-4).

Τό ἔργο τῆς ὑπομονῆς ὅμως, πρέπει νά σημειώσουμε, δέν εἶναι εὔκολο καί χρειάζεται μεγάλο ἀγώνα, κυρίως ὅταν ἡ κατάσταση τοῦ πάθους τῆς ἀσθένειας χρονίζει. ῾Ο πολύαθλος ’Ιώβ, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ παράδειγμα ὑπομονῆς, ὅταν ἡ δοκιμασία του ἔφθασε σέ σημεῖο ἐξαιρετικά ὑψηλό, ἡ πίστη καί ἡ ὑπομονή του ἄρχισαν νά κάμπτονται καί νά καταριέται τήν ἡμέρα τῆς γεννήσεώς του: «Μετά τοῦτο ἤνοιξεν ὁ ᾿Ιώβ τό στόμα αὐτοῦ καί κατηράσατο τήν ἡμέραν αὐτοῦ... ὅτι οὐ συνέκλεισε πύλας γαστρός μητρός μου· ἀπήλλαξε γάρ ἄν πόνον ἀπό ὀφθαλμῶν μου...» (᾿Ιώβ 3, 1-10). ᾿Εδῶ βλέπουμε τόν πάσχοντα νά βρίσκεται στό πιό κρίσιμο σημεῖο τοῦ ἀγώνα του· λόγω κοπώσεως ἔχει ἀγγίξει τά ὅρια τῶν ψυχικῶν του δυνάμεων καί κινδυνεύει νά χάσει τήν ὑπομονή του καί νά ἐγκαταλείψει τόν ἀγώνα του. ῾Ο Μ. Βασίλειος σχολιάζοντας τήν κορυφαία αὐτή στιγμή τοῦ πάθους τοῦ ᾿Ιώβ, συμβουλεύει ὅλους ὅσους πάσχουν παρόμοια: «Μηδείς ἐξ ὧν ἔπαθεν ἀναπεισθῇ λογίσασθαί τι καί λέγειν, ὡς ἄρα οὐδεμία πρόνοια τάττει τά καθ’ ἡμᾶς, μηδέ κατηγορείτω τῆς οἰκονομίας τοῦ Δεσπότου καί κρίσεως, ἀλλ’ εἰς τόν ἀθλητήν ἐκεῖνον (τόν ᾿Ιώβ) ὁράτω, κἀκεῖνον σύμβολον ποιείσθω τοῦ κρείττονος. ᾿Αναλογιζέσθω τούς ἀγῶνας ἅπαντας ἐφεξῆς ἐφ’ οἷς ἠρίστευσε, καί πόσοις βέλεσιν ὑπό τοῦ διαβόλου βληθείς οὐκ ἐδέξατο καιρίαν πληγήν». Δηλαδή, κατά τό παράδειγμα τοῦ ᾿Ιώβ ὁ Θεός ἐνίοτε ἐπιτρέπει τό πάθος νά ἀγγίξει τά ψυχικά ὅρια τοῦ δοκιμαζόμενου πιστοῦ, ὥστε νά φανεῖ ἡ διά τῆς ὑπομονῆς πνευματική του δύναμη, νά ξεπεράσει τό πάθος καί νά ἐξαγνισθεῖ μέ τή βοήθεια τῆς θείας χάριτος καί νά ἀπολαύσει τή γαλήνη τοῦ νικητή. Αὐτό τό ἐπιβεβαιώνει μέ σαφήνεια καί ὁ ἱερός Χρυσόστομος λέγοντας: «Τοιοῦτον τῷ Θεῷ ἔθος, μή ἐκ προοιμίων τά δεινά, ἀλλ’ ὅταν κορυφωθῇ, ὅταν αὐξηθῇ... τότε ἀθρόον πάντα μεταβάλλειν ἐπί τό γαληνόν, καί πρός ἀπροσδοκήτους τινάς καταστάσεις αὐτά πραγμάτων ἄγειν».

Συνεπῶς ἡ μοναδική ὁδός γιά νά ὑπερβαθεῖ τό πάθος τῆς ἀσθένειας καί τοῦ πόνου, εἶναι ἡ ὑπομονή. Γι᾿ αὐτό καί ὁ Μ. Βασίλειος, ὁ ὁποῖος, ὅπως ἀναφέραμε, θεωρεῖ τόν ᾿Ιώβ «ἀθλητήν» καί «σύμβουλον» ὑπομονῆς, τόν προτείνει ὡς ὁδηγό σέ ὅσους βαδίζουν τό δρόμο τῆς ὑπομονῆς: «῾Ορᾷς ὁπόσα ὁ δίκαιος ᾿Ιώβ ἐκ τῆς ὑπομονῆς ἑαυτῷ συνέλεξεν ἀγαθά; Καί σύ τοίνυν, εἴ τι σοι προσεπέλασε δυσχερές ἀπό τοῦ χθές ἀναφθέντος πυρός ἐκ τῆς τῶν δαιμόνων ἐπιβουλῆς, τοῦτο καρτέρησον, καί τήν ἐκ τοῦ πάθους ἀνίαν κρείττοσι κατεύνασον λογισμοῖς· καί κατά τό γεγραμμένον, ἐπίρριψον ἐπί τόν Κύριον τήν μέριμνάν σου, καί αὐτός σέ διαθρέψει».
δ) ῾Η ὑπομονή, ὅπως ἄλλωστε ἡ πίστη καί ἡ ταπείνωση, πρέ-πει νά εἶναι τό συνεχές αἴτημα τῆς προσευχῆς, γιατί, ἀπ’ ὅ,τι εἴδαμε, ἡ ἀπόκτηση καί βίωσή τους εἶναι τόσο δύσκολη, ὥστε χωρίς τή θεία βοήθεια θά ἦταν ἀκατόρθωτη.
Πρότυπο προσευχῆς στούς πειρασμούς καί τίς θλίψεις ἀπο-τελεῖ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, ὁ ὁποῖος πρίν ἀπό τό πάθος του προσευχήθηκε στόν Θεό Πατέρα λέγοντας: «πάτερ, εἰ βούλει παρε-νεγκεῖν τοῦτο τό ποτήριον ἀπ’ ἐμοῦ· πλήν μή τό θέλημά μου, ἀλλά τό σόν γινέσθω» (Λουκ. 22, 42· Ματ. 26, 39). ῾Ο Κύριος ἐξέφρασε μέ τήν προσευχή του τήν ἐπιθυμία καί τήν παράκλησή του, ἀλλά προέταξε τό θέλημα τοῦ Θεοῦ Πατρός· καί ἡ ἀπάντηση στήν προ-σευχή του ἦταν ἄμεση: «ὤφθη δέ αὐτῷ ἄγγελος ἀπ᾿ οὐρανοῦ ἐνισχύων αὐτόν» (Λουκ. 22, 43). Τό εἴδος αὐτό τῆς προσευχῆς συνέστησε ὁ Κύριος στούς μαθητές του, «προσεύχεσθε, ἵνα μή εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν» (Λουκ. 22, 46· Ματ. 26, · Μάρκ. 14, 38), καί διά τῶν μαθητῶν του σέ ὅλους τούς δοκιμαζόμενους καί ἀγωνιόντες πιστούς.
Οἱ Πατέρες τῆς ᾿Εκκλησίας συνιστοῦν τήν παράδοση αὐτή τῆς προσευχῆς, γιατί ἐκφράζει ὅλο τόν πόνο τοῦ ἀνθρώπου καί τήν ἐπιθυμία του γιά λύτρωση «ἀπό παντός μολυσμοῦ σαρκός καί πνεύμα-τος... (ἀπό) πάσης κακώσεως καί νόσου καί θλίψεως». ῾Ο ἱερός Χρυσόστομος πολύ χαρακτηριστικά ἀναφέρει: «῎Αν λύπη συμβῇ... λάβε παραμυθίαν ἐκεῖθεν τοῦ δεινοῦ (διά τῆς προσευχῆς), ἄν ζημία, ἄν θάνατος, ἄν πειρασμοί, ἄν συκοφαντίαι, ἄν θλίψεις, ἄν θάνατος οἰκείων, ἄν ἀποβολή οἰκείων· μᾶλλον δέ μή ἔγκυπτε, ἀλλά ἀνάλαβε πάντα, ἔχε ἐπί τῆς διανοίας... ῎Ενθα ἄν ᾖ τό ὄνομα Κυρίου, πάντα αἴσια... Κάλει τόν Υἱόν, εὐχαρίστει τῷ Πατρί. Καί γάρ τοῦ Υἱοῦ καλουμένου ὁ Πατήρ καλεῖται, καί αὐτοῦ εὐχαριστημένου ὁ Υἱός εὐχαριστεῖται». Τήν ἀπόκτηση τῶν προϋποθέσεων γιά τήν ἀντι-μετώπιση τοῦ πάθους τῆς ἀσθένειας καί τοῦ πόνου μέσω τῆς προσευχῆς βεβαιώνει καί ὁ ᾿Ισαάκ ὁ Σύρος: «Προσευχή ἐστι δέησις... δι᾿ ἧς ὑπό Θεοῦ βοηθεῖται ἄνθρωπος... ῞Οταν δέ αἴσθηται ὁ ἄνθρωπος τῆς θείας βοηθείας, ὅτι πάρεστι βοηθοῦσα αὐτῷ, τότε ἡ καρδία παραυτίκα ἐμπίπλαται πίστεως καί συνίησιν... ὅτι ἡ προσευχή καταφύγιον πέφυκε βοηθείας, καί πηγή σωτηρίας, καί θησαυρός πεποιθήσεως, καί λιμήν ῥυόμενος ἀπό τρικυμίας, καί φῶς τοῖς ἐν σκότει, καί στήριγμα τῶν ἀσθενῶν, καί σκέπη ἐν τῷ καιρῷ τῶν πειρασμῶν, καί βοήθεια ἐν τῇ ἀκμῇ τῆς νόσου, καί ἀσπίς λυτρώσεως... καί ἁπλῶς εἰπεῖν πᾶν τό πλῆθος τῶν ἀγαθῶν τούτων, διά τῆς προσευχῆς εὑρίσκεται ἔχον τήν εἴσοδον (εἰς τόν ἄνθρωπον)».

῾Η προσευχή τοῦ Κυρίου πρό τοῦ πάθους του, πού, ὅπως ἀναφέραμε, ἀποτελεῖ πρότυπο γιά τήν προσευχή κάθε πάσχοντος πιστοῦ, ἀπαιτεῖ ὅσα ἐκζητοῦμε ἀπό τόν Κύριο νά προϋποθέτουν πάντοτε «τό συμφέρον τῆς αἰτήσεως». ῞Ομως μόνον ὁ Κύριος γνωρίζει ἄν τό αἴτημα τῆς ἀπαλλαγῆς ἀπό τό πάθος τῆς ἀσθένειας καί τοῦ πόνου εἶναι πρός τό συμφέρον μας. Γι᾿ αὐτό ὁ Μ. Βασίλειος, ὑποδεικνύοντας πῶς πρέπει νά προσευχόμαστε, μεταξύ ἄλλων ἀναφέρει: «Προσεύχου οὖν τῷ Θεῷ μετά φόβου καί ταπεινοφροσύνης... καί ὅταν τά δύο μέρη ἀποπληρώσῃς, τῆς δοξολογίας καί τῆς ταπεινοφροσύνης, τότε λοιπόν αἴτησον ὅ ὀφείλεις αἰτῆσαι... Αὐτός γάρ σε ἔπλασε, καί κήδεταί σου τῆς σωτηρίας, καί οἶδε πῶς ἑκάστῳ συμφέρει, εἴτε ὑγιαίνειν, εἴτε ἀσθενεῖν· ἀλλ᾿ αἴτει, καθώς προσετάχθης, τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ. Περί γάρ τῆς χρείας τοῦ σώματός σου, καθώς προέφην, αὐτός φροντίσει».
῾Η προσευχή λοιπόν τοῦ κάθε ἀσθενῆ καί πονεμένου ἀνθρώπου πρέπει νά θέτει σέ πρώτη θέση τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος μόνον γνωρίζει τό συμφέρον μας, ὥστε νά εἶναι σύμφωνη μέ τήν προσευχή τοῦ Κυρίου καί τήν εὐχή ὁλόκληρης τῆς ᾿Εκκλησίας, πού ἐκφράζεται κατά τή θεία Λειτουργία: «πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ ἡμῶν παραθώμεθα».

3. Οἱ καρποί τῆς ἀσθένειας καί τῶν πόνων

῾Η ἀνθρώπινη ἀσθένεια καί ὁ πόνος, ὅπως εἴδαμε, πολύ συχνά ἀποβαίνει μέσον φανερώσεως τῆς θείας ἐνέργειας καί δυνάμεως, προκειμένου νά ὁδηγήσει τόν πιστό στή σωτηρία. Γιά τόν πιστό ἡ ἀσθένεια καί ὁ πόνος πρέπει νά βιώνεται ὡς θεία δωρεά «ἀπό τῆς οὐρανίου χάριτος αὐτῷ ἐπιχορηγηθεῖσα» καί γι’ αὐτό ὁ ἅγιος Μάξιμος θεωρεῖ ἕνα τέτοιο τρόπο βιώσεως τῆς ἀσθένειας ὡς ἀρετή: «᾿Αρετῆς ὅρος ἐστίν, ἡ τῆς ἀνθρωπίνης ἀσθενείας κατ’ ἐπίγνωσιν πρός τήν θείαν δύναμιν ἕνωσις». ῾Η θεία δύναμη ἐδῶ πρέπει νά γίνει ἀντιληπτή μέ τήν παύλεια σημασία, δηλαδή νά ταυτισθεῖ μέ τόπρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι «δύναμις Θεοῦ εἰς σωτηρίαν» (Α΄ Κορ. 1, 24). ῎Ετσι ὁ πάσχων ἀπό ἀσθένεια καί πόνο πιστός θά γνωρίζει ὅτι ὁ ᾿Ιησοῦς, ὁ ὁποῖος κατέστρεψε τήν ἁμαρτία «ἐν τῷ σώματι αὐτοῦ διά τοῦ θανάτου» (Κολ. 1, 22), κατοικεῖ μέσα του καί διά τῆς θείας δυνάμεως ἡ ἀσθένειά του ἀπό καρπός ἁμαρτίας μπο-ρεῖ νά μεταβληθεῖ σέ αἰτία λυτρώσεως καί σωτηρίας καί ὁ πόνος του σέ χαρά. Μέ ἄλλα λόγια, διά τῆς θείας δυνάμεως καί χάριτος ἡ ἀνθρώπινη ἀσθένεια, ἀδυναμία καί πόνος μεταποιοῦνται σέ ὄργανα ζωῆς καί σωτηρίας. Μέ τήν παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ ἡ ἀσθένεια τοῦ παντελῶς ἀδύναμου ἀνθρώπου μεταβάλλεται σέ δύναμη σωτηρίας καί ὁ πόνς του γεννᾶ ἐλπίδα λυτρώσεως. Στήν ἀσθένεια εἶναι παρών ὁ Χριστός, δίδοντάς μας τή βεβαιότητα ὅτι στίς ἀσθένειες καί στούς πόνους μας πραγματώνεται ἡ μετ’ αὐτοῦ ἕνωση καί λαμβάνουμε τόν ἀρραβώνα τῆς αἰώνιας ζωῆς.
Μιά τέτοια θεώρηση τῆς ἁμαρτίας καί τοῦ πόνου συνιστᾶ σέ κάθε ἀσθενούντα καί πονεμένο πιστό νά ἀποβάλει κάθε αἴσθημα ἀπαισιοδοξίας ἤ ἀπελπισίας καί νά ἀποκτήσει ὄχι ἁπλῶς ὑπομονή, ἀλλά «περισσεία χαρᾶς» (Β΄ Κορ. 8, 2). Οἱ ἅγιοι χαίρονταν γιά τίς ἀσθένειες, τούς πόνους τους καί γενικῶς γιά τά παθήματά τους, γιατί γνώριζαν ὅτι εἶναι ἀσθένειες ἐν Χριστῷ καί διά Χριστόν. ῾Ο ἱερός Χρυσόστομος λέγει χαρακτηριστικά: «Φιλοδέσποτοι γάρ ὄντες οἱ ἅγιοι, τά ὑπέρ τοῦ Δεσπότου πάθη μετά πολλῆς ἐδέχοντο προθυ-μίας καί φαιδρότεροι τούτοις ἐγένοντο. Καί ὁ μέν φησί· “χαίρω ἐν τοῖς παθήμασί μου” (Κολ. 1,24), ὁ δέ Λουκᾶς περί τοῦ λοιποῦ τῶν ἀποστόλων χοροῦ τά αὐτά δή ταῦτα φθέγγεται· μετά γάρ τάς πολλάς μάστιγας “ἀνεχώρουν, φησί, χαίροντες, ὅτι κατηξιώθησαν ὑπέρ τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ ἀτιμασθῆναι” (Πράξ. 5, 41)».

Η χαρά τῶν ἁγίων γιά τούς πόνους καί τίς ἀσθένειες ὀφειλόταν ἀσφαλῶς στή βεβαιότητα ὅτι πάσχουν καί ὑποφέρουν διά τόν Χριστο, ὅτι «κοινωνοῦν τοῖς τοῦ Χριστοῦ παθήμασι» (Α΄ Πέτρ. 4, 13) καί συνεπῶς καί τῆς σωτηρίας πού πηγάζει ἀπό τά παθήματα καί τό Σταυρό τοῦ Κυρίου. ῾Ο Χρυσόστομος ἔχοντας αὐτά ὑπόψη του ἀναφέρει σέ πάσχουσες μαθήτριές του: «῾Ο γάρ διά τόν Χριστόν πάσχων, ὅσῳπερ ἄν τι χαλεπώτερον πάθῃ, μειζόνων ἀπολαύει στεφάνων. ῾Ικανήν τοίνυν ἔχουσαι ταύτην τήν παράκλησιν, φέρετε γενναίως καί εὐχαρίστως τά συμπίπτοντα, δοξάζουσαι τόν Χριστόν ἐφ’ ἅπασι τοῖς συμβαίνουσιν. Οὕτω γάρ καί ὑμεῖς κοινωνοί γενήσεσθε τῶν παθημάτων αὐτοῦ, ἀλλά καί τῶν ἀποκειμένων αὐτῷ μισθῶν καί στεφάνων τῆς δόξης αὐτοῦ».
Τό μυστήριο τοῦ πάθους καί τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ φωτίζει τή ζωή τοῦ πάσχοντος ἀνθρώπου καί τοῦ διδάσκει ὅτι ὅπως ὁ Κύριος σταυρώθηκε καί ἀπέθανε ὡς ἄνθρωπος, ἀλλ’ ἀναστήθηκε ὡς Θεός, ἔτσι καί ὁ πιστός σταυρώνεται ἀπό τό πάθος τῆς ἀσθένειας καί τοῦ πόνου, ἀλλά ἐγείρεται ἀπό τό κρεβάτι τῆς ἀσθένειας καί τοῦ πόνου καί θά ἀναστηθεῖ διά τῆς δυνάμεως καί ἐνεργείας τοῦ ᾿Αναστηθέντος Θεανθρώπου Χριστοῦ· ὅπως ὁ ἐπί τοῦ Σταυροῦ θάνατος τοῦ Κυρίου δέν ἦταν σημεῖο ἀδυναμίας ἀλλά θείας δυνάμεως καί ἀγάπης, ἔτσι, κατ’ ἀντίθετο τρόπο, ἡ ἀνθρώπινη ἀσθένεια εἶναι σημεῖο τῆς παναδυναμίας τοῦ πεπτωκότος ἀπό τήν ἁμαρτία ἀνθρώπου, πού διά τοῦ Σταυροῦ καί τῆς ᾿Αναστάσεως τοῦ Κυρίου μετα-βάλλεται σέ σημεῖο λυτρώσεως καί σωτηρίας.

Κάτω ἀπ’ αὐτό τό πρίσμα οἱ ἀσθένειες καί ὁ πόνος δέν πρέπει νά ἐκλαμβάνονται ὡς συμφορές καί δεινά, ἀλλά ὡς μέσα γιά τή σωτηρία μας στό πλαίσιο τῆς πρόνοιας καί φροντίδας τοῦ Θεοῦ γιά τήν τελείωση καί ἁγιασμό τοῦ ἀνθρώπου. Οἱ Πατέρες τῆς ᾿Εκκλησίας ὁμιλοῦν γιά τήν παιδευτική καί ἁγιαστική σημασία τῶν ἀσθενειῶν μέ ἐξαιρετική σαφήνεια καί ἀναφέρονται ἰδιαίτερα στίς διάφορες περιπτώσεις τῶν ἀσθενειῶν καθώς καί στίς ὠφέλειες πού αὐτές προξενοῦν. Συγκεκριμένα ὁ ἅγιος ᾿Ιωάννης ὁ Σιναϊτης λέγει: «῎Εστιν ἀσθένεια διά καθαρισμόν πταισμάτων, καί ἐστι διά τό ταπεινωθῆναι τό φρόνημα. ῾Ο ἀγαθός ἡμῶν καί πανάγαθος Δεσπότης καί Κύριος, ὁπόταν πολλάκις τινάς ὀκνηροτέρους περί τήν ἄσκησιν θεάσηται, δι’ ἀσθενείας λοιπόν, ὥσπερ δι’ ἀνετωτέρας ἀσκήσεως τήν σάρκα αὐτῶν ταπεινοῖ· ἔστι δ᾿ ὅτε καί τήν ψυχήν λογισμῶν πονηρῶν καί παθῶν ἐκκαθαίρει». ᾿Ακόμη πιό λεπτο-μερής ἐμφανίζεται ὁ ἅγιος ᾿Ισαάκ ὁ Σύρος, ὁ ὁποῖος ἀναφέρει: «Οἱ ἀγωνισταί πειράζονται, ἵνα προσθήσωσι τῷ πλούτῳ αὐτῶν· οἱ χαῦνοι, ἵνα ἐκ τῶν βλαπτόντων φυλάξονται ἑαυτούς· καί οἱ ὑπνώττοντες, ἵνα εἰς ἐξυπνησμόν εὐτρεπισθῶσι· καί οἱ μακράν ὄντες, ἵνα προσεγγίσωσι τῷ Θεῷ· οἱ δέ οἰκεῖοι, ἵνα ἐν παῤῥησίᾳ εἰσοικισθῶσι... Διά τοῦτο λοιπόν, πρῶτον πειράζει ὁ Θεός εἶτα δεικνύει τό χάρισμα».
Οἱ ἀσθένειες, λοιπόν, οἱ πόνοι καί κάθε πειρασμός πρέπει νά θεωροῦνται εὐεργεσίες Θεοῦ, πού δόθηκαν μέ σκοπό τή διαρκῆ ἐγρήγορση τοῦ πιστοῦ στόν ἀγώνα γιά τόν ἁγιασμό, καί συνεπῶς πρέπει νά γίνονται δεκτά μέ εὐγνωμοσύνη καί μέ τή βεβαιότητα ὅτι ὁ Θεός ἐπιτρέπει τί δοκιμασίες πάντοτε κατά τό μέτρο τῶν ἀνθρωπίνων δυνάμεων, ὅπως λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «οὐκ ἐάσει ὑμᾶς πειρασθῆναι ὑπέρ ὅ δύνασθε» (Α΄ Κορ. 10, 13)· ἤ, ὅπως ἀναφέρει ὁ ᾿Ιωσήφ Βρυέννιος: «Οὔτε ἐν συμφοραῖς ἀεί ἀφίησιν ἡμᾶς, ἵνα μή ἐκκακῶμεν ἤ ἀποκάμωμεν, οὔτε πάλιν ἐν ἀνέσει δι’ ὅλου, ἵνα μή ραθυμώτεροι γινόμενοι, ἐκπέσωμεν τοῦ τῶν σπουδαίων χοροῦ».

᾿Επιλεγόμενα

Τελειώνοντας θά ἤθελα νά ἀναφέρω μιά θαυμάσια εἰκόνα πού συναντοῦμε στήν ᾿Αποκάλυψη καί ἀφορᾶ στή δόξα πού θά ἀπολαύσουν στόν οὐρανό ὅλοι ὅσοι ἐβίωσαν στή γῆ τό πάθος τῶν πειρασμῶν, τῶν ἀσθενειῶν καί τῶν θλίψεων καί πορεύθηκαν τή «στενή καί τεθλιμένη» ὁδό: «Καί ἀπεκρίθη εἷς ἐκ τῶν πρεσβυτέρων λέγων μοι· οὗτοι οἱ περιβεβλημένοι τάς στολάς τάς λευκάς, τίνες εἰσί, καί πόθεν ἦλθον; Καί εἴρηκα αὐτῷ· Κύριέ μου, σύ οἶδας. Καί εἶπέ μοι· οὗτοί εἰσιν οἱ ἐρχόμενοι ἐκ τῆς θλίψεως τῆς μεγάλης, καί ἔπλυναν τάς στολάς αὐτῶν καί ἐλεύκαναν αὐτάς ἐν τῷ αἵματι τοῦ ἀρνίου. Διά τοῦτό εἰσιν ἐνώπιον τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ, καί λατρεύουσιν αὐτῷ ἡμέρας καί νυκτός ἐν τῷ ναῷ αὐτοῦ. Καί ὁ καθήμενος ἐπί τοῦ θρόνου σκηνώσει ἐπ᾿ αὐτούς... καί ὁδηγήσει αὐτούς ἐπί ζωῆς πηγάς ὑδάτων, καί ἐξαλείψει ὁ Θεός πᾶν δάκρυον ἐκ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν» (Ἀποκ. 7, 13-17).

᾿Αρχιμ. Νικολάου Χ. ᾿Ιωαννίδη, Δρος Θ.
Καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου ᾿Αθηνῶν

Σχόλιο για την ανέγερση σατανιστικού μνημείου στις Η.Π.Α.

Σχόλιο για την ανέγερση σατανιστικού μνημείου στις Η.Π.Α.
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ
Εν Πειραιεί τη 23η Ιανουαρίου 2014
ΣΧΟΛΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΕΓΕΡΣΗ ΣΑΤΑΝΙΣΤΙΚΟΥ ΜΝΗΜΕΙΟΥ ΣΤΙΣ Η.Π.Α.
Με αισθήματα φρίκης, αποτροπιασμού και ανησυχίας διαβάσαμε στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο την φρικιαστική είδηση ότι κατατέθηκε επίσημο αίτημα της λεγομένης «Εκκλησίας του Σατανά» για την ανέγερση μνημείου του Σατανά σε δημόσιο χώρο, μπροστά στο Πολιτειακό Καπιτώλιο της Οκλαχόμα στις Η.Π.Α.

Την αίτηση έκαμε το παράρτημα της «Εκκλησίας του Σατανά», η οποία εδρεύει στη Νέα Υόρκη, επικαλούμενη την «ελευθερία έκφρασης», ζητά «ίσα δικαιώματα» με τις άλλες θρησκείες. Στον προαύλιο χώρο του εν λόγω κυβερνητικού κτηρίου υπάρχει μνημείο, με χαραγμένες τις Δέκα Εντολές της Παλαιάς Διαθήκης. Ζητούν οι σατανιστές να στηθεί δίπλα και το δικό τους μνημείο, του οποίου μάλιστα συνυπέβαλαν και μακέτα. Θα είναι ύψους 2,10 μέτρων και θα παριστάνει τον τραγόμορφο Σατανά, φτερωτό και γενειοφόρο, όπως τον φαντάζονται και τον λατρεύουν οι σατανιστές, να κάθεται σε μεγαλόπρεπο θρόνο, σε στάση, όπως εικονίζεται ο «Μπαφομέτ». Πίσω από το θρόνο θα υπάρχει πλάκα σε σχήμα ταφόπλακας, όπου θα εικονίζεται η σατανιστική «πεντάλφα». Εκατέρωθεν του Σατανά θα στέκονται δύο παιδιά, ένα αγόρι και ένα κορίτσι σε στάση προσευχής, τα οποία θα «ευλογεί» ο μιαρός. Θα στοιχίσει 20.000 δολάρια, θα είναι «καλού γούστου» και «ότι θα δείχνει μία πεντάλφα ή μια διαδραστική παρουσίαση για τα παιδιά» σύμφωνα με το Associated Press. Ο εκπρόσωπος τύπου των Σατανιστών Lucien Greaves, τόνισε μεταξύ άλλων, ότι «το μνημείο θα είναι και χρηστικό καθώς θα λειτουργεί ως κάθισμα για ανθρώπους όλων των ηλικιών οι οποίοι θα μπορούν να αναπαύονται στην αγκαλιά του Σατανά προς έμπνευση και στοχασμό…»!
Σύμφωνα με δημοσιεύματα, το μνημείο των Δέκα Εντολών είχε στήσει κάποιος ιδιώτης το 2009, στο βόρειο μέρος του Κτιρίου. Το γεγονός αυτό εξόργισε τους αθέους των Η.Π.Α., με το αιτιολογικό, ότι θίγονται τα δικά τους «πιστεύω» από τη θέα των θρησκευτικών μνημείων. Μάλιστα πριν λίγο καιρό η ένωση αθέων των Η.Π.Α. διαμαρτυρήθηκε για την ύπαρξη του Σταυρού στο χώρο των λεγομένων διδύμων πύργων, διότι τους αρρωσταίνει η θέα του! Το 2010 δικαστήριο της Οκλαχόμα είχε διατάξει την απομάκρυνση ενός άλλου μνημείου με τις Δέκα Εντολές από τον περίβολο ενός δικαστικού κτιρίου, ύστερα από απαίτηση της «Αμερικάνικης Ένωσης Πολιτικών Ελευθεριών» (American Civil Liberties Union ή ACLU).
Τώρα έρχονται οι λάτρεις του Σατανά να διεκδικήσουν «ίσα δικαιώματα» με τους Χριστιανούς. Ο νομικός σύμβουλος της ACLU, είπε στο A.P.: «Αν οι Δέκα Εντολές, με το φανερά χριστιανικό μήνυμά τους, επιτρέπεται να παραμείνουν στο Καπιτώλιο, το μνημείο που προτείνεται από το Σατανικό Ναό δεν μπορεί να απορριφθεί εξαιτίας των διαφορετικών θρησκευτικών απόψεών τους»!
Πληροφοριακά αναφέρουμε επίσης πως η φρικιαστική «Εκκλησία του Σατανά» ιδρύθηκε το 1966 στην Καλιφόρνια από τον διαβόητο σατανιστή LaVey, και συνεχίζει να δρα ελεύθερα στην Αμερική και σε όλο τον κόσμο, θεωρούμενη μια από τις νόμιμες θρησκείες των Η.Π.Α. Αναμφίβολα η λατρεία του Σατανά, η οποία προωθήθηκε υπερβαλλόντως τον περασμένο αιώνα από τον αποκρυφισμό, αποτελεί την έσχατη κατάπτωση του ανθρώπου. Έφτασε στο σημείο να λατρεύει τον αίτιο της πτώσεώς του από την κατάσταση της αφθαρσίας και αθανασίας στην κατάσταση της φθοράς και του θανάτου και της εξώσεώς του από τον παράδεισο. Αυτόν, ο οποίος μισεί τον άνθρωπο με αβυσσαλέο μίσος και δεν παύει συνεχώς και ακαταπαύστως να μεταχειρίζεται κάθε δόλο και μέθοδο για να τον καταστρέψη. Ο σύγχρονος άνθρωπος, απόλυτα αποστασιοποιημένος και αυτονομημένος από το Θεό, βρήκε στο μιαρό πρόσωπο του «απ’ αρχής ανθρωποκτόνου» (Ιωάν.8,44) το «θεό», που του ταιριάζει.
Η πρωτοφανής απαίτηση των σατανιστών να στήσουν το άγαλμα του Σατανά σε δημόσιο χώρο, με την ανοχή της αμερικανικής νομοθεσίας, θα πρέπει ως πιστούς Χριστιανούς, πέρα από αισθήματα φρίκης, να μας προβληματίσει ιδιαίτερα. Το γεγονός αυτό αποτελεί χωρίς αμφιβολία σημείο των καιρών και είναι μιά ακόμη απόδειξη, ότι διανύουμε την περίοδο των εσχάτων χρόνων. Ο Σατανάς άρχισε να στήνει τα μιαρά «σεβάσματά» του στους δημόσιους χώρους και προφανώς δεν είναι μακριά η εποχή, στην οποία το κατ εξοχήν όργανό του, ο αντίχριστος, θα καθίσει στο ναό του Θεού «αποδεικνύοντα εαυτόν ότι εστί Θεός»! (Β΄Θεσ.2,4). Ας αφυπνιστούμε από τον πνευματικό μας λήθαργο και ας αναλάβουμε όλοι το μερίδιο του αγώνα που μας ανήκει, προκειμένου να μην επιτρέψουμε να συμβούν παρόμοια φαινόμενα και στην αγιοτόκο και ηρωοτόκο Πατρίδα μας!
Εκ του Γραφείου Αιρέσεων και Παραθρησκειών.

Ο υπεύθυνος
Αρχ. Παύλος Δημητρακόπουλος.

Ο Γραμματέας
κ. Λάμπρος Σκόντζος, Θεολόγος.

Δευτέρα 20 Ιανουαρίου 2014

«Ούαι τω άνελεήμονί πικρός γαρ συναντήση αύτω ό άδης»

«Ούαι τω άνελεήμονί πικρός γαρ συναντήση αύτω ό άδης»
Στο  κατώφλι της Μ. Σαρακοστής, προβάλλεται ή νηστεία ως μέσον καθάρσεως και αγιασμού. Είναι πράγματι ευλογημένη και αποβλέπει στην καθυπόταξη των παθών και τη μεταμόρφωση του σώματος σε κατοικητήριο του Θεού. Πολλές φορές όμως,δυστυχώς,θεωρείται ως μία ακόμη ευκαιρία αύτοδικαιώσεώς μας και περιορίζεται μόνον στην αποχή των τροφών,
Όσοι πέφτουμε στην παγίδα μιας τέτοιας τυπικής νηστείας, πού καλλιεργεί το ναρκισσισμό και την κενοδοξία μας, είναι ανάγκη να θυμηθούμε ότι ό διάβολος τυπικά και υποκριτικά είναι ό μεγαλύτερος νηστευτής!
Ή νηστεία της Εκκλησίας είναι πράξη υπακοής, εργασία κρυφή, ή οποία έχει έντονο κοινωνικό χαρακτήρα. Συμβαδίζει με τη μετάδοση της αγάπης και την ευεργεσία του άλλου.Γι' αυτό και ό Κύριος τη συνδύασε με τη συγχωρητικότητα και την ελεημοσύνη.
Όποιος είναι μνησίκακος και ωμός δεν θα συγχωρηθεί, έστω κι αν νηστεύει.Ομοίως,όποιος δεν έλεεί,δεν εύαρεστεί το Θεό.
Κι αν ακόμη δεν τρως τίποτε, κι αν τρως τέφρα και κοιμάσαι στό έδαφος,άλλα σε κανέναν δεν είσαι ωφέλιμος,δεν έκαμες τίποτε το σπουδαίο,λέγει ό Ιερός Χρυσόστομος.
Ό δε όσιος Έφραίμ ό Σύρος διδάσκει: «ούαι τω άνελεήμονί πικρός γαρ συναντήση αύτω ό άδης».Γιατί, ασφαλώς, ελεημοσύνη δεν είναι μία δόση χωρίς καρδιά, με την οποία συνήθως εξαγοράζουμε την ησυχία μας, αλλά καύση εσωτερική.
«Και ούχ ό δια δόσεως μόνον ελεών τον άδελφόν αυτού,άλλ' όστις εάν άκούση η θεάσηται λυπούν τον άδελφόν αυτόύ καί την κτίσιν και εκκαή την καρδίαν και ούτος αληθώς ελεήμων», λέγει ό όσιος Ισαάκ ό Σύρος.
Ό πιο ωφέλιμος θησαυρισμός είναι να αποθέτουμε τους θησαυρούς μας στα χέρια των πενήτων. Κατατίθενται ταυτοχρόνως στην Τράπεζα του Ουρανού,με ασφάλεια και τον υψηλότερο τόκο...
Πολλά θα είχε ό σύγχρονος άνθρωπος να ωφεληθεί, εάν τη ζωή του καί τον πολιτισμό του τα έβλεπε μ' αυτή την ευαγγελική προοπτική.
Ή Μ. Σαρακοστή είναι ΕΥΚΑΙΡΙΑ.
Το στάδιο των πνευματικών αγώνων αναμένει...


Του αρχιμανδρίτου Χρυσοστόμου Τριανταφύλλου

Ο Σταυρός του Χριστού και ο Σταυρός του κάθε ανθρώπου

Ο Σταυρός του Χριστού και ο Σταυρός του κάθε ανθρώπου


Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσιανίνωφ


Ὁ Κύριος εἶπε στούς μαθητές Του: «Εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολουθείτω μοι» (Ματθ. ιστ’ 24). Τί σημαίνει «ὁ σταυρός τοῦ κάθε ἀνθρώπου»; Καί γιατί αὐτός «ὁ σταυρός τοῦ κάθε ἀνθρώπου», δηλαδή ὁ ἰδιαίτερος σταυρός τοῦ καθενός μας, ὀνομάζεται συνάμα καί «Σταυρός τοῦ Χριστοῦ»;


«Ὁ σταυρός τοῦ κάθε ἀνθρώπου» εἶναι οἱ θλίψεις καί τά βάσανα τῆς γήινης ζωῆς, πού γιά τόν καθένα μας εἶναι δικά του. «Ὁ σταυρός τοῦ κάθε ἀνθρώπου» εἶναι ἡ νηστεία, ἡ ἀγρυπνία καί ἄλλα εὐλαβῆ κατορθώματα, μέ τά ὁποῖα ταπεινώνεται ἡ σάρκα καί ὑποτάσσεται στό πνεῦμα. Τά κατορθώματα αὐτά πρέπει νά εἶναι ἀνάλογα μέ τίς δυνάμεις τοῦ καθενός καί στόν κάθε ἄνθρωπο εἶναι δικά του.

«Ὁ σταυρός τοῦ κάθε ἀνθρώπου» εἶναι τά ἁμαρτωλά ἀσθενήματα, ἤ πάθη, πού – στόν κάθε ἄνθρωπο – εἶναι δικά του! Μέ ἄλλα ἀπ᾽ αὐτά τά πάθη γεννιόμαστε καί μ᾽ ἄλλα μολυνόμαστε στήν πορεία τοῦ γήινου βίου μας.

«Ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ» εἶναι ἡ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ. Μάταιος καί ἄκαρπος εἶναι «ὁ σταυρός τοῦ κάθε ἀνθρώπου» – ὅσο βαρύς καί ἄν εἶναι – ἐάν δέν μεταμορφωθεῖ σέ «Σταυρό τοῦ Χριστοῦ» μέ τό ν᾽ ἀκολουθοῦμε τόν Χριστό.

«Ὁ σταυρός τοῦ κάθε ἀνθρώπου», γιά τόν μαθητή τοῦ Χριστοῦ γίνεται «Σταυρός τοῦ Χριστοῦ», γιατί ὁ μαθητής τοῦ Χριστοῦ εἶναι στερρά πεπεισμένος, ὅτι πάνω ἀπ᾽ αὐτόν (τόν μαθητή) ἀγρυπνάει ἀκοίμητος ὁ Χριστός. Πιστεύει ὅτι ὁ Χριστός ἐπιτρέπει νά τοῦ ἔρθουν θλίψεις σάν μιά ἀναγκαία καί ἀναπόφευκτη προϋπόθεση τῆς Χριστιανικῆς πίστεως. Καμιά θλίψη δέν θά τόν πλησίαζε, ἄν δέν τό εἶχε ἐπιτρέψει ὁ Χριστός, καί ὅτι μέ τίς θλίψεις πού τοῦ συμβαίνουν, ὁ Χριστιανός γίνεται οἰκεῖος τοῦ Χριστοῦ καί καθίσταται κοινωνός τῆς μοίρας Του στή γῆ καί – γιά τόν λόγο αὐτό – καί στόν οὐρανό.

«Ὁ σταυρός τοῦ κάθε ἀνθρώπου» γίνεται γιά τόν μαθητή τοῦ Χριστοῦ «Σταυρός τοῦ Χριστοῦ», γιατί ὁ ἀληθινός μαθητής Του σέβεται καί θεωρεῖ τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ σάν τόν μόνο σκοπό τῆς ζωῆς του. Αὐτές οἱ πανίερες ἐντολές γίνονται γι᾽ αὐτόν σταυρός, πάνω στόν ὁποῖο συνεχῶς σταυρώνει τόν παλαιό του ἄνθρωπο «σύν τοῖς παθήμασι καί ταῖς ἐπιθυμίαις» του (Γαλ. ε’ 24).

Ἀπ᾽ αὐτά εἶναι φανερό γιατί, γιά νά λάβουμε τόν σταυρό μας, εἶναι ἀνάγκη ν᾽ ἀπαρνηθοῦμε προηγουμένως τόν ἑαυτό μας μέχρι καί ν᾽ ἀπολέσουμε ἀκόμα καί τή ζωή μας. Τόσο βαθιά καί τόσο πολύ ἔχει συνηθίσει στήν ἁμαρτία καί οἰκειώθηκε σ᾽ αὐτήν ἡ πεσμένη στήν ἁμαρτία φύση μας, πού ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ δέν παύει νά ἀποκαλεῖ αὐτή τή φύση ψυχή τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου.

Γιά νά δεχτοῦμε τόν σταυρό στούς ὤμους μας, πρέπει πρῶτα νά πάψουμε νά ἱκανοποιοῦμε τό σῶμα στίς ἰδιότροπές του ἐπιθυμίες παρέχοντάς του μονάχα ὅ,τι εἶναι ἀναγκαῖο γιά τήν ὕπαρξή του. Πρέπει νά ἀναγνωρίσουμε ὅτι ἡ ἀλήθειά μας εἶναι ἕνα σκληρότατο ψέμα μπροστά στόν Θεό καί ἡ λογική μας εἶναι μιά τέλεια ἀνοησία. Τέλος: ἀφοῦ παραδοθοῦμε στόν Θεό μ᾽ ὅλη τή δύναμη τῆς πίστης μας καί ριχτοῦμε στή μελέτη τοῦ Εὐαγγελίου, πρέπει νά ἀπαρνηθοῦμε τό δικό μας θέλημα.

Ὅποιος πραγμάτωσε μιά τέτοια ἀπάρνηση τοῦ ἑαυτοῦ του εἶναι ἱκανός νά λάβει τόν σταυρό του. Αὐτός μέ ὑπακοή καί ὑποταγή στόν Θεό καί ἐπικαλούμενος τή βοήθειά Του γιά νά ἐνισχυθεῖ ἔναντι τῆς ἀδυναμίας του, ἀτενίζει δίχως φόβο καί ἀμηχανία τή θλίψι πού προσεγγίζει. Ὅποιος ἀπαρνήθηκε τόν ἑαυτό του προετοιμάζεται μεγαλόψυχα καί γενναῖα νά τήν ὑπομείνει, ἐλπίζει ὅτι μέσω αὐτῆς τῆς θλίψεως θά γίνει κοινωνός καί συμμέτοχος τῶν παθῶν τοῦ Χριστοῦ καί φτάνει τή μυστική ὁμολογία τοῦ Χριστοῦ, ὄχι μόνο μέ τό νοῦ καί τήν καρδιά του, ἀλλά καί μέ τήν ἴδια τήν πράξη, τήν ἴδια τή ζωή του.

Ὁ σταυρός εἶναι καί παραμένει βαρύς καί καταθλιπτικός, ἐνόσω παραμένει ὁ σταυρός μας. Ὅταν ὅμως μεταμορφωθεῖ σέ Σταυρό τοῦ Χριστοῦ, τότε γίνεται ἀσυνήθιστα ἐλαφρός. «Ὁ ζυγός μου», εἶπε ὁ Κύριος, «χρηστός καί τό φορτίον μου ἐλαφρόν ἐστιν» (Ματθ. ια’ 30).

Ὁ μαθητής τοῦ Χριστοῦ λαμβάνει τόν σταυρό στούς ὤμους του, ὅταν παραδέχεται πώς εἶναι ἄξιος τῶν θλίψεων πού ἡ Πρόνοια τοῦ Θεοῦ τοῦ καταπέμπει. Ὁ μαθητής τοῦ Χριστοῦ τότε φέρει καί ὑπομένει τόν σταυρό του σωστά, ὅταν ἀναγνωρίζει ὅτι οἱ θλίψεις πού τοῦ στάλθηκαν εἶναι ἀκριβῶς -αὐτές καί ὄχι ἄλλες- εἶναι ἀναγκαῖες γιά τήν ἐν Χριστῷ μόρφωσή του καί τή σωτηρία του. Τότε φέρουμε καρτερικά τόν σταυρό μας, ὅταν ἀληθινά ἀντιλαμβανόμαστε καί ἀνα γνωρίζουμε τό ἁμάρτημά μας. Σ᾽ αὐτή τή συναίσθηση τοῦ ἁμαρτήματός μας δέν ὑπάρχει καμιά αὐταπάτη. Ὡστόσο, ὅποιος παραδέχεται τόν ἑαυτό του ἁμαρτωλό καί ταυτόχρονα γογγύζει καί μοιρολογάει ἀπό τό ὕψος τοῦ σταυροῦ του, ἀποδεικνύει μ᾽ αὐτό ὅτι μέ τό νά παραδέχεται τήν ἁμαρτία του ἐπιφανειακά, κολακεύει μονάχα τόν ἑαυτόν του καί τόν ξεγελᾶ.

Τό νά ὑπομένουμε καρτερικά τόν σταυρό μας ἀποτελεῖ ἀληθινή μετάνοια. Ἐσύ, ἀδελφέ, πού εἶσαι σταυρωμένος στόν σταυρό, ἐξομολογήσου στόν Κύριο μέσα στή δικαιοσύνη καί τή χρηστότητα τῶν κριμάτων Του. Μέ τήν αὐτοκατάκριση δικαίωσε τήν κρίση τοῦ Θεοῦ καί θά λάβεις ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν σου.

Ἐσύ, πού εἶσαι σταυρωμένος στόν σταυρό, γνώρισε τόν Χριστό – καί θά σοῦ ἀνοιχτεῖ ἡ πύλη τοῦ Παραδείσου. Ἀπό τόν σταυρό σου δοξολόγησε τόν Κύριο, ἀποκρούοντας ἀπό τόν ἑαυτό σου κάθε λογισμό μεμψιμοιρίας καί γογγυσμοῦ, ἀπορρίπτοντάς τον σάν ἔγκλημα καί σάν βλασφημία ἐναντίον τοῦ Θεοῦ. Ἀπό τήν κορυφή τοῦ σταυροῦ σου εὐχαρίστησε τόν Κύριο γιά τήν ἀνεκτίμητη δωρεά – γιά τόν σταυρό σου. Εὐχαρίστησε γιά τό πολύτιμο προνόμιό σου, τό προνόμιο νά μιμεῖσαι τόν Χριστό μέ τά βάσανα καί τό μαρτύριό σου.

Ἀπό τό σταυρό, ὅπου εἶσαι σταυρωμένος, θεολόγησε, γιατί ὁ σταυρός εἶναι τό ἀληθινό καί μόνο σχολεῖο, φυλακτήριο καί ἁγία τράπεζα τῆς ἀληθινῆς Θεολογίας.

Ἔξω ἀπό τόν σταυρό, δίχως τόν σταυρό, δέν ὑπάρχει ζῶσα γνώση Χριστοῦ. Μή ἀναζητᾶς τή Χριστιανική τελείωση στίς ἀνθρώπινες ἀρετές. Ἐκεῖ δέν ὑπάρχει αὐτή ἡ τελείωση. Αὐτή εἶναι κρυμμένη στόν Σταυρό τοῦ Χριστοῦ. Ὁ σταυρός τοῦ κάθε ἀνθρώπου μετατρέπεται σέ Σταυρό τοῦ Χριστοῦ, ὅταν ὁ μαθητής τοῦ Χριστοῦ φέρει τόν σταυρό του μέ ἐνεργό τή συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητάς του, ἡ ὁποία ἔχει ἀνάγκη κολασμοῦ.

Φέρνει κανείς τό σταυρό του, ὅταν σηκώνει τόν σταυρό του μέ εὐχαριστία πρός τόν Χριστό καί μέ δοξολόγησή Του. Σάν ἀποτέλεσμα αὐ ῆς τῆς δοξολογίας καί εὐχαριστίας μέσα στόν βασανισμένο ἄνθρωπο ἐμφανίζεται ἡ πνευματική παρηγοριά. Ἡ εὐχαριστία καί ἡ δοξολογία αὐτή γίνονται πλουσιώτατη πηγή ἀσύλληπτης καί αἰώνιας χαρᾶς, πού ξεπηδάει μέ χάρη ἀπό τήν καρδιά, ξεχύνεται στήν ψυχή καί στό ἴδιο τό σῶμα.

Ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ, μονάχα στήν ἐξωτερική του ὄψη, γιά τούς σαρκικούς ὀφθαλμούς, εἶναι πεδίο καί χῶρος σκληρός καί δύσκολος. Γιά τόν μαθητή τοῦ Χριστοῦ, πού Τόν ἀκολουθεῖ, ὁ σταυρός εἶναι πεδίο καί χῶρος ὑψίστης πνευματικῆς ἡδονῆς καί ἀπολαύσεως. Τόσο μεγάλη εἶναι αὐτή ἡ ἡδονή καί ἀπόλαυση, ὥστε ἡ θλίψη πνίγεται καί σβήνει ὁλότελα ἀπό τήν ἀπόλαυση. Καί ὁ μαθητής τοῦ Χριστοῦ, πού τόν ἀκολουθεῖ, αἰσθάνεται μονάχα ἡδονή τήν ὥρα πού βρίσκεται ἀνά μεσα στά πιό σκληρά βάσανα. Ἔλεγε ἡ νεαρή Μαύρα στόν νεαρό σύζυγό της Τιμόθεο, ὁ ὁποῖος ὑπέμενε φοβερά βασανιστήρια καί πόνους καί τήν καλοῦσε νά δεχτεῖ καί ἐκείνη τό μαρτύριο: «Φοβοῦμαι, ἀδελφέ μου, μήπως τρομάξω, ὅταν θά δῶ τά φοβερά βασανιστήρια καί τόν ἐξοργισμένο ἡγεμόνα, μήπως ἀποκάμω σέ καρτερία καί ὑποκύψω ἐξαιτίας τῆς νεανικῆς μου ἡλικίας». Ὁ μάρτυρας Τιμόθεος τῆς ἀπάντησε τότε: «Ἔλπιζε στόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό καί τά βασανιστήρια θά εἶναι γιά σένα λάδι, πού ξεχύνεται ἀπάνω στό σῶμα σου καί πνεῦμα δρόσου στά κόκκαλά σου, πού θά ἀνακουφίζει ὅλες σου τίς ἀσθένειες».

Ὁ Σταυρός εἶναι ἡ ἰσχύς καί ἡ δόξα ὅλων τῶν ἀπ᾽ αἰῶνος Ἁγίων. Ὁ Σταυρός εἶναι ἰατήρας τῶν παθῶν, ἐξολοθρευτής τῶν δαιμόνων. Θανάσιμος εἶναι ὁ σταυρός γιά ἐκείνους, πού τόν σταυρό τους δέν τόν μεταμόρφωσαν σέ Σταυρό τοῦ Χριστοῦ, πού ἀπό τόν σταυρό τους γογγύζουν κατά τῆς Πρόνοιας τοῦ Θεοῦ. Σταυρός εἶναι γιά ἐκείνους πού τόν μέμφονται καί τόν βλασφημοῦν καί παραδίδονται στήν ἀπελπισία καί τήν ἀπόγνωση.

Οἱ ἁμαρτωλοί, πού δέν ἐξομολογοῦνται καί δέν μετανοοῦν, πεθαίνουν πάνω στόν σταυρό τους μέ θάνατο αἰώνιο. Μέ τό νά μήν ὑπομένουν καρτερικά ἀποστεροῦνται τήν ἀληθινή ζωή, τή ζωή μέσα στόν Θεό. Τούς ἀποκαθηλώνουν ἀπό τόν σταυρό τους, γιά νά κατέβουν σάν ψυχές στόν αἰώνιο τάφο.

Ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ ἀνυψώνει ἀπό τή γῆ τόν μαθητή τοῦ Χριστοῦ πού ‘ναι σταυρωμένος ἀπάνω του. Ὁ μαθητής τοῦ Χριστοῦ, πού ‘ναι σταυρωμένος πάνω στό σταυρό του, φρονεῖ τά ἄνω, μέ τόν νοῦ καί τήν καρδιά του ζεῖ στόν οὐρανό καί καθορᾶ τά μυστήρια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν. «Εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν», εἶπε ὁ Κύριος, «ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολουθείτω μοι».