Τετάρτη 13 Νοεμβρίου 2013

Θεοπνευστία

Θεοπνευστία


Από OrthodoxWiki
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Θεοπνευστία αποκαλείται "η διαρκής πνευματοκίνητη δύναμη της κοινότητας διαμέσου χαρισματικών φορέων"[1] η οποία αποτυπώνει ιστορικά γεγονότα και τη ζωή μίας κοινότητας σε μνημεία πολιτισμού. Η θεοπνευστία στην ορθόδοξη παράδοση συνδέεται άρρηκτα με την πνευματοκίνητη δύναμη που χαρίζει σε ορισμένους φορείς τη δυνατότητα να δουν το Θεό μέσα από μία εμπειρία γεγονότων. Ουσιαστικά θεοπνευστία είναι η θεοπτία[2]. Έτσι όταν μιλάμε για θεοπνευστία εννοούμε τα γεγονότα που διενεργούνται και καταγράφονται στην ιστορία και εν συνεχεία την κλήση της κοινότητας, όπου τα μέλη της αποκτούν μέσω της χάριτος τη δυνατότητα να τα δουν, να τα καταγράψουν και να τα επιβεβαιώσουν. Αυτή η ενέργεια, δωρεά του Θεού, δεν εννοείται σαν κάτι αφηρημένο ή μία έκτακτη ενέργεια, αλλά ως διαρκής παρουσία του ίδιου του Θεού, που αποτελεί βασικό πυρήνα για τη λειτουργία της κοινότητας[3]. Στη θεοπνευστία λοιπόν από τη μία πλευρά ικανώνονται φορείς που ανακοινώνουν, καταγράφουν και ερμηνεύσουν τα συντελεσμένα γεγονότα τα οποία έχουν βιώσει και ζήσει στο πλαίσιο της κοινότητας και από την άλλη μεριά προφυλάσσονται από την πλάνη[4].

Πίνακας περιεχομένων

 [απόκρυψη] 

Η έννοια της θεοπνευστίας στην κοινότητα και στην Αγία Γραφή

Η έννοια της θεοπνευστίας

"Τα ιερά κείμενα της κοινότητας, γίνονται καρπός μιας εμπειρίας, την οποία γεύεται ολόκληρη η κοινότητα και αποτελούν υπομνηματισμό των γεγονότων και της σημασίας τους"[5]. Τα γεγονότα πάντα έχουν δύο όψεις. Αφενός την ιστορική τους διάσταση, αφετέρου τη σημασία τους. Αυτή η σημασία όμως των γεγονότων μπορεί να δοθεί μόνο μέσα από τη ζωντανή κοινότητα, διαμέσου των χαρισματικών φορέων[6]. Άλλωστε αυτό το νόημα έχει στη βιβλική ιστορία η κλήση ενός λαού και εν συνεχεία η κλήση χαρισματικών φορέων. Αν υπάρξει οποιαδήποτε διάσπαση μεταξύ κοινότητας και φορέων του σώματος, τότε δε μπορεί να γίνει λόγος για εμπειρία, θεολογία, θεοπτία, θεοπνευστία[7]. Εδώ πρέπει να τονιστεί ότι η θεοπνευστία δεν μπορεί κατά κανένα τρόπο, εν αντιθέσει με την δυτική θεώρηση καθολικών και προστεσταντών, να νοηθεί ως μία έκτακτη χορήγηση ενέργειας ή δωρεάς, ως υπαγόρευση ή ως προνόμιο ορισμένων φορέων απομονωμένων από το λειτουργικό σώμα μιας ιστορικής κοινότητας[8]. Μία τέτοια αντίληψη θα αποτελούσε μία μηχανική ή "μαγική" κίνηση στο πλαίσιο της κοινότητας. Αντιθέτως στην πατερική σκέψη η θεοπνευστία "είναι η εμπειρία της θείας παρουσίας από την πλευρά της κοινότητας ως έργο ενός αγώνα, μιας άσκησης και ενός επίμονου οδοιπορικού προς την τελείωση"[9]. Γι αυτό και η ορθόδοξη θεολογία δε γίνεται να αντιληφθεί κανένα άλλο δρόμο και καμία απόκλιση αυτής της θεώρησης, ειδάλλως ενέχει ο κίνδυνος της διάβρωσης και της ενότητας της Αγίας Γραφής, αφού τα κριτήρια δε θα είναι η εμπειρία και η ιστορία της θείας οικονομίας, αλλά κάποια κτιστά αντικείμενα, αναβιώνοντας σχολαστικές μεθοδολογίες[10].

Θεοπνευστία στην Αγία Γραφή

Η διάκριση των βιβλίων της Αγίας Γραφής σε Θεόπνευστα και μη, είχε ξεκινήσει πριν την εμφάνιση του Χριστιανισμού. Ήδη κατά τη ραββινική Ιουδαϊκή αντίληψη, επιχειρήθηκε να περιορισθούν τα Θεόπνευστα βιβλία της Γραφής, μόνο στο χρονικό διάστημα μεταξύ του Μωυσέως και του βασιλιά των Περσών Αρταξέρξη του Α΄ του Μακρόχειρα (465 - 424 π.Χ.)[11]. Μια τέτοια διάκριση όμως έθετε φραγμό στη Θεοπνευστία προ και μετά από την εποχή εκείνη, με αποτέλεσμα να μη γίνει δεκτή από όλους[12]. Μετά την εμφάνιση του Χριστιανισμού έγινε από την Εκκλησία σαφής διάκριση των βιβλίων της Αγίας Γραφής σε διάφορες κατηγορίες, όπως προκύπτει από τους 6 κατοχυρωμένους κανόνες από την Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδο. Στόχος της Εκκλησίας ήταν "να περιφρουρήσει τον αριθμό των κανονικών βιβλίων της Αγίας Γραφής μόνο για λόγους άμυνας κατά των αντιπάλων της και όχι γιατί η θεολογία της στηριζόταν σε συγκεκριμένα βιβλία"[13] τη στιγμή που η παραδόση, είναι "το μοναδικό στοιχείο της κοινότητας, το οποίο φανερώνει την αλήθεια της ζωής"[14]. Έτσι γίνεται εύκολα αντιληπτό, πως η Αγία Γραφή είναι το μνημείο εκείνου του υπομνηματισμού της κοινότητας, το οποίο καταγράφεται από τα χαρισματικά-θεοπτικά μέλη της, αφού τελικά προκύπτει και γεννιέται από τη ζωή της κοινότητας[15].
Η προβληματική όμως που αναπτύχθηκε για τη θεοπνευστία της Αγίας Γραφής προέρχεται από το δυτικό και συγκεκριμένα από τον Αυγουστίνειο τρόπο σκέψης. Οι θεολόγοι της δυτικής εκκλησίας ταύτισαν την αποκάλυψη, ως μία αποκάλυψη νοημάτων και ρημάτων από μέρους του Θεού προς τον άνθρωπο, με αποτέλεσμα να έχουμε μία κατά γράμμα θεοπνευστία της Γραφής στην οποία ο Θεός είναι ο υπαγορεύων τα ιερά βιβλία στους συγγραφείς. Αποτέλεσμα αυτού του γεγονότος ήταν η επιστημονική πρόοδος να ανατρέψει πολλές παραδοχές της, προκαλώντας σύγχυση, αφού έκανε το Θεό να μοιάζει "ψεύτης"[16]. Η ορθόδοξη πατερική θεολογία βεβαίως αποδέχεται την θεοπνευστία της Αγίας Γραφής, αλλά φυσικά αυτή δε μπορεί να νοηθεί με τον τρόπο που οι δυτικοί ερμηνεύουν, δηλαδή ως μία καθοδήγηση, ως μία έννοια του αλαθήτου του πάπα[17], μίας υποχρεωτικής αλάθητης αλήθειας που αποφασίζεται και διακηρύσσεται. Γι αυτό το λόγο όταν μιλάμε για θεοπνευστία στην πατερική παράδοση μιλάμε για επιστασία του Αγίου Πνεύματος δηλαδή την ικανότητα του θεωμένου και δοξασμένου μέλους[18], μέσω της αποκαλύψεως του Θεού να ερμηνεύσει σωστά και να αποφύγει κάθε πλάνη στην περιγραφή των ιστορικών γεγονότων και των θεοφανειών, και όχι κάποιου είδους έκτακτη ενέργεια[19] ή υπαγόρευση[20]. Εξ αυτού του λόγου παρατηρούνται στις θεόπνευστες γραφές ακόμα και λάθη. Όπως υπομνηματίζει όμως ο καθηγητής Ι. Ρωμανίδης: "Το να φυλάττεταί τις όμως από πνευματικήν ή θεολογικήν πλάνην και να είναι κεχαριτωμένος και θεόπνευστος, δεν σημαίνει ότι αποκτά απλανή γνώσιν περί της κτιστής αληθείας εν ταις επιστημονικαίς λεπτομερείαις αυτής, αλλά μόνον περί της σχέσεώς της και εξαρτήσεώς της εκ της ακτίστου αληθείας, ήτις είναι η δόξα της ανθρωπίνης φύσεως του Χριστού εν ή συγκατοικούν και συμβασιλεύουν οι άγιοι...Εντός των τοιούτων πλαισίων οφείλομεν να αντιληφθοώμεν την θεοπνευστίαν των προφητών, αποστόλων και αγίων, ως και της Αγίας Γραφής και των Συνόδων και το απλανές αυτών"[21].

Η Θεολογική διατύπωση της διάκρισης Θείου και Θεοπνεύστου

Η όλη διάκριση μεταξύ Θεόπνευστων και Θείων βιβλίων, ή μεταξύ Θεοπνευστίας και Θείας Επιστασίας, δεν είχε αναπτυχθεί και περιγραφεί θεωρητικά από τους Πατέρες της αρχαίας Εκκλησίας. Άλλωστε, γενικότερα οι Πατέρες «δεν αναπτύσσουν κάποια θεωρία για τη σχέση του θείου και του ανθρώπινου στις Γραφές»[22]. Η διάκριση μεταξύ Θεοπνευστίας και Θείας Επιστασίας, διατυπώθηκε σαφώς κατά τους τελευταίους αιώνες από έγκριτους εκκλησιαστικούς άνδρες της Ορθόδοξης Εκκλησίας[23], αλλά και από ξένους θεολόγους[24]. Παρά το γεγονός ότι ακόμα δεν είχε διατυπωθεί και αναπτυχθεί κάτι τέτοιο θεωρητικά, οι Πατέρες και οι Σύνοδοι (τοπικές και Οικουμενικές) της Εκκλησίας, χρησιμοποιούσαν στην πράξη τη διάκριση των δύο αυτών εννοιών. Αυτό καθίσταται σαφές σε όσους ασχολούνται με τη σύνδεση των 6 κανόνων που εγκρίθηκαν από την Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδο. Αλλά φαίνεται και από το σύνολο των ιερών και θείων κανόνων, οι οποίοι παρεμπιπτόντως επανειλημμένα, μιλούν ή αναφέρονται στα "θεία" και "θεόπνευστα" βιβλία της Αγίας Γραφής[25].
Η διάκριση μεταξύ "Θείων" και "Θεοπνεύστων" βιβλίων, όπως αυτή διατυπώνεται σαφώς σε πιο πρόσφατους αιώνες, φαίνεται από τις παρακάτω παρατηρήσεις του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτη. Κάνοντας διάκριση μεταξύ Αγίας Γραφής και ιερών κανόνων, αναφέρει ότι οι τελευταίοι έχουν γραφτεί "κατ' επιστασίαν Θεού, ου κατ' έμπνευσιν". Δι' ό ουδέ θεόπνευστοι Γραφαί αυτοί ονομάζονται". Ονομάζονται όμως "Θείοι": "διακρίνουσι οι Θεολόγοι μεταξύ Αποκαλύψεως, Εμπνεύσεως και φωτισμού, δηλαδή ελλάμψεως και επιστασίας, δια της οποίας διαφυλάττεται ο γράφων από κάθε απάτην ή σφάλμα". Προσθέτει μάλιστα, ότι και παλαιότεροι εκκλησιαστικοί άνδρες "λέγουσιν ότι τα μεν μυστηριώδη και κυριώτερα των Γραφών και εξ εμπνεύσεως του Πνεύματος εχαράχθησαν, τα δε ιστορικά με επιστασίαν αυτού μόνην"[26]. Ο Άγιος Νικόδημος αναφέρει για τη διαφορά αυτή ότι "η διαφορά οπού είναι ανάμεσα εις τας δύω δόξας αυτάς, ολίγη είναι και παραμικρά. Και αι δύω γαρ δόξαι τας κυριότερα της Γραφής φρονούσιν, ότι υπό Πνεύματος ενεπνεύσθησαν και υπηγορεύθησαν, και ότι παρόν εις τους ιερούς συγγραφείς το Πνεύμα, δεν αφήκεν αυτούς εις κανένα να πλανηθούν. Ώστε πάντα τα εν ταις Θείαις Γραφαίς εν τε δόγμασι, και ιστορίαις, και χρονολογίαις, ρήματα Θεού είναι". Η διαφορά αυτή όμως, όσο μικρή κι αν είναι, πρέπει να λαμβάνεται υπ' όψιν, όταν ασχολούμαστε με τους κανόνες της Αγίας Γραφής και τις ακριβέστατες διατυπώσεις τους, ώστε να επιτυγχάνεται η ορθή ερμηνεία (ανάλυση) και η εναρμόνισή (αρμονική σύνθεσή) τους. Γιατί "ου μικρόν εν βίω το παρά μικρόν"»[27].
Επί του ζητήματος αυτού, ο Ευ. Αντωνιάδης λέει "Υφίσταται προδήλως μεταξύ των εννοιών τούτων και διαφορά τις ουσίας, επειδή η πρώτη φέρνει θετικώτερον τινα χαρακτήρα, ως συμπεριλαμβάνουσα εν εαυτή και την έννοιαν της παροχής νέων αληθειών και πρωτοτύπων, η δε του αγίου Πνεύματος επιστασία παριστά απλώς αρνητικόν τινα χαρακτήρα, καθ' ον τούτο προφυλάττει απλώς τους ιερούς της Εκκλησίας άνδρας μακράν πάσης πλάνης"[28]. Τις διακρίσεις αυτές Θεοπνευστίας και Θειότητας (Θείας Επιστασίας), ο Άγιος Νικόδημος πιθανότατα και αυτός παρέλαβε από τον Ευγένιο Βούλγαρη (1716-1806)[29]. Αυτή τη διάκριση, υιοθετούν και νεώτεροι Ορθόδοξοι Θεολόγοι, όπως οι Κωνσταντίνος ο εξ Οικονόμων[30], Κων. Κοντογόνης[31], Αλέξανδρος Λυκούργος[32], Ζήκος Ρώσης[33], Χρ. Ανδρούτσος[34], Δημ. Μπαλάνος[35], Παν. Τρεμπέλας[36].
Από τους ανωτέρω, ο Κων. Κοντογόνης, περισσότερο συγκεκριμένα αναφέρει πως "Συνήθως η θεοπνευστία διττώς πως θεωρείται. Και πρώτη μεν και κυρία λέγεται η αποκάλυψις, η αγνοουμένης αληθείας φανέρωσις, δι' ης το άγιον του Θεού Πνεύμα δηλοποιεί εις τον συγγραφέα τα γραπτέα. Ετέρα δε, η του θείου Πνεύματος φώτισις και επιστασία, υφ' ης ο συγγραφεύς, γράφων πράγματα γνωστά αυτώ άλλοθέν ποθεν, καθοδηγείται, και από πάσης απάτης διατηρείται ελεύθερος. Η κυρίως λεγομένη θεοπνευστία ενυπάρχει εις τας προφητείας και τα μυστήρια. Η δε του αγίου Πνεύματος επιστασία, εις τα ιστορικά και διδακτικά, άτινα εις τους ιερούς συγγραφείς και άλλοθεν ήσαν γνωστά"[37]. Και ο Ζ. Ρώσης αναφέρει παραπλήσια τα εξής: "Θεοπνευστία της αγίας Γραφής καλείται η κατά την συγγραφήν αυτής εις τους ιερούς συγγραφείς μετάδοσις θείων αληθειών και επιστασία του αγίου Πνεύματος προς ορθήν παράστασιν αυτών. Όθεν το αυτό θείον Πνεύμα, όπερ μετέδωκεν εις τους ιερούς συγγραφείς τας θείας αληθείας, μετέδωκεν εις αυτούς δια της επιστασίας αυτού και την δύναμιν να παραστήσωσιν αυτάς ορθώς δια συγγραφών". Συνεχίζοντας μάλιστα αναφέρει: "Κυρίως θεοπνευστία υπάρχει εν τοις μέρεσι της Αγ. Γραφής, εν οις περιέχονται αλήθειαι υπερβαίνουσαι τα όρια του πεπερασμένου πνεύματος του ανθρώπου και πηγάζουσαι μόνον εκ του θείου Πνεύματος ή εκ θείας αποκαλύψεως. Εν δε τοις μέρεσιν, εν οις περιέχονται αλήθειαι και γνώσεις δυνάμεναι να γνωσθώσι και υπό του ανθρωπίνου πνεύματος, οίον εν ιστορικοίς μέρεσι της Αγίας Γραφής κλπ, υπάρχει μόνον επιστασία του θείου Πνεύματος"[38]. Και ο Παν. Τρεμπέλας ομοίως, δέχεται την ίδια διάκριση, γράφοντας στο περιοδικό Εκκλησία, ένα άρθρο υπό τον τίτλο: "Επιστασία μόνον ή και θεοπνευστία", και λέγοντας επί λέξει: "Το διδάσκειν του Ιωάννη 14/ιδ: 26, δεν αποτελεί απλήν επιστασίαν, αλλ' είναι μετάδοσις αγνώστου τινός, τούτο δε δια τον αγνοούντα αποτελεί αποκάλυψιν, ενώ η επιστασία αφορά εις την ακριβή συγκράτησιν και απόδοσιν του ήδη γνωστού"[39].

Παραπομπές - Σημειώσεις

  1. ↑ Ν. Ματσούκα, Δογματική και Συμβολική Θεολογία Α, σελίδα 189
  2. ↑ ο.π., σελίδα 188
  3. ↑ ο.π.
  4. ↑ ο.π.
  5. ↑ N. Ματσούκας, Δογματική και Συμβολική Θεολογία Α΄, σελίδα 188
  6. ↑ ο.π.
  7. ↑ ο.π.
  8. ↑ ο.π.
  9. ↑ ο.π. 189
  10. ↑ ο.π.
  11. ↑ Πρβλ. Φλαβίου Ιωσήπου, "Περί αρχαιότητος Ιουδαίων, Κατά Απίωνος, Λόγ. Α΄, 8, στο: "Τα ευρισκόμενα" (έκδοση από G. Dindorfius), τόμ. Β΄, Parisiis 1929, σελ. 340-341. Πρβλ. και Μητροπ. Μύρων Χρυσοστόμου Κωνσταντινίδου - Εμμ. Φωτιάδου, Έκθεσις περί των πηγών της θείας Αποκαλύψεως κατά την Ορθόδοξον Ανατολικήν Εκκλησίαν, Θεσσαλονίκη 1971, σελ. 9 και εξής.
  12. ↑ Πρβλ. Αθ. Χαστούπη, Εισαγωγή, σελ. 547
  13. ↑ Ν. Ματσούκας, Ορθοδοξία και Αίρεση, Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 1992, σελίδα 41
  14. ↑ ο.π. 245
  15. ↑ ο.π. 246
  16. ↑ Ιωάννη Ρωμανίδη, Πατερική Θεολογία, σελίδα 115-116
  17. ↑ Ιωάννη Ρωμανίδη, Πατερική Θεολογία, σελίδα 118
  18. ↑ ο.π.
  19. ↑ Ν. Ματσούκα, Συμβολική και Δογματική Θεολογία Α΄, σείδα 187
  20. ↑ Ιωάννη Ρωμανίδη, Πατερική Θεολογία, σελίδα 115
  21. ↑ Ιωάννου Ρωμανίδου, "Κριτική θεώρησις των εφαρμογών της θεολογίας", σελίδα 434
  22. ↑ Σάβ. Αγουρίδη: "Η έννοια της Θεοπνευστίας, εν "Βιβλικά Μελετήματα", τεύχ. Α΄, Θεσσαλονίκη 1966, σελ. 7.
  23. ↑ Πρβλ. Ευ. Αντωνιάδη: "Επί του προβλήματος της Θεοπνευστίας", σελ. 102.
  24. ↑ Πρβλ. Παν. Τρεμπέλα, Η Θεοπνευστία της Αγίας Γραφής, σελ. 39,40
  25. ↑ Τις πληροφορίες αυτές έχει συγκεντρώσει σε ιδιαίτερο τόμο ο Παν. Ι. Μπούμης δρ Θεολογίας Αναπληρωτής καθητητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.
  26. ↑ Πηδάλιον, σελ. 112, 113 υποσημείωση.
  27. ↑ Καν. α΄ Διονυσίου Αλεξανδρείας, Ράλλη - Ποτλή, τόμ. Δ΄, σελ. 4.
  28. ↑ Επί του προβλήματος της Θεοπνευστίας, σελ. 151
  29. ↑ Πρβλ. Ευγενίου του Βουλγάρεως, Θεολογικόν (υπό Αρχιμανδρίτη Αγ. Λοντόπουλου), Βενετία 1872, σελ. 23 και εξής. Βλ. επίσης και Ευ. Αντωνιάδη Επί του προβλήματος της θεοπνευστίας της Αγ. Γραφής, στο ΕΕΘΣΠΑ, τόμ. Δ΄ 1937-1938, σελ. 102
  30. ↑ Κωνσταντίνου Οικονόμου του εξ Οικονόμων, Περί των Ο' Ερμηνευτών της Παλαιάς θείας Γραφής, τόμ. Δ΄, Αθήνες 1849, σελ. 59-60.
  31. ↑ Πρβλ. Κων. Κοντογόνου, Εισαγωγή εις την Αγίαν Γραφήν και στοιχεία ερμηνευτικής της Αγίας Γραφής, Αθήνα 1859, σελ. 8-9
  32. ↑ Στο Ιερομνήμων, έτους 1859-61, υπό το άρθρο "Βιβλιοκρισία", σελ. 302 και εξής.
  33. ↑ Ζήκου Ρώση, Σύστημα Δογματικής της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, Αθήνα 1903, σελ. 470.
  34. ↑ Χρ. Ανδρούτσου, Συμβολική εξ επόψεως Ορθοδόξου, Έκδ. Β΄, Αθήνα 1930, σελ. 136. Πρβλ. του ιδίου Δογματική, σελ. 4.
  35. ↑ Δημ. Σ. Μπαλάνου, Η νεωτέρα Ορθόδοξος Θεολογία εν σχέσει προς την πατερικήν θεολογίαν και προς τας νεωτέρας αντιλήψεις και μεθόδους, στο ΕΕΘΣΠΑ, τόμ. Γ΄, 1936-1937, σελ. 125
  36. ↑ Παν. Τρεμπέλα, Δογματική, τόμ. Α΄, σελ. 99,113,114), κ.λπ. (Πρβλ. και Ευ. Αντωνιάδου, Αι της Κ.Δ. Ορθόδοξοι ερμηνευτικαί αρχαί, σελ. 179, υποσ. 4
  37. ↑ Κων. Κοντογόνου, Εισαγωγή εις την Αγίαν Γραφήν και στοιχεία ερμηνευτικής της Αγίας Γραφής, Αθήνα 1859, σελ. 8-9
  38. ↑ Ζήκου Ρώση, Σύστημα Δογματικής της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, Αθήνα 1903, σελ. 469, 470.
  39. ↑ Βλ. "Εκκλησία", τόμ. ΙΣΤ΄ (1938), σελ. 260. Πρβλ. και σελ. 244, 247, 262 και 262-263.

Βιβλιογραφία

  • Νικόλαος Ματσούκας, «Συμβολική και Δογματική Θεολογία Α΄ (Εισαγωγή στη θεολογική Γνωσιολογία)», Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 2007.
  • Νικόλαος Ματσούκας, «Ορθοδοξία και Αίρεση (Στους εκκλησιαστικούς συγγραφείς των Δ΄, Ε΄, και Στ΄ αιώνα)», Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 1992.
  • Ιωάννης Ρωμανίδης, «Πατερική Θεολογία», Παρακαταθήκη, Θεσσαλονίκη 2004.

Περί θεοπνευστίας

Περί θεοπνευστίας


 
 Πατερική Θεολογία
Πρωτοπρ. Ιωάννου Σ. Ρωμανίδου (+)
Καθηγητού Πανεπιστημίου
 
Επιμέλεια – Σχόλια: Μοναχού Δαμασκηνού Αγιορείτου
 
Μέρος Πρώτον: Στοιχεία Ορθοδόξου ανθρωπολογίας και Θεολογίας
30. Περί θεοπνευστίας
Ας πάμε τώρα στο θέμα της θεοπνευστίας. Μεταξύ των Προτεσταντών και των Παπικών έχει δημιουργηθή η εντύπωσις, η οποία έχει επηρεάσει πάρα πολύ την μοντέρνα Ορθόδοξη σκέψι ότι την Αγία Γραφή ο Θεός την έδωσε στην Εκκλησία. Σ’ αυτό συμφωνούν όλοι και οι Προτεστάντες και οι Παπικοί και οι Ορθόδοξοι. Επί πλέον οι Ορθόδοξοι και οι Παπικοί συμφωνούν στο ότι ο Θεός έδωσε και την Ιερά Παράδοσι στην Εκκλησία. Οι Προτεστάντες στο θέμα της Παραδόσεως δείχνουν ότι αναθεωρούν μερικές από τις σκέψεις τους.
Συμβαίνει όμως σήμερα, η Ορθόδοξη Εκκλησία να αντιμετωπίζη ένα παράδοξο φαινόμενο: Και στην Παλαιά Διαθήκη και στην Καινή Διαθήκη, αλλά και στην Παράδοσι συναντά κανείς απόψεις, τις οποίες εδώ και τουλάχιστον 150 χρόνια η επιστήμη απέδειξε λανθασμένες με την πρόοδο στην έρευνα που είχαν κατ’ εξοχήν οι θετικές επιστήμες. Αυτό βέβαια δημιουργεί σοβαρό πρόβλημα σε έναν ο οποίος δεν καταλαβαίνει σωστά τι εννοούν οι Πατέρες όταν μιλάνε για θεοπνευστία. Αυτό το πρόβλημα αφορά κυρίως στην μελέτη της Αγίας Γραφής.Στην Φραγκική Παράδοσι που ακολούθησε τον Αυγουστίνο, η Αποκάλυψις ταυτίσθηκε με την αποκάλυψι νοημάτων εκ μέρους του Θεού στον άνθρωπο. Μάλιστα, όχι μόνο νοημάτων, αλλά και ρητών, δηλαδή όρων και λέξεων, που συνοδεύουν τα νοήματα αυτά. Αν όμως δεχθή κανείς αυτήν την άποψι τότε έχομε την λεγόμενη κατά γράμμα θεοπνευστία της Αγίας Γραφής, κατά την οποία ο Θεός εμφανίζεται να υπαγορεύη τρόπον τινά τα ρητά και τα νοήματα στους συγγραφείς της Αγίας Γραφής. Άπαξ όμως και υιοθετηθή αυτή η γραμμή, τότε συνάγεται ότι ουσιαστικά συγγραφεύς της Αγίας Γραφής είναι ο ίδιος ο Θεός και όχι οι Προφήται ή οι Ευαγγελισταί.
Επειδή λοιπόν η Δυτική Θεολογία ακολούθησε αυτήν την γραμμή, προκλήθηκε μεγάλο πρόβλημα με την εμφάνιση της μοντέρνας επιστήμης, η οποία ανέτρεψε ωρισμένες θέσεις της Αγίας Γραφής, όπως π.χ. την ηλικία του κόσμου, οπότε είναι σαν να αποδεικνύεται ψεύστης ο Θεός σε εκείνα που ο ίδιος υπαγόρευσε, παλαιότερα.
Η κοινή άποψις που έχει επικρατήσει περί θεοπνευστίας είναι ότι το έργο της θεοπνευστίας περιορίζεται μόνο σε ό,τι έχει κατατεθή μέσα στην Αγία Γραφή. Όταν λέμε θεοπνευστία, έρχεται αμέσως στο νου μας η Αγία Γραφή, δηλαδή οι Προφήτες και οι Απόστολοι. Αν τώρα κανείς είναι και συντηρητικός, θα έλθη στο μυαλό του και καμμία Οικουμενική Σύνοδος, εκτός από την Αγία Γραφή. Διότι για έναν τέτοιον άνθρωπο και οι αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων είναι θεόπνευστες. Και, αν είναι περισσότερο συντηρητικός, φέρνει στον νου του και τους Πατέρες της Εκκλησίας. Αν είναι ακόμη πιο συντηρητικός, φέρνει στο νου του και τους Κανόνες της Εκκλησίας, την Λειτουργική ζωή της Εκκλησίας, και τα ράσα και τα καλυμμαύχια… Αυτός ο τελευταίος είναι πλήρως συντηρητικός. Αν δηλαδή το 50 είναι η βάσις και το 100 το μέγιστο, αυτός πιάνει το 100. Έχει δηλαδή 100 κιλά συντηρητικότητος!
Εκείνο όμως που έχει σημασία είναι τούτο: Η θεοπνευστία έχει επικρατήσει να θεωρήται ότι καλύπτει ένα μεγάλο μέρος του χώρου της εκκλησιαστικής ζωής, αν όχι ολόκληρο τον χώρο αυτόν. Στην δε σύγχρονη Ορθόδοξη Θεολογία υπάρχει μεγάλη σύγχυσις επάνω στο θέμα αυτό. Στο τι είναι, τι σημαίνει δηλαδή θεοπνευστία και που είναι η θεοπνευστία.
Εκεί που συμφωνούν όλοι οι Χριστιανοί, Ορθόδοξοι και αιρετικοί, είναι ότι η Αγία Γραφή είναι θεόπνευστη. Ακόμη βέβαια δεν εξετάζομε το τι είναι η θεοπνευστία, κατά πόσον δηλαδή η Αγία Γραφή είναι όντως θεόπνευστη. Προς το παρόν ας κρατήσωμε τούτο: Ότι η Αγία Γραφή είναι θεόπνευστη.
Βάσει λοιπόν αυτού ισχύει εκείνο που αναφέρεται μέσα στην Αγία Γραφή, ότι δηλαδή ο Χριστός υπεσχέθη στους Αποστόλους ότι θα έστελνε το Πνεύμα το Άγιο, το Οποίο θα τους ωδηγούσε «εις πάσαν την αλήθειαν»62. Οπότε ο Χριστός είναι Εκείνος που αποστέλλει το Πνεύμα το Άγιο και Εκείνο είναι που οδηγεί εις πάσαν την αλήθειαν.
Τώρα όμως τίθεται το ερώτημα: Σε ποιους ακριβώς δίνει ο Χριστός το Πνεύμα το Άγιο και ποιους ακριβώς οδηγεί στην πλήρη αλήθεια;
Οι Παπικοί απαντούν και λένε ότι το Πνεύμα το Άγιον εδόθη κατ’ αρχήν εις τους Αποστόλους και μέσω των Αποστόλων το λαμβάνουν και όλοι οι επίσκοποι, όταν χειροτονούνται και ότι εις Αυτό μετέχουν και οι παπάδες κατά κάποιον τρόπον. Αυτή η πεποίθησις εις τους Παπικούς φαίνεται καθαρά στον τρόπο χειροτονίας των επισκόπων τους, κατά την οποία λένε οι χειροτονούντες επίσκοποι στον χειροτονούμενο: Λάβε Πνεύμα Άγιον! Αυτό δίνει την εντύπωσι ότι ο χειροτονούμενος είχε ζήσει την όλη μέχρι τότε ζωή του χωρίς Πνεύμα Άγιο, το οποίο παίρνει εκείνην την στιγμή της χειροτονίας του.
Το ερμηνευτικό έργο της Αγίας Γραφής είναι αναμφισβήτητα έργο του Αγίου Πνεύματος. Το Άγιο Πνεύμα είναι Εκείνο που καθοδηγεί τους ερμηνευτές στην ορθή ερμηνεία της Αγίας Γραφής. Πως όμως γίνεται αυτό το πράγμα;
Συνήθως στην Ιατρική επιστήμη, όταν λένε ότι το τάδε φάρμακο θεραπεύει την τάδε αρρώστεια, γνωρίζουν, από προηγηθείσες έρευνες και πως λειτουργεί θεραπευτικά το φάρμακο αυτό μέσα στον οργανισμό. Σε κάθε επιστήμη, όταν λέμε ότι κάτι συμβαίνει, αυτό το κάτι συνήθως μπορεί να εξακριβωθή.
Εδώ όμως έχομε το ερώτημα: Πως το Πνεύμα το Άγιο καθοδηγεί, ποιους καθοδηγεί και σε τι συνίσταται αυτή η καθοδήγησις; Εκείνο που λένε μερικοί ότι, όταν μία Οικουμενική Σύνοδος αποφασίση κάτι, αυτό είναι αλάθητο, επειδή η Οικουμενική Σύνοδος είναι θεόπνευστη κλπ., είναι σαν να μας υποχρεώνουν να δεχθούμε ως αλάθητη διδασκαλία ό,τι αποφασίζει και διακηρύσσει μία Οικουμενική Σύνοδος. Αυτό είναι και το πνεύμα περί του αλαθήτου του Πάπα.
Βέβαια είναι σωστό ότι μία Οικουμενική Σύνοδος είναι αλάθητη, ότι διδάσκει αλαθήτως, ότι είναι ωφέλιμη για την πίστι μας κλπ. Ναι, αλλά πως γίνεται και είναι αλάθητη; Γιατί είναι αλάθητη; Γιατί οι αποφάσεις της είναι αλάθητες;
Η μοντέρνα Ορθόδοξη θεολογία μιλάει πάρα πολύ για θεοπνευστία. Από όσα έχω διαβάσει, βλέπω να μιλάνε περί θεοπνευστίας, αλλά δεν έχω βρη περιγραφή της θεοπνευστίας εκείνης για την οποία μιλάνε. Είπαμε ότι και οι Ορθόδοξοι και οι Παπικοί και οι Προτεστάντες συμφωνούν στο ότι η Αγία Γραφή είναι θεόπνευστος. Τι σημαίνει όμως θεοπνευστία; Και, εάν σώζεται κάπου, που σώζεται; Θα πη όμως κάποιος: Καλά, θεόπνευστοι ήταν μόνο οι Προφήτες και οι Απόστολοι; Μετά τους Αποστόλους δεν έχομε θεοπνεύστους ανθρώπους; Δεν έχομε θεόπνευστα συγγράμματα εκτός της Αγίας Γραφής; Και, εάν ναι, ποιοι είναι αυτοί οι θεόπνευστοι άνθρωποι; Και αν υπάρχουν, πως ξέρομεότι είναι θεόπνευστοι; Οι Προφήτες ξέρομε ότι ήσαν θεόπνευστοι. Ομοίως και οι Απόστολοι ήσαν θεόπνευστοι. Εκτός όμως από αυτούς, ποιοι άλλοι ήσαν ή είναι θεόπνευστοι; Επίσης ποια είναι τα διάφορα στάδια αυτής της θεοπνευστίας, και πως διακρίνονται; Πως ο άνθρωπος εμπνέεται από τον Θεόν και πως ξέρομε ότι ένας είναι εμπνευσμένος από τον Θεόν και όχι από τον Διάβολο ή από φαντασιοπληξίες;
Ο Χριστός, όταν είπε ότι θα μας δώση το Πνεύμα το Άγιο, το οποίο θα μας οδηγήση εις πάσαν την αλήθειαν, δεν μίλησε για Οικουμενικές Συνόδους. Δεν είπε δηλαδή ότι αυτό θα γίνεται στις Οικουμενικές Συνόδους της Εκκλησίας. Αυτό δηλαδή το καινόν περί του αλαθήτου των Οικουμενικών Συνόδων δεν περιλαμβάνεται μέσα στην Αγία Γραφή. Ο Χριστός είπε απλά ότι το Πνεύμα το Άγιον θα είναι Εκείνο που θα μας οδηγήση στην πλήρη αλήθεια. Προηγουμένως όμως, πριν δηλαδή από αυτό, είπε ότι εάν έχετε αγάπη μεταξύ σας, εγώ και ο Πατέρας μου θα έλθωμε και θα κατοικήσωμε μέσα σας, καθώς επίσης είπε ότι τώρα, με βλέπετε, αλλά αργότερα δεν θα με βλέπετε. Αλλά, εάν έχετε αγάπη, πάλι θα με βλέπετε. Και, το Πνεύμα θα έλθη να κατοικήση μέσα σας και θα σας οδηγήση εις πάσαν την αλήθειαν.
Όλα αυτά που λέγει ο Χριστός και αναφέρονται στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη και που τα διαβάζουν οι παπάδες την Μεγάλη Πέμπτη, είναι βασικά κεφάλαια. Αλλά γιατί είναι βασικά κεφάλαια; Αυτή η προσευχή του Ιησού, η Αρχιερατική, γιατί έχει τόσο μεγάλη σημασία; Γιατί προσεύχεται ο Χριστός για την ενότητα των Αποστόλων; Για ποια ένωσι προσεύχεται; Μήπως, των Εκκλησιών; Ποια ένωσις είναι αυτή; Αυτό, το «οδηγήσει υμάς εις πάσαν την αλήθειαν», όταν το λέγη ο Χριστός, το εννοεί ασφαλώς μέσα σε ωρισμένα πλαίσια. Ποια είναι αυτά;
Τα κεφάλαια αυτά, 14 έως 17, του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου κάνουν ολόκληρη ανάπτυξη περί της πνευματικής καταστάσεως των Αποστόλων σε σχέσι με την αγάπη και αναφέρουν ποια θα είναι τα αποτελέσματα της αγάπης. Η πλήρης μορφή όμως της αγάπης αποκαλύπτεται στην εμπειρία της θεώσεως. Η θέωσις είναι η πλήρης μορφή της αγάπης. Δι’ αυτής της αγάπης, που πηγάζει από την εμπειρία της θεώσεως, γίνεται η πλήρης θεραπεία του ανθρώπου.
Η αγάπη αυτή αρχίζη να ενεργήται, όταν έλθη το Πνεύμα το Άγιο μέσα στον άνθρωπο, οπότε γίνεται ο άνθρωπος κατοικητήριο και ναός του Αγίου Πνεύματος. Και, όταν έλθη το Πνεύμα το Άγιο και κατοικήση μέσα στον άνθρωπο, φέρνει μαζί Του και τον Πατέρα και τον Υιόν. Τότε στον άνθρωπο κατοικεί ολόκληρη η Αγία Τριάδα. Αλλά πως γνωρίζει ο άνθρωπος ότι έγινε ναός του Αγίου Πνεύματος; Πως γίνεται αυτή η διαπίστωσις; Ο αληθινός πνευματικός πατέρας γνωρίζει πότε ένα πνευματικό του παιδί έχει λάβει το Άγιο Πνεύμα και έχει γίνει ναός του Αγίου Πνεύματος. Έχομε συγκεκριμένα Πατερικά κριτήρια στο θέμα αυτό. Ποια είναι αυτά;
Όταν ο Χριστός μιλάη για την έκχυσι του Αγίου Πνεύματος στην Εκκλησία και στους πιστούς, δεν μιλάη αφηρημένα, δεν εννοεί ότι θα το στείλη σε όλην την Εκκλησία γενικά. Ούτε ότι, επειδή οι δεσποτάδες και οι παπάδες έχουν μία αλληλοδιαδοχή με τις χειροτονίες, θα το λάβη γενικά όλη η Εκκλησία. Ούτε εννοεί ότι εξ αιτίας της χειροτονίας των επισκόπων υπάρχει οπωσδήποτε η εγγύησις ότι το Πνεύμα το Άγιο θα κατοική μόνιμα μέσα στην Ιεραρχία. Διότι, δεν είναι η ύπαρξις του επισκόπου η εγγύησις ότι μία Σύνοδος εμφορείται από το Άγιο Πνεύμα. Απόδειξις είναι ότι υπήρξαν μέσα στην Εκκλησία πολλοί επίσκοποι, που κατεδικάσθησαν ως αιρετικοί. Αν είχαν εκείνοι οι επίσκοποι Πνεύμα Άγιο, δεν θα έπεφταν σε αίρεσι. Άρα, δεν είναι η εις επίσκοπον χειροτονία κάποιου απόδειξις ούτε εγγύησις ότι στον επίσκοπο αυτόν κατοικεί οπωσδήποτε το Άγιο Πνεύμα. Άρα, δεν είναι η Χάρις της Αρχιερωσύνης εκείνη που οδηγεί την Εκκλησία «εις πάσαν την αλήθειαν».
Ο Χριστός μιλάει εδώ για κάτι άλλο. Οι Πατέρες λένε καθαρά ότι εδώ ο Χριστός μιλάει για δύο καταστάσεις. Από το ένα μέρος μιλάει για την φώτισι και από το άλλο μέρος μιλάει για την θέωσι. Όταν λέγη ο Χριστός ίνα πάντες εν ώσι, για ποιους μιλάει; Για τους Αποστόλους βέβαια. Δηλαδή παρακαλεί τον Πατέρα να γίνουν οι Απόστολοι «εν, καθώς ημείς εν εσμεν»63. Δεν λέγει εις, αλλά εν. Πως όμως ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα είναι εν; Απάντησις: Είναι ενωμένοι εις εν, κατά την δόξαν (ενέργειαν) και κατά την ουσίαν. Κατά τα Πρόσωπα, τις υποστάσεις, δεν είναι ενωμένοι. Διότι τα Πρόσωπα στην Αγία Τριάδα, λένε οι Πατέρες, είναι ακοινώνητα μεταξύ τους. Τα κοινά στην Αγία Τριάδα είναι η ουσία και η φυσική ενέργεια της ουσίας, δηλαδή η δόξα. Και κατά τι είναι εν ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα, με το οποίο εν και εμείς θα γίνωμε εν, δηλαδή και μεταξύ μας και με την Αγία Τριάδα; Ποιο θα είναι αυτό το κοινό γνώρισμα; Απάντησις: Είναι το εν κατά την δόξαν.
Δηλαδή, όπως ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα είναι ένα κατά την δόξαν, διότι έχουν κοινήν την δόξαν, έτσι και εμείς θα γίνωμε ένα, όταν όλοι μας μετάσχωμε στην δόξα του Θεού, όταν δηλαδή όλοι μας ή όσοι από εμάς γίνουν άξιοι, γίνουν μέτοχοι της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος, του ακτίστου Φωτός. Διότι, όταν ένας άνθρωπος δοξάζεται, τότε γίνεται κοινωνός της ακτίστου δόξης της Αγίας Τριάδος, οπότε ενώνεται και με την Αγία Τριάδα, αλλά και με όσους συνανθρώπους του είναι εκείνην την στιγμή ενωμένοι και εκείνοι με την δόξαν του Θεού.
Οπότε εκείνο, για το οποίο προσεύχεται ο Χριστός στον Μυστικό Δείπνο είναι, πρώτα-πρώτα για την κάθαρσί τους, μετά για την φώτισί τους και τέλος για την θέωσί τους. Επομένως το «οδηγήσει υμάς εις πάσαν την αλήθειαν» αναφέρεται όχι γενικά σε όλους τους ανθρώπους, αλλά ειδικά σε όσους θα λάβουν μέρος στην εμπειρία της θεώσεως. Δηλαδή, όταν ο άνθρωπος φθάση στην θέωσι, τότε μόνον οδηγείται εις πάσαν την αλήθειαν. Επομένως η πάσαν αλήθειαν (όχι περί του κτιστού κόσμου, αλλά περί του Θεού) γίνεται γνωστή μόνο στην εμπειρία της θεώσεως.
Επειδή όλοι οι Πατέρες είχαν αυτήν την εμπειρία ή παρόμοια, διότι είτε ήσαν σε κατάστασι φωτισμού είτε ήσαν σε κατάστασι θεώσεως, γι’ αυτό και όλοι τους έχουν την ίδια ακριβώς αντίληψι για την Αγία Γραφή και κάνουν όλοι τους την ίδια ερμηνεία στην Αγία Γραφή στα βασικά της σημεία και την ίδια ερμηνεία στα κείμενα των άλλων Πατέρων της Εκκλησίας.
Από τα παραπάνω τι συνάγεται; Όσοι βρίσκονται σε κατάστασι φωτισμού ή θεώσεως, αυτοί είναι θεόπνευστοι ή δεν είναι θεόπνευστοι; Απάντησις: Αυτοί φυσικά είναι θεόπνευστοι. Διότι θεοπνευστία σημαίνει τι; Σημαίνει να είναι κάποιος εμπνευσμένος από τον Θεόν. Εν αντιδιαστολή προς τι; Προς το να είναι κανείς εμπνευσμένος από τον διάβολο και τους δαίμονες. Εκείνος θα είναι διαβολόπνευστος και δαιμονόπνευστος.
Η υψηλοτέρα μορφή της Αποκαλύψεως όσον αφορά στην θεοπνευστία, ήταν εκείνη που συνέβη στους Αποστόλους κατά την ημέρα της Πεντηκοστής. Το κλειδί λοιπόν της Ορθοδόξου θεολογίας σχετικά με την θεοπνευστία είναι η Πεντηκοστή. Εάν κανείς μπορέση να κατανοήση την σημασία της Πεντηκοστής για την Πατερική παράδοσι, τότε και θεολόγος να μην είναι, τουλάχιστον θα ξέρη τι είναι Θεολογία και τι θεολόγος. Όπως δεν χρειάζεται να είναι κανείς γιατρός για να ξέρη τι είναι η Ιατρική επιστήμη και τι είναι γιατρός, κατά τον ίδιο τρόπο κάποιος μπορεί να ξέρη τι είναι Θεολογία, ποιος είναι ο θεολόγος και ποιος είναι ο θεολογών, χωρίς να είναι ο ίδιος θεολόγος ή θεολογών.
  Σημειώσεις

Περί θεοπνευστίας

Περί θεοπνευστίας



30. Περί θεοπνευστίας


Ας πάμε τώρα στο θέμα της θεοπνευστίας. Μεταξύ των Προτεσταντών και των Παπικών έχει δημιουργηθή η εντύπωσις, η οποία έχει επηρεάσει πάρα πολύ την μοντέρνα Ορθόδοξη σκέψι ότι την Αγία Γραφή ο Θεός την έδωσε στην Εκκλησία. Σ’ αυτό συμφωνούν όλοι και οι Προτεστάντες και οι Παπικοί και οι Ορθόδοξοι. Επί πλέον οι Ορθόδοξοι και οι Παπικοί συμφωνούν στο ότι ο Θεός έδωσε και την Ιερά Παράδοσι στην Εκκλησία. Οι Προτεστάντες στο θέμα της Παραδόσεως δείχνουν ότι αναθεωρούν μερικές από τις σκέψεις τους.
Συμβαίνει όμως σήμερα, η Ορθόδοξη Εκκλησία να αντιμετωπίζη ένα παράδοξο φαινόμενο: Και στην Παλαιά Διαθήκη και στην Καινή Διαθήκη, αλλά και στην Παράδοσι συναντά κανείς απόψεις, τις οποίες εδώ και τουλάχιστον 150 χρόνια η επιστήμη απέδειξε λανθασμένες με την πρόοδο στην έρευνα που είχαν κατ’ εξοχήν οι θετικές επιστήμες. Αυτό βέβαια δημιουργεί σοβαρό
πρόβλημα σε έναν ο οποίος δεν καταλαβαίνει σωστά τι εννοούν οι Πατέρες όταν μιλάνε για θεοπνευστία. Αυτό το πρόβλημα αφορά κυρίως στην μελέτη της Αγίας Γραφής.

Στην Φραγκική Παράδοσι που ακολούθησε τον Αυγουστίνο, η Αποκάλυψις ταυτίσθηκε με την αποκάλυψι νοημάτων εκ μέρους του Θεού στον άνθρωπο. Μάλιστα, όχι μόνο νοημάτων, αλλά και ρητών, δηλαδή όρων και λέξεων, που συνοδεύουν τα νοήματα αυτά. Αν όμως δεχθή κανείς αυτήν την άποψι τότε έχομε την λεγόμενη κατά γράμμα θεοπνευστία της Αγίας Γραφής,
κατά την οποία ο Θεός εμφανίζεται να υπαγορεύη τρόπον τινά τα ρητά και τα νοήματα στους συγγραφείς της Αγίας Γραφής.
Άπαξ όμως και υιοθετηθή αυτή η γραμμή, τότε συνάγεται ότι ουσιαστικά συγγραφεύς της Αγίας Γραφής είναι ο ίδιος ο Θεός και όχι οι Προφήται ή οι Ευαγγελισταί.
Επειδή λοιπόν η Δυτική Θεολογία ακολούθησε αυτήν την γραμμή, προκλήθηκε μεγάλο πρόβλημα με την  εμφάνιση της μοντέρνας επιστήμης, η οποία ανέτρεψε ωρισμένες θέσεις της Αγίας Γραφής, όπως π.χ. την ηλικία του κόσμου, οπότε είναι σαν να αποδεικνύεται ψεύστης ο Θεός σε εκείνα που ο ίδιος υπαγόρευσε, παλαιότερα.
Η κοινή άποψις που έχει επικρατήσει περί θεοπνευστίας είναι ότι το έργο της θεοπνευστίας περιορίζεται μόνο σε ό,τι έχει
κατατεθή μέσα στην Αγία Γραφή. Όταν λέμε θεοπνευστία, έρχεται αμέσως στο νου μας η Αγία Γραφή, δηλαδή οι Προφήτες και οι Απόστολοι. Αν τώρα κανείς είναι και συντηρητικός, θα έλθη στο μυαλό του και καμμία Οικουμενική Σύνοδος, εκτός από την Αγία Γραφή. Διότι για έναν τέτοιον άνθρωπο και οι αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων είναι θεόπνευστες. Και, αν είναι περισσότερο συντηρητικός, φέρνει στον νου του και τους Πατέρες της Εκκλησίας. Αν είναι ακόμη πιο συντηρητικός, φέρνει στο νου του και τους Κανόνες της Εκκλησίας, την Λειτουργική ζωή της Εκκλησίας, και τα ράσα και τα καλυμμαύχια… Αυτός ο τελευταίος είναι πλήρως συντηρητικός. Αν δηλαδή το 50 είναι η βάσις και το 100 το μέγιστο, αυτός πιάνει το 100. Έχει δηλαδή
100 κιλά συντηρητικότητος!
Εκείνο όμως που έχει σημασία είναι τούτο: Η θεοπνευστία έχει επικρατήσει να θεωρήται ότι καλύπτει ένα μεγάλο μέρος του χώρου της εκκλησιαστικής ζωής, αν όχι ολόκληρο τον χώρο αυτόν. Στην δε σύγχρονη Ορθόδοξη Θεολογία υπάρχει μεγάλη σύγχυσις επάνω στο θέμα αυτό. Στο τι είναι, τι σημαίνει δηλαδή θεοπνευστία και που είναι η θεοπνευστία.

Εκεί που συμφωνούν όλοι οι Χριστιανοί, Ορθόδοξοι και αιρετικοί, είναι ότι η Αγία Γραφή είναι θεόπνευστη. Ακόμη βέβαια δεν εξετάζομε το τι είναι η θεοπνευστία, κατά πόσον δηλαδή η Αγία Γραφή είναι όντως θεόπνευστη. Προς το παρόν ας κρατήσωμε τούτο: Ότι η Αγία Γραφή είναι θεόπνευστη.
Βάσει λοιπόν αυτού ισχύει εκείνο που αναφέρεται μέσα στην Αγία Γραφή, ότι δηλαδή ο Χριστός υπεσχέθη στους Αποστόλους ότι θα έστελνε το Πνεύμα το Άγιο, το Οποίο θα τους ωδηγούσε «εις πάσαν την αλήθειαν» 62 . Οπότε ο Χριστός είναι Εκείνος που αποστέλλει το Πνεύμα το Άγιο και Εκείνο είναι που οδηγεί εις πάσαν την αλήθειαν.
Τώρα όμως τίθεται το ερώτημα: Σε ποιους ακριβώς δίνει ο Χριστός το Πνεύμα το Άγιο και ποιους ακριβώς οδηγεί στην πλήρη αλήθεια;
Οι Παπικοί απαντούν και λένε ότι το Πνεύμα το Άγιον εδόθη κατ’ αρχήν εις τους Αποστόλους και μέσω των Αποστόλων το λαμβάνουν και όλοι οι επίσκοποι, όταν χειροτονούνται και ότι εις Αυτό μετέχουν και οι παπάδες κατά κάποιον τρόπον. Αυτή η πεποίθησις  εις  τους  Παπικούς  φαίνεται  καθαρά  στον  τρόπο  χειροτονίας  των  επισκόπων  τους,  κατά  την  οποία  λένε  οι
χειροτονούντες επίσκοποι στον χειροτονούμενο: Λάβε Πνεύμα Άγιον! Αυτό δίνει την εντύπωσι ότι ο χειροτονούμενος είχε ζήσει
την όλη μέχρι τότε ζωή του χωρίς Πνεύμα Άγιο, το οποίο παίρνει εκείνην την στιγμή της χειροτονίας του.
Το ερμηνευτικό έργο της Αγίας Γραφής είναι αναμφισβήτητα έργο του Αγίου Πνεύματος. Το Άγιο Πνεύμα είναι Εκείνο που καθοδηγεί τους ερμηνευτές στην ορθή ερμηνεία της Αγίας Γραφής. Πως όμως γίνεται αυτό το πράγμα;
Συνήθως στην Ιατρική επιστήμη, όταν λένε ότι το τάδε φάρμακο θεραπεύει την τάδε αρρώστεια, γνωρίζουν, από προηγηθείσες έρευνες και πως λειτουργεί θεραπευτικά το φάρμακο αυτό μέσα στον οργανισμό. Σε κάθε επιστήμη, όταν λέμε ότι
κάτι συμβαίνει, αυτό το  κάτι συνήθως μπορεί να εξακριβωθή.
Εδώ όμως έχομε το ερώτημα: Πως το Πνεύμα το Άγιο καθοδηγεί, ποιους καθοδηγεί και σε τι συνίσταται αυτή η καθοδήγησις;   Εκείνο που λένε μερικοί ότι, όταν μία Οικουμενική Σύνοδος αποφασίση κάτι, αυτό είναι αλάθητο, επειδή η Οικουμενική Σύνοδος είναι θεόπνευστη κλπ., είναι σαν να μας υποχρεώνουν να δεχθούμε ως αλάθητη διδασκαλία ό,τι αποφασίζει και διακηρύσσει μία Οικουμενική Σύνοδος. Αυτό είναι και το πνεύμα περί του αλαθήτου του Πάπα.
Βέβαια είναι σωστό ότι μία Οικουμενική Σύνοδος είναι αλάθητη, ότι διδάσκει αλαθήτως, ότι είναι ωφέλιμη για την πίστι μας κλπ. Ναι, αλλά πως γίνεται και είναι αλάθητη; Γιατί είναι αλάθητη; Γιατί οι αποφάσεις της είναι αλάθητες;
Η  μοντέρνα Ορθόδοξη  θεολογία μιλάει  πάρα  πολύ  για θεοπνευστία.  Από  όσα έχω  διαβάσει,  βλέπω  να μιλάνε  περί θεοπνευστίας, αλλά δεν έχω βρη περιγραφή της θεοπνευστίας εκείνης για την οποία μιλάνε. Είπαμε ότι και οι Ορθόδοξοι και οι
Παπικοί και οι Προτεστάντες συμφωνούν στο ότι η Αγία Γραφή είναι θεόπνευστος. Τι σημαίνει όμως θεοπνευστία; Και, εάν σώζεται κάπου, που σώζεται; Θα πη όμως κάποιος: Καλά, θεόπνευστοι ήταν μόνο οι Προφήτες και οι Απόστολοι; Μετά τους
Αποστόλους δεν έχομε θεοπνεύστους ανθρώπους; Δεν έχομε θεόπνευστα συγγράμματα εκτός της Αγίας Γραφής; Και, εάν ναι,
ποιοι είναι αυτοί οι θεόπνευστοι άνθρωποι; Και αν υπάρχουν, πως ξέρομε ότι είναι θεόπνευστοι; Οι Προφήτες ξέρομε ότι ήσαν θεόπνευστοι. Ομοίως και οι Απόστολοι ήσαν θεόπνευστοι. Εκτός όμως από αυτούς, ποιοι άλλοι ήσαν ή είναι θεόπνευστοι; Επίσης ποια είναι τα διάφορα στάδια αυτής της θεοπνευστίας, και πως διακρίνονται; Πως ο άνθρωπος εμπνέεται από τον Θεόν και πως ξέρομε ότι ένας είναι εμπνευσμένος από τον Θεόν και όχι από τον Διάβολο ή από φαντασιοπληξίες;
Ο Χριστός, όταν είπε ότι θα μας δώση το Πνεύμα το Άγιο, το οποίο θα μας οδηγήση εις πάσαν την αλήθειαν, δεν μίλησε για Οικουμενικές Συνόδους. Δεν είπε δηλαδή ότι αυτό θα γίνεται στις Οικουμενικές Συνόδους της Εκκλησίας. Αυτό δηλαδή το καινόν περί του αλαθήτου των Οικουμενικών Συνόδων δεν περιλαμβάνεται μέσα στην Αγία Γραφή. Ο Χριστός είπε απλά ότι το Πνεύμα το Άγιον θα είναι Εκείνο που θα μας οδηγήση στην πλήρη αλήθεια. Προηγουμένως όμως, πριν δηλαδή από αυτό, είπε ότι εάν έχετε αγάπη μεταξύ σας, εγώ και ο Πατέρας μου θα έλθωμε και θα κατοικήσωμε μέσα σας, καθώς επίσης είπε ότι τώρα, με βλέπετε, αλλά αργότερα δεν θα με βλέπετε. Αλλά, εάν έχετε αγάπη, πάλι θα με βλέπετε. Και, το Πνεύμα θα έλθη να κατοικήση μέσα σας και θα σας οδηγήση εις πάσαν την αλήθειαν.
Όλα αυτά που λέγει ο Χριστός και αναφέρονται στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη και που τα διαβάζουν οι παπάδες την Μεγάλη
Πέμπτη, είναι βασικά κεφάλαια. Αλλά γιατί είναι βασικά κεφάλαια; Αυτή η προσευχή του Ιησού, η Αρχιερατική, γιατί έχει τόσο μεγάλη σημασία; Γιατί προσεύχεται ο Χριστός για την ενότητα των Αποστόλων; Για ποια ένωσι προσεύχεται; Μήπως, των Εκκλησιών; Ποια ένωσις είναι αυτή; Αυτό, το «οδηγήσει υμάς εις πάσαν την αλήθειαν», όταν το λέγη ο Χριστός, το εννοεί ασφαλώς μέσα σε ωρισμένα πλαίσια. Ποια είναι αυτά;
Τα κεφάλαια αυτά, 14 έως 17, του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου κάνουν ολόκληρη ανάπτυξη περί της πνευματικής καταστάσεως των Αποστόλων σε σχέσι με την αγάπη και αναφέρουν ποια θα είναι τα αποτελέσματα της αγάπης. Η πλήρης μορφή όμως της αγάπης αποκαλύπτεται στην εμπειρία της θεώσεως. Η θέωσις είναι η πλήρης μορφή της αγάπης. Δι’ αυτής της αγάπης,
που πηγάζει από την εμπειρία της θεώσεως, γίνεται η πλήρης θεραπεία του ανθρώπου.
Η αγάπη αυτή αρχίζη να ενεργήται, όταν έλθη το Πνεύμα το Άγιο μέσα στον άνθρωπο, οπότε γίνεται ο άνθρωπος κατοικητήριο και ναός του Αγίου Πνεύματος. Και, όταν έλθη το Πνεύμα το Άγιο και κατοικήση μέσα στον άνθρωπο, φέρνει μαζί Του και τον Πατέρα και τον Υιόν. Τότε στον άνθρωπο κατοικεί ολόκληρη η Αγία Τριάδα. Αλλά πως γνωρίζει ο άνθρωπος ότι έγινε  ναός  του  Αγίου  Πνεύματος;  Πως  γίνεται  αυτή  η  διαπίστωσις;  Ο  αληθινός  πνευματικός  πατέρας  γνωρίζει  πότε  ένα πνευματικό του παιδί έχει λάβει το Άγιο Πνεύμα και έχει γίνει ναός του Αγίου Πνεύματος. Έχομε συγκεκριμένα Πατερικά κριτήρια στο θέμα αυτό. Ποια είναι αυτά;
Όταν ο Χριστός μιλάη για την έκχυσι του Αγίου Πνεύματος στην Εκκλησία και στους πιστούς, δεν μιλάη αφηρημένα, δεν εννοεί ότι θα το στείλη σε όλην την Εκκλησία γενικά. Ούτε ότι, επειδή οι δεσποτάδες και οι παπάδες έχουν μία αλληλοδιαδοχή με τις χειροτονίες, θα το λάβη γενικά όλη η Εκκλησία. Ούτε εννοεί ότι εξ αιτίας της χειροτονίας των επισκόπων υπάρχει οπωσδήποτε η εγγύησις ότι το Πνεύμα το Άγιο θα κατοική μόνιμα μέσα στην Ιεραρχία. Διότι, δεν είναι η ύπαρξις του επισκόπου η εγγύησις ότι μία Σύνοδος εμφορείται από το Άγιο Πνεύμα. Απόδειξις είναι ότι υπήρξαν μέσα στην Εκκλησία πολλοί επίσκοποι, που κατεδικάσθησαν ως αιρετικοί. Αν είχαν εκείνοι οι επίσκοποι Πνεύμα Άγιο, δεν θα έπεφταν σε αίρεσι. Άρα, δεν είναι η εις επίσκοπον χειροτονία κάποιου απόδειξις ούτε εγγύησις ότι στον επίσκοπο αυτόν κατοικεί οπωσδήποτε το Άγιο Πνεύμα. Άρα, δεν είναι η Χάρις της Αρχιερωσύνης εκείνη που οδηγεί την Εκκλησία «εις πάσαν την αλήθειαν».
Ο Χριστός μιλάει εδώ για κάτι άλλο. Οι Πατέρες λένε καθαρά ότι εδώ ο Χριστός μιλάει για δύο καταστάσεις. Από το ένα μέρος μιλάει για την φώτισι και από το άλλο μέρος μιλάει για την θέωσι. Όταν λέγη ο Χριστός ίνα πάντες εν ώσι, για ποιους
μιλάει; Για τους Αποστόλους βέβαια. Δηλαδή παρακαλεί τον Πατέρα να γίνουν οι Απόστολοι «εν, καθώς ημείς εν εσμεν»63 . Δεν λέγει εις, αλλά εν. Πως όμως ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα είναι εν; Απάντησις: Είναι ενωμένοι εις εν, κατά την δόξαν (ενέργειαν) και κατά την ουσίαν. Κατά τα Πρόσωπα, τις υποστάσεις, δεν είναι ενωμένοι. Διότι τα Πρόσωπα στην Αγία Τριάδα, λένε οι Πατέρες, είναι ακοινώνητα μεταξύ τους. Τα κοινά στην Αγία Τριάδα είναι η ουσία και η φυσική ενέργεια της ουσίας, δηλαδή η δόξα. Και κατά τι είναι εν ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα, με το οποίο εν και εμείς θα γίνωμε εν, δηλαδή και μεταξύ μας και με την Αγία Τριάδα; Ποιο θα είναι αυτό το κοινό γνώρισμα; Απάντησις: Είναι το εν κατά την δόξαν.
Δηλαδή, όπως ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα είναι ένα κατά την δόξαν, διότι έχουν κοινήν την δόξαν, έτσι και εμείς θα γίνωμε ένα, όταν όλοι μας μετάσχωμε στην δόξα του Θεού, όταν δηλαδή όλοι μας ή όσοι από εμάς γίνουν άξιοι, γίνουν μέτοχοι της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος, του ακτίστου Φωτός. Διότι, όταν ένας άνθρωπος δοξάζεται, τότε γίνεται κοινωνός της ακτίστου δόξης της Αγίας Τριάδος, οπότε ενώνεται και με την Αγία Τριάδα, αλλά και με όσους συνανθρώπους του είναι εκείνην την στιγμή ενωμένοι και εκείνοι με την δόξαν του Θεού.
Οπότε εκείνο, για το οποίο προσεύχεται ο Χριστός στον Μυστικό Δείπνο είναι, πρώτα-πρώτα για την κάθαρσί τους, μετά για την φώτισί τους και τέλος για την θέωσί τους. Επομένως το «οδηγήσει υμάς εις πάσαν την αλήθειαν» αναφέρεται όχι γενικά σε όλους τους ανθρώπους, αλλά ειδικά σε όσους θα λάβουν μέρος στην εμπειρία της θεώσεως. Δηλαδή, όταν ο άνθρωπος φθάση
στην θέωσι, τότε μόνον οδηγείται εις πάσαν την αλήθειαν. Επομένως η πάσαν αλήθειαν (όχι περί του κτιστού κόσμου, αλλά περί
του Θεού) γίνεται γνωστή μόνο στην εμπειρία της θεώσεως.
Επειδή όλοι οι Πατέρες είχαν αυτήν την εμπειρία ή παρόμοια, διότι είτε ήσαν σε κατάστασι φωτισμού είτε ήσαν σε κατάστασι θεώσεως, γι’ αυτό και όλοι τους έχουν την ίδια ακριβώς αντίληψι για την Αγία Γραφή και κάνουν όλοι τους την ίδια ερμηνεία στην Αγία Γραφή στα βασικά της σημεία και την ίδια ερμηνεία στα κείμενα των άλλων Πατέρων της Εκκλησίας.
Από τα παραπάνω τι συνάγεται; Όσοι βρίσκονται σε κατάστασι φωτισμού ή θεώσεως, αυτοί είναι θεόπνευστοι ή δεν είναι θεόπνευστοι;  Απάντησις:  Αυτοί  φυσικά  είναι  θεόπνευστοι.  Διότι  θεοπνευστία  σημαίνει  τι;  Σημαίνει  να  είναι  κάποιος εμπνευσμένος από τον Θεόν. Εν αντιδιαστολή προς τι; Προς το να είναι κανείς εμπνευσμένος από τον διάβολο και τους δαίμονες. Εκείνος θα είναι διαβολόπνευστος και δαιμονόπνευστος.
Η υψηλοτέρα μορφή της Αποκαλύψεως όσον αφορά στην θεοπνευστία, ήταν εκείνη που συνέβη στους Αποστόλους κατά την ημέρα της Πεντηκοστής. Το κλειδί λοιπόν της Ορθοδόξου θεολογίας σχετικά με την θεοπνευστία είναι η Πεντηκοστή. Εάν κανείς μπορέση να κατανοήση την σημασία της Πεντηκοστής για την Πατερική παράδοσι, τότε και θεολόγος να μην είναι, τουλάχιστον θα ξέρη τι είναι Θεολογία και τι θεολόγος. Όπως δεν χρειάζεται να είναι κανείς γιατρός για να ξέρη τι είναι η Ιατρική επιστήμη και τι είναι γιατρός, κατά τον ίδιο τρόπο κάποιος μπορεί να ξέρη τι είναι Θεολογία, ποιος είναι ο θεολόγος και ποιος είναι ο θεολογών, χωρίς να είναι ο ίδιος θεολόγος ή θεολογών.

Περί θεοπνευστίας

Περί θεοπνευστίας

Του πρωτοπρεσβυτέρου Ιωάννη Σ. Ρωμανίδη (+)

Καθηγητή Πανεπιστημίου

Δυστυχώς σήμερα στην Ορθοδοξία υπάρχουν επιρροές παπικές και προτεστάντικες. Προσπαθούν να μας πείσουν είτε πως η Αγία γραφή είναι η μόνη πηγή πίστεως, είτε πως μόνο οι "εκπαιδευμένοι" και "διαβασμένοι" μπορούν να την ερμηνεύσουν.
Στην πραγματικότητα το μόνο κριτήριο ερμηνείας Θεόπνευστων γραφών είναι ο Φωτισμός και η Θέωση. Εαν κάποιος δεν βρίσκεται στην κατάσταση αυτή, τότε η οποιαδήποτε προσπάθεια ερμηνείας πιθανότατα θα πέσει στο κενό. βεβαίως σε κατάσταση φωτισμού και θέωσης δεν βρίσκονταν μόνο οι αρχαίοι Πατέρες αλλά και οι σημερινοί. Όμως πολλοί σήμερα, ενώ καμία σχέση δεν έχουν με αυτά έχουν την ψευδαίσθηση πως μπορούν να ερμηνεύσουν ΠΛΗΡΩΣ τα Θεόπνευστα κείμενα. Αυτό οφείλεται, απλά στον εγωϊσμό και την υπερηφάνεια τους. Ανθρωποι όπως ο Teillard de Chardin, στην παπική Εκκλησία, εφαρμόζοντας έναν κίβδηλο "επιστημονισμό", κατάφεραν να εισάγουν ΝΕΟΕΠΟΧΙΤΙΚΕΣ αντιχριστιανικές αντιλήψεις. Ορισμένοι δικοί μας "Ορθόδοξοι" θα ήθελαν να κάνουν το ίδιο.
 
 Όπως λέει και ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος:
"Τι γαρ ακαθαρτότερον, ειπέ μοι, του μετά οιήσεως και υπερηφανίας διδάσκειν επιχειρούντος τα του Πνευματος άνευ Πνεύματος; Τι μιαρώτερον του μη μετανοήσαντος και προκαθάραντος εαυτόν, αλλά τούτο μεν αφέντος δια μόνης δε της ψευδωνύμου γνώσεως και της έξω σοφίας βουλομένου Θεολογείν και περί των όντων και αεί ωσαύτως όντων τολμηρώς διαλέγεσθαι;   " .
(Θεολογικός, 1, 271-277, S.C. 122, 116)
 
Βλέπουμε πως θεωρείται αμαρτία, ΜΙΑΣΜΑ, κατα τον Αγιο, η χωρίς να είμαστε καθαρισμένοι από τα πάθη, Θεολογική ερμηνεία.
 
Αλλού λέει :
"Ει γαρ δια γραμμάτων και μαθημάτων  η επίγνωσις της αληθούς σοφίας και της του Θεού γνώσεως έμελλεν ημίν,  αδελφοί, δίδοσθαι, τις ην άρα χρεία της πίστεως η του θείου βαπτίσματος η της των μυστηρίων αυτών μεταλήψεως; ουδεμία μενούν "
(Κεφάλαια θεολογικά και πρακτικά 3, 84-86, S.C. 51, 106-108)
 
Ας δούμε όμως, τι λέει ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης για την έννοια της Θεοπνευστίας.

 ____________________________________


 Ας πάμε τώρα στο θέμα της θεοπνευστίας. Μεταξύ των Προτεσταντών και των Παπικών έχει δημιουργηθή η εντύπωσις, η οποία έχει επηρεάσει πάρα πολύ την μοντέρνα Ορθόδοξη σκέψι ότι την Αγία Γραφή ο Θεός την έδωσε στην Εκκλησία. Σ' αυτό συμφωνούν όλοι και οι Προτεστάντες και οι Παπικοί και οι Ορθόδοξοι. Επί πλέον οι Ορθόδοξοι και οι Παπικοί συμφωνούν στο ότι ο Θεός έδωσε και την Ιερά Παράδοσι στην Εκκλησία. Οι Προτεστάντες στο θέμα της Παραδόσεως δείχνουν ότι αναθεωρούν μερικές από τις σκέψεις τους.

   Συμβαίνει όμως σήμερα, η Ορθόδοξη Εκκλησία να αντιμετωπίζει ένα παράξενο φαινόμενο: και στην Παλαιά και στην Καινή Διαθήκη, αλλά και στην Παράδοση συναντά κανείς απόψεις, τις οποίες εδώ και τουλάχιστον 150 χρόνια η επιστήμη απέδειξε λανθασμένες με την πρόοδο στην έρευνα που είχαν κατ' εξοχήν οι θετικές επιστήμες. Αυτό βέβαια δημιουργεί σοβαρό πρόβλημα σε έναν ο οποίος δεν καταλαβαίνει σωστά τι εννοούν οι Πατέρες όταν μιλάνε για θεοπνευστία. Αυτό το πρόβλημα αφορά κυρίως στην μελέτη της Αγίας Γραφής.
 
 Στην Φράγκικη Παράδοσι που ακολούθησε τον Αυγουστίνο, η Αποκάλυψις ταυτίστηκε με την αποκάλυψι νοημάτων εκ μέρους του Θεού στον άνθρωπο. Μάλιστα, όχι μόνο νοημάτων, αλλά και ρητών, δηλαδή όρων και λέξεων, που συνοδεύουν τα ρήματα αυτά. Αν όμως δεχθή   κανείς αυτήν την άποψι τότε έχομε την λεγόμενη κατά γράμμα θεοπνευστία της Αγίας Γραφής, κατά την οποία ο Θεός εμφανίζεται να υπαγορεύη τρόπον τινά τα ρητά και τα νοήματα  στούς συγγραφείς της Αγίας Γραφής. Άπαξ όμως και υιοθετηθή αυτή η γραμμή, τότε συνάγεται ότι ουσιαστικά συγγραφεύς της Αγίας Γραφής είναι ο ίδιος ο Θεός και όχι οι Προφήτες ή οι Ευαγγελισταί.
 
  Επειδή λοιπόν η Δυτική Θεολογία ακολούθησε αυτήν την γραμμή, προκλήθηκε μεγάλο πρόβλημα με την  εμφάνιση της μοντέρνας επιστήμης, η οποία ανέτρεψε ωρισμένες θέσεις της Αγίας Γραφής, όπως π.χ. την ηλικία του κόσμου, οπότε είναι σαν να αποδεικνύεται ψεύστης ο Θεός σε εκείνα που ο ίδιος υπαγόρευσε, παλαιότερα.

  Η κοινή άποψις που έχει επικρατήσει περί θεοπνευστίας είναι ότι το έργο της θεοπνευστίας περιορίζεται μόνο σε ό,τι  έχει κατατεθή μέσα στην Αγία Γραφή. Όταν λέμε θεοπνευστία, έρχεται αμέσως στο νού μας η Αγία Γραφή, δηλαδή οι Προφήτες και οι Απόστολοι. Αν τώρα κανείς είναι και συντηρητικός, θα έλθη στο μυαλό του και καμμία Οικουμενική  Σύνοδος, εκτός από την Αγία Γραφή . Διότι για έναν τέτοιο άνθρωπο και οι αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων είναι θεόπνευστες. Και, αν είναι περισσότερο συντηρητικός, φέρνει στον νου του και τους Πατέρες της Εκκλησίας. Αν είναι ακόμα πιο συντηρητικός, φέρνει στο νου του τους Κανόνες της Εκκλησίας, την Λειτουργική ζωή της Εκκλησίας, και τα ράσα και τα καλυμμαύχια. Αυτός ο τελευταίος είναι πλήρως συντηρητικός. Αν δηλαδή το 50 είναι η βάσις και το 100 το μέγιστο, αυτός πιάνει το 100. Έχει δηλαδή 100 κιλά συντηρητικότητος!
 
  Εκείνο που έχει όμως σημασία είναι τούτο: Η θεοπνευστία έχει επικρατήσει να θεωρήται ότι καλύπτει ένα μεγάλο μέρος του χώρου της εκκλησιαστικής ζωής, αν όχι ολόκληρο τον χώρο αυτόν. Στην δε σύχρονη Ορθόδοξη Θεολογία υπάρχει μεγάλη σύγχισις επάνω στο θέμα αυτό. Στο τι είναι, τι σημαίνει δηλαδή θεοπνευστία και πού είναι η θεοπνευστία.
 
  Εκεί που συμφωνούν όλοι οι Χριστιανοί, Ορθόδοξοι και αιρετικοί, είναι ότι η Αγία Γραφή είναι θεόπνευστη. Ακόμη βέβαια δεν εξετάζομε το τι είναι η θεοπνευστία, κατά πόσον δηλαδή η Αγία Γραφή είναι όντως θεόπνευστη. Πρός το παρόν ας κρατήσωμε τούτο: Ότι η Αγία Γραφή είναι θεόπνευστη. 
 Βάσει λοιπόν αυτού ισχύει εκείνο που αναφέρεται μέσα στην Αγία Γραφή, ότι δηλαδή ο Χριστός υπεσχέθη στους Αποστόλους ότι θα έστελνε το Πνεύμα το Άγιο, το Οποίο θα τους οδηγούσε «εις πάσαν την αλήθειαν» [Ιω 16, 13]. Οπότε ο Χριστός είναι Εκείνος που αποστέλλει το Πνεύμα το Άγιον και Εκείνο είναι που οδηγεί εις πάσαν την αλήθειαν.
 
  Τώρα όμως τίθεται το ερώτημα : σε ποιούς ακριβώς δίνει ο Χριστός το Πνεύμα το Άγιο και ποιούς ακριβώς οδηγεί στην πλήρη αλήθεια;
 
 Οι Παπικοί απαντούν και λένε ότι το Πνεύμα το Άγιον εδόθη κατ' αρχήν εις τους Αποστόλους και μέσω των Αποστόλων το λαμβάνουν και όλοι οι επίσκοποι, όταν χειροτονούνται και ότι εις Αυτό μετέχουν και οι παπάδες κατά κάποιον τρόπον. Αυτή η πεποίθησις εις τους Παπικούς φαίνεται καθαρά στον τρόπο χειροτονίας των επισκόπων τους, κατά την οποίαν λένε οι χειροτονούντες επίσκοποι στον χειροτονούμενο: Λάβε Πνεύμα Άγιον! Αυτό δίνει την εντύπωσι ότι ο χειροτονούμενος είχε ζήσει την όλη μέχρι τότε ζωή του χωρίς Πνεύμα Άγιο, το οποίο παίρνει εκείνην την στιγμή της χειροτονίας του.
 
  Το ερμηνευτικό έργο της Αγίας Γραφής είναι αναμφισβήτητα έργο του Αγίου Πνεύματος. Το Άγιο πνεύμα είναι Εκείνο που καθοδηγεί τους ερμηνευτές στην ορθή ερμηνεία της Αγίας Γραφής. Πώς όμως γίνεται αυτό το πράγμα;

  Συνήθως στην ιατρική επιστήμη, όταν λέμε ότι το τάδε φάρμακο θεραπεύει την τάδε αρρώστια, γνωρίζουν, από προηγηθείσες έρευνες και πώς λειτουργεί θεραπευτικά το φάρμακο αυτό μέσα στόν οργανισμό. Σε κάθε επιστήμη, όταν λέμε ότι κάτι συμβαίνει, αυτό το  κάτι συνήθως μπορεί να εξακριβωθή.
 
 Εδώ όμως έχομε το ερώτημα: Πώς το Πνεύμα το Άγιο καθοδηγεί, ποιους καθοδηγεί και σε τι συνίσταται αυτή η καθοδήγησις;  Εκείνο που λένε μερικοί ότι, όταν μία Οικουμενική Σύνοδος αποφασίσει κάτι, αυτό είναι αλήθητο, επειδή η Οικουμενική Σύνοδος  είναι θεόπνευστη κλπ., είναι σαν να μας υποχρεώνουν να δεχθούμε ως αλάθητη διδασκαλία ό,τι αποφασίζει και διακηρύσσει μία Οικουμενική Σύνοδος. Αυτό είναι και το πνεύμα περί του αλάθητου του Πάπα.
 
 Βέβαια είναι σωστό ότι μια Οικουμενική Σύνοδος είναι αλάθητη, ότι διδάσκει αλαθήτως, ότι είναι ωφέλιμη για την πίστι μας κλπ. Ναι, αλλά πώς γίνεται και είναι αλάθητη; Γιατί είναι αλάθητη; Γιατί οι αποφάσεις της είναι αλάθητες;
 
 Η μοντέρνα Ορθόδοξη θεολογία μιλάει πάρα πολύ για θεοπνευστία. Από όσα έχω διαβάσει, βλέπω να μιλάνε περί θεοπνευστίας, αλλά δεν έχω βρει περιγραφή της θεοπνευστίας εκείνης για την οποία μιλάνε. Είπαμε ότι και οι Ορθόδοξοι και οι Παπικοί και οι Προτεστάντες συμφωνούν στο ότι η Αγία Γραφή είναι θεόπνευστος. Τι σημαίνει όμως θεοπνευστία; Και, εάν σώζεται κάπου, που σώζεται;
 
Θα πει όμως κάποιος: Καλά, θεόπνευστοι ήταν μόνο οι Προφήτες και οι Απόστολοι; Μετά τους Αποστόλους δεν έχομε θεόπνευστους ανθρώπους; Δεν έχομε θεόπνευστα συγγράμματα εκτός της Αγίας Γραφής; Και, εάν ναι, ποιοι είναι αυτοί οι θεόπνευστοι άνθρωποι; Και αν υπάρχουν, πώς ξέρομε ότι είναι θεόπνευστοι; Οι προφήτες ξέρομε ότι ήσαν θεόπνευστοι. Ομοίως και οι Απόστολοι ήσαν θεόπνευστοι. Εκτός όμως από αυτούς, ποιοι άλλοι ήσαν ή είναι θεόπνευστοι; Επίσης ποια είναι τα διάφορα στάδια αυτής της θεοπνευστίας, και πώς διακρίνονται; Πώς ο άνθρωπος εμπνέεται από τον Θεόν και πώς ξέρομε ότι ένας είναι εμπνευσμένος από τον Θεόν και όχι από τον Διάβολον ή από φαντασιοπληξίες;
 
   Ο Χριστός, όταν είπε ότι θα μας δώση το Πνεύμα το Άγιο, το οποίο θα μας οδηγήση εις πάσαν την αλήθειαν, δεν μιλούσε για Οικουμενικές Συνόδους. Δεν είπε δηλαδή ότι αυτό θα γίνεται στις Οικουμενικές Συνόδους της  Εκκλησίας. Αυτό δηλαδή το καινόν περί του αλαθήτου των Οικουμενικών Συνόδων δεν περιλαμβάνεται μέσα στην Αγία Γραφή. Ο Χριστός είπε απλά ότι το Πνεύμα το Άγιον θα είναι Εκείνο που θα μας οδηγήση  στην πλήρη αλήθεια. Προηγουμένως όμως, πριν δηλαδή από αυτό, είπε ότι εάν έχετε αγάπη μεταξύ σας, εγώ και ο Πατέρας μου θα έλθωμε και θα κατοικήσωμε μέσα σας, καθώς επίσης είπε ότι τώρα, με βλέπετε, αλλά αργότερα δεν θα με βλέπετε. Αλλά, εάν έχετε αγάπη, πάλι θα με βλέπετε. Και, το Πνεύμα θα έλθη να κατοικήση μέσα σας και θα σας οδηγήση εις πάσαν την αλήθειαν.
 
    Όλα αυτά που λέγει ο Χριστός και αναφέρονται στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη και που τα διαβάζουν οι παπάδες την Μεγάλη Πέμπτη, είναι βασικά κεφάλαια. Αλλά γιατί είναι βασικά κεφάλαια; Αυτή η προσευχή του Ιησού, η Αρχιερατική, γιατί έχει τόσο μεγάλη σημασία; Γιατί προσεύχεται ο Χριστός για την ενότητα των Αποστόλων; Για ποια ένωσι προσεύχεται; Μήπως των Εκκλησιών; Ποια ένωσις είναι αυτή; Αυτό, το «οδηγήσει υμάς εις πάσαν την αλήθειαν», όταν το λέγη ο Χριστός, το εννοεί ασφαλώς μέσα σε ωρισμένα πλαίσια. Ποια είναι τα πλαίσια αυτά;
 
  Τα κεφάλαια αυτά, 14 έως 17, του  κατά Ιωάννη  Ευαγγελίου κάνουν ολόκληρη ανάπτυξη περί της πνευματικής καταστάσεως των Αποστόλων σε σχέσι με την αγάπη και αναφέρουν ποια θα είναι τα αποτελέσματα της αγάπης. Η πλήρης μορφή όμως της αγάπης αποκαλύπτεται στην εμπειρία της  θεώσεως. Η θέωσις είναι  η πλήρης μορφή της αγάπης. Δι' αυτής της αγάπης, που πηγάζει από την εμπειρία της θεώσεως, γίνεται η πλήρης θεραπεία του ανθρώπου.

  Η αγάπη αυτή αρχίζη να ενεργήται, όταν έλθη το Πνεύμα το Άγιον μέσα στον άνθρωπο, οπότε γίνεται ο άνθρωπος κατοικητήριο και ναός του Αγίου Πνεύματος. Και, όταν έλθη το Πνεύμα το Άγιο και κατοικήση μέσα στόν άνθρωπο ,φέρνει μαζί Του και τον Πατέρα και τον Υιόν. Τότε στον άνθρωπο κατοικεί ολόκληρη η Αγία Τριάδα. Αλλά πώς γνωρίζει ο άνθρωπος ότι έγινε ναός του Αγίου Πνεύματος; Πώς γίνεται αυτή η διαπίστωσις; Ο αληθινός πνευματικός πατέρας γνωρίζει πότε ένα πνευματικό του παιδί έχει λάβει το Άγιο Πνεύμα και έχει γίνει ναός του Αγίου Πνεύματος. Έχομε συγκεκριμένα Πατερικά κριτήρια στο θέμα αυτό. Ποιά είναι αυτά;
 
 Όταν ο Χριστός μιλάει για την έκχυση του Αγίου Πνεύματος στην Εκκλησία και στους πιστούς, δεν μιλάει αφηρημένα, δεν μιλάει ότι θα το στείλη σε όλη την Εκκλησία γενικά. Ούτε ότι, επειδή οι δεσποτάδες και οι παπάδες έχουν μία αλληλοδιαδοχή με τις χειροτονίες, θα το λάβη γενικά όλη η Εκκλησία. Ούτε εννοεί ότι εξ' αιτίας της χειροτονίας των επισκόπων υπάρχει οπωσδήποτε η εγγύησις ότι το Πνεύμα το Άγιο θα κατοικήση μόνιμα μέσα στην Ιεραρχία. Διότι, δεν είναι η ύπαρξις του επισκόπου η εγγύησις ότι μία Σύνοδος εμφορείται από το Άγιο Πνεύμα. Απόδειξις είναι ότι υπήρξαν μέσα στην Εκκλησία πολλοί επίσκοποι, που κατεδικάσθησαν ως αιρετικοί. Αν είχαν εκείνοι οι επίσκοποι Πνεύμα Άγιο, δεν θα έπεφταν σε αίρεσι. Άρα, δεν είναι η εις επίσκοπον χειροτονία κάποιου απόδειξις ούτε εγγύησις ότι στον επίσκοπο αυτόν κατοικεί οπωσδήποτε το Άγιο Πνεύμα. Άρα, δεν είναι η Χάρις της Αρχιεροσύνης εκείνη που οδηγεί την Εκκλησία «εις πάσαν την αλήθειαν».
 
 Ο Χριστός μιλάει εδώ για κάτι άλλο. Οι Πατέρες λένε καθαρά ότι ο Χριστός εδώ μιλάει για δύο καταστάσεις. Από το ένα μέρος μιλάει για την φώτιση και από το άλλο μέρος μιλάει για την θέωσι. Όταν λέγη ο Χριστός ίνα πάντες έν ώσι, για ποιους μιλάει; Για τους Αποστόλους βέβαια. Δηλαδή παρακαλεί τον Πατέρα να γίνουν οι Απόστολοι «έν , καθώς έν εσμέν» [Ιω 17,11]. Δέν λέγει εις, αλλά έν.
 
Πώς όμως ο Πατήρ, ο υιός και το Άγιο Πνεύμα είναι έν; Απάντησις: Είναι ενωμένοι εις έν, κατά την δόξαν (ενέργειαν) και κατά την ουσίαν. Κατά τα Πρόσωπα, τις υποστάσεις, δεν είναι ενωμένοι. Διότι τα Πρόσωπα  στην Αγία Τριάδα, λένε οι Πατέρες, είναι ακοινώνητα μεταξύ τους. Τα κοινά στην Αγία Τριάδα είναι η ουσία και η φυσική ενέργεια της ουσίας, δηλαδή η Δόξα.
 
Και κατά τι είναι έν ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα, με το οποίον έν και εμείς θα γίνωμε έν, δηλαδή και μεταξύ μας και με την Αγία Τριάδα; Ποιο θα είναι αυτό το κοινό γνώρισμα; Απάντησις: Είναι το έν κατά την δόξαν.
 
  Δηλαδή, όπως ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα είναι ένα κατά την δόξαν, διότι έχουν κοινήν την δόξαν, έτσι και εμείς θα γίνωμε ένα, όταν όλοι μας μετάσχωμε στην δόξα του Θεού, όταν δηλαδή όλοι μας ή όσοι από εμάς γίνουν άξιοι, γίνουν μέτοχοι της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος, του ακτίστου Φωτός. Διότι, όταν ένας άνθρωπος δοξάζεται, τότε γίνεται κοινωνός της ακτίστου δόξης της Αγίας Τριάδος, οπότε ενώνεται και με την Αγία Τριάδα, αλλά και με όσους συνανθρώπους είναι εκείνη την στιγμή ενωμένοι και εκείνοι με την δόξαν του Θεου.
 
 Οπότε εκείνο, για το οποίο προσεύχεται ο Χριστός στον Μυστικό Δείπνο είναι, πρώτα - πρώτα για την κάθαρσι τους, μετά για την φώτισι τους και τέλος για την θέωσι τους. Επομένως το «οδηγήσει υμάς εις πάσαν την αλήθειαν» αναφέρεται όχι γενικά σε όλους τους ανθρώπους, αλλά ειδικά σε όσους θα λάβουν μέρος στην εμπειρία της θεώσεως. Δηλαδή, όταν ο άνθρωπος φθάση στην θέωσι, τότε μόνον οδηγείται εις πάσαν την αλήθειαν. Επομένως η πάσα αλήθεια (όχι περί του κτιστού κόσμου, αλλά περί του Θεού) γίνεται μόνη στην εμπειρία της θεώσεως.
 
 Επειδή όλοι οι Πατέρες είχαν αυτήν την εμπειρία ή παρόμοια, διότι είτε ήσαν σε κατάστασι φωτισμού είτε σε κατάστασι θεώσεως, γι' αυτό και όλοι τους έχουν την ίδια ακριβώς αντίληψι για την Αγία Γραφή και  κάνουν όλοι τους την ίδια ερμηνεία στην Αγία Γραφή στα βασικά της σημεία και την ίδια ερμηνεία στα κείμενα των άλλων Πατέρων της Εκκλησίας.
 
  Από τα παραπάνω τι συνάγεται; Όσοι βρίσκονται σε κατάστασι φωτισμού ή θεώσεως, αυτοί είναι θεόπνευστοι ή δεν είναι θεόπνευστοι; Απάντησις: Αυτοί φυσικά είναι θεόπνευστοι. Διότι θεοπνευστία σημαίνει τι; Σημαίνει να είναι κάποιος εμπνευσμένος από τον Θεόν. Εν αντιδιαστολή προς τι; Προς το να είναι κανείς εμπνευσμένος από τον διάβολο και τους δαίμονες. Εκείνος θα είναι διαβολόπνευστος και δαιμονόπνευστος.
 
 Η υψηλότερη μορφή της Αποκαλύψεως όσον αφορά στην θεοπνευστία, ήταν εκείνη  που συνέβη στους Αποστόλους κατά την ημέρα της Πεντηκοστής. Το κλειδί λοιπόν της Ορθοδόξου θεολογίας σχετικά με την θεοπνευστία είναι η Πεντηκοστή. Εάν κανείς μπορέσει να κατανοήσει την σημασία της Πεντηκοστής για την Πατερική παράδοση, τότε και θεολόγος να μην είναι, τουλάχιστον θα ξέρει τι είναι Θεολογία και τι θεολόγος. Όπως δεν χρειάζεται να είναι κανείς γιατρός για να ξέρει τι είναι Ιατρική επιστήμη και τι είναι γιατρός, κατά τον ίδιο τρόπο  κάποιος μπορεί να ξέρει τι είναι Θεολογία, ποιος είναι ο θεολόγος και  ποιος είναι ο θεολογών, χωρίς να είναι ο ίδιος θεολόγος ή θεολογών.
 
 

Ιωαννου Σ. Ρωμανίδου, "Πατερική Θεολογία" , Εκδόσεις Παρακαταθήκη, 2004, σελ 115 –124, Πρόλογος Πρωτοπρ. Γεωργίου Δ. Μεταλληνού,  Επιμέλεια – Σχόλια: Μοναχού Δαμασκηνού Αγιορείτου

ΙΑΠΩΝΙΚΕΣ ΘΡΗΣΚΕΙΕΣ ΚΙ (Johrei – Mahikari - Rei­ki)



ΙΑΠΩΝΙΚΕΣ ΘΡΗΣΚΕΙΕΣ ΚΙ (Johrei – Mahikari - Rei­ki)



 
ΙΑΠΩΝΙΚΕΣ ΘΡΗΣΚΕΙΕΣ ΚΙ
 Johrei – Mahikari - Rei­ki

   π.ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΥ
 ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ:
ΑΠΟΚΡΥΦΙΣΜΟΣ, ΓΚΟΥΡΟΥΪΣΜΟΣ, ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ ΑΘΗΝΑ 1997 – 4Η ΕΚΔΟΣΗ
ΓΙΑ ΑΓΟΡΑ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΗΣΤΕ ΜΕ ΤΗΝ Π. Ε. Γ,  τηλ. 210 6396665
 
  
Στο χώρο τού αποκρυφισμού συγκαταλέγονται και οι ΚΙ-θρησκείες, που προέρχονται από την Ιαπωνία.
ΚΙ σημαίνει «δύναμη ζωής», θεϊκή δύναμη, που ρέει παντού. Αυτή η δύναμη, λένε οι ομάδες αυτές, μπορεί να ανακαλυφθεί και να χρησιμοποιηθεί για τους σκοπούς του ανθρώπου. Σύμφωνα με το «Επίση­μο Εγχειρίδιο Ρέϊκι» (Official Reiki Handbook) που εκδόθηκε από την «Αμερικανική Διεθνή εταιρία Ρέϊκι» (κεφ. Reiki A to Ζ. σ.2) «ΚΙ σημαίνει την παγκόσμια ενέργεια ζωής, μέσω της οποίας ρέουν όλα εκείνα που βρίσκονται στη ζωή».
 Στο Δυτικό κόσμο είναι γνωστές κυρίως τρεις ομά­δες αυτών των «Θρησκειών ΚΙ»: Η «Θρησκεία για τη σωτηρία τού Κόσμου» (Johrei), η Mahikari και η Rei­ki.
 Johrei είναι το «Ιαματικό φως», ένα «δώρο τού Θεού». Στην κίνηση γίνεται ο καθένας δεκτός, ανεξάρ­τητα από τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις, αρκεί να πιστεύει «στον Θεό Δημιουργό και να προσπαθεί να ανακαινίσει τη ζωή του με βαθειά πίστη και με την πράξη τού Johrei». Η κίνηση υπόσχεται με τη μέθοδο της να καθαρίσει σωματικά και ψυχικά τον άνθρωπο και να πραγματοποιήσει τον παράδεισο, αφού θα φέρει τον άνθρωπο σε «πλήρη εναρμόνιση με τη θεϊκή αγά­πη» (Society of Johrei, Kyoto, αγγλ. έκδ.).
 Το Mahikari ιδρύθηκε από τον Yoshikazu Okada (1909-1974). Ισχυρίσθηκε ότι το 1959 ο Θεός τού αποκάλυψε πως όλες οι θρησκείες έχουν μόνο ένα μέρος της αλήθειας. Όμως το Άγιο Πνεύμα της Θεϊ­κής αλήθειας εισήλθε σ' αυτόν και έλαβε εντολή να διακηρύξει αυτό που του αποκαλύφθηκε, ώστε να προε­τοιμάσει τον κόσμο για τη «Νέα Εποχή» (A.K.Tebecis. σ. 24).
Από τους οπαδούς του τιμάται σαν Sukuinushisa-ma (Μεγάλος Σωτήρας). Έργο ενός «Μεγάλου Σωτήρα» είναι να υψώνει τα χέρια, για να καθαρίσει τον κόσμο. Επίσης να μεταδώσει αυτό το δώρο και στον καθένα άνθρωπο.

Mahikari σημαίνει «Αληθινό Φως», που συγκρίνε­ται από τους οπαδούς του με το «Φως» στη χριστιανική πίστη, τον Χριστό (Ιω. α' 9).
 Reiki σημαίνει την παγ­κόσμια ενέργεια ζωής και ταυτόχρονα τη μέθοδο για την ενεργοποίηση αυτής της ενέργειας. Η μέθοδος α­νάγεται στον Dr. Mikao Usui (τέλη ΙΗ' και αρχές ΙΘ' αιώνα).
 Σ' αυτές τις θρησκείες ανήκουν οι Ιάπωνες «θερα­πευτές», που έγιναν γνωστοί και στη χώρα μας. Σε μερικές από αυτές (Johrei) η ιατρική χαρακτηρίζεται δηλητήριο. Η ίαση επέρχεται με το Johrei, το «φως», που θεραπεύει και λυτρώνει. Αυτή η ιαματική δύναμη μεταφέρεται με τα χέρια του «θεραπευτή» και εξουδετε­ρώνει κάθε ακαθαρσία στην ψυχή και στο σώμα.
 Στην κίνηση Mahikari η «θεϊκή πνευματική ακτινο­βολία» Mahikari no Waza) χρησιμοποιείται για «εγχει­ρήσεις» χωρίς χειρουργείο και χειρουργικά εργαλεία, αλλά και, κυρίως, για τον καθαρισμό «των ανήσυχων πνευματικών όντων και για την παρακίνησή τους να κάνουν αυτό που θέλουν για τον εαυτό τους». Αυτή τη θεϊκή ενέργεια μπορεί να την αναζητήσει ο καθένας και να την χρησιμοποιήσει για τους σκοπούς του, αρκεί να λάβει μέρος σε ένα σεμινάριο της κίνησης (Sekai Mahikari Bunmai Kyokari, Tokyo, σ. 14). Και πάλι εδώ έχουμε τον κοινό σκοπό για όλες τις θρησκείες ΚΙ: Η εγκαθίδρυση του ουρανού στη γη.
Τα κακά στον άνθρωπο δημιουργούνται με την συγκόλληση πρόσθετων πνευματικών όντων, που συγκολώνται από κατώτερα κίνητρα στον άνθρωπο και αποτε­λούν αιτία 80% των κακών. Όμως με το τελετουργικό της κίνησης μπορούν να αντιμετωπισθούν!

Με τη μύηση στην κίνηση, κάθε πιστός γίνεται Kamikumite, δηλαδή «χέρι με χέρι με τον Θεό» και μπορεί «να ακτινοβολεί με τις παλάμες του το θεϊκό φως και να ενεργεί στον κόσμο καλυτέρευση και θε­ραπεία· να θεραπεύει όλες τις ασθένειες και να απαλλάσσει από αρνητικό κάρμα». Στην κίνηση η λατρεία των προγόνων επιβάλλεται.
 Reiki είναι σύμφωνα με το «Επίσημο Εγχειρίδιο Ρέϊκι» μια «επιστήμη ενεργείας, μια εύκολη τεχνική επί­θεσης των χειρών, ασφαλής στη χρήση από τον καθέ­να, σε κάθε τόπο και σε κάθε περίσταση, για σάς και τον καθένα που χρησιμοποιεί ενέργεια στη ζωή· μια μοναδική προσωπική αυτομεταμορφωμένη εμπειρία, μια τεχνική για την ενεργοποίηση, αποκατάσταση, εξι­σορρόπηση της φυσικής ενέργειας, για βοήθεια, θερα­πεία, πρόληψη ανωμαλιών, διατήρηση θετικής και κα­λής κατάστασης, μεταμόρφωση και φωτισμό» (Han­dbook, σ. 58). Ρέϊκι είναι η «επιστήμη και τέχνη της ενεργοποίησης, διεύθυνσης και εφαρμογής της φυσι­κής ενεργείας του σύμπαντος». Αυτή η ενέργεια εξο­μοιώνεται με το κινέζικο Chi, την ινδουιστική πράνα και το φως του Χριστού! (Handbook, σ. 2).
 «Το Ρέϊκι βοηθάει στο να ελαττωθούν τα έξοδα για τη διατήρηση της υγείας και προσφέρεται σαν μέσο για το σταμάτημα τού πληθωρισμού... ενεργοποιεί ολό­κληρο το σύστημα τού οργανισμού μας ακίνδυνα και γρήγορα... βοηθά να μην αισθάνεσθε απροστάτευτοι, χαμένοι και αδύναμοι όταν έρχεσθε αντιμέτωποι με κά­ποια αρρώστια και με κρίσιμες καταστάσεις». Στο «Εγ­χειρίδιο» αριθμούνται γύρω στις 300 αρρώστιες, που θεραπεύει το Ρέϊκι· από AIDS μέχρι καρκίνο! (Handbook, σ.57).
 Οι τεχνικές των Ιαπωνικών αυτών «θρησκειών» στηρίζονται στην αντιχριστιανική άποψη πως κάθε άν­θρωπος είναι μια «παγκόσμια φλόγα», με την οποία μπορούμε να ερχόμαστε «σε απ' ευθείας σύνδεση» και να τη δραστηριοποιούμε. Έτσι η «επιστήμη ρέϊκι» λογί­ζεται μια «υπερβατική γέφυρα παγκόσμιας ενεργείας, που μας συνδέει τρόπον τινά απ' ευθείας και συνειδητά με την κοσμική μας, παγκόσμια μητέρα» (Handbook, σ. 68).
 «Η πραγματική θεραπεία μας είναι η πραγματική σύνδεσή μας με το σύμπαν, με την πηγή μας. Ρέϊκι είναι η παλαιά επιστήμη της οικουμενικής ενεργείας, η οποία παραδόθηκε σ' αυτή την αρχική φάση της Νέας Εποχής ανθρώπινης εξέλιξης, σαν βοηθητικό μέσο για θεραπεία και αδιάφθορη μεταμόρφωση στους νεώτε­ρους χρόνους» (Handbook, σ. 68).
 Κλείνοντας αυτό το κεφάλαιο για τις διάφορες αποκρυφιστικές ομάδες, παρατηρούμε πως δεν υπάρχει σ' αυτές ενιαία διδαχή. Όμως στο σύνολο τους σχεδόν δεν δέχονται την ύπαρξη προσωπικού Θεού. Μερικές κάνουν λόγο για «κοσμικό νόμο», άλλες για «βασική Ουσία» ή «ακτινοβολία» και εκλαμβάνουν ολόκληρη τη φύση σαν «εκδήλωση» αυτής της «ουσίας» ή για «συμπιεσμένη ακτινοβολία».
 Πολλές ομάδες δεν διακρίνουν διαφορά ανάμεσα στο καλό και στο κακό, στο θετικό και στο αρνητικό, στον Υιό τού Θεού και στον Εωσφόρο. Τόσο το καλό, όσο και το κακό, λογίζονται «συσσωρευμένη ενέργεια», καταστάσεις μέσα στον άνθρωπο. Και οι δύο αυτές «κα­ταστάσεις» είναι θεϊκές· η ενότητα τους οδηγεί στην «όλη Θεότητα». Τη διδαχή αυτή συνοψίζει ο γκουρού Ράζνις ως εξής: «Αντιθέσεις οδηγούν στην ενότητα... φαντάσου ένα κόσμο, στον οποίο δεν υπάρχει το κακό. Ή σκέψου ένα κόσμο που δεν υπάρχουν αμαρτωλοί. Πιστεύεις πως εκεί θα είναι όλοι άγιοι; Ο άγιος δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς τον αμαρτωλό. Ο άγιος χρειάζεται τον αμαρτωλό... υπάρχει εκεί μια αρμονία, μια κρυφή αρμονία - είναι οι πόλοι»! (Pajneesh New­sletter, γερμ. έκδ. 8/1980, σ. 11-12).
 Ο άνθρωπος δεν είναι ελεύθερος. Τη μοίρα του την προσδιορίζουν διάφοροι παράγοντες, έξω από αυ­τόν οι θέσεις και οι κινήσεις των άστρων, οι συνδυα­σμοί των αριθμών, πνευματικά όντα και εξωγήινοι. Εξάλλου ο άνθρωπος δεν μπορεί να ξεφύγει από το νόμο τού «κάρμα», που προσδιορίζει με ακρίβεια την τύχη του σε κάθε υποτιθέμενη νέα γέννηση μέσα σ' ένα νέο σώμα (μετενσάρκωση).
Όμως οι ομάδες αυτές υπόσχονται πως μπορούν να ανακαλύψουν και να θέσουν στην υπηρεσία τού ανθρώπου απόκρυφες δυνάμεις, που θα αλλάξουν τη μοίρα του.
 Πολλές ομάδες υπογραμμίζουν πως «μέσα μας» βρίσκονται όλες οι δυνάμεις, που με τις τεχνικές τους, οι δυνάμεις αυτές μπορούν να αφυπνιστούν και να χρησιμοποιηθούν για τους σκοπούς του ανθρώπου, με «καταπληκτικά αποτελέσματα». Μπροστά σ' αυτές τις δυ­νάμεις, που σύμφωνα με μερικές ομάδες αφυπνίζονται με το διαλογισμό, τη «θετική σκέψη» ή και με την κουνταλίνι-γιόγκα, τίποτε δεν είναι αδύνατο. Άλλες πάλι ομάδες πιστεύουν πως οι δυνάμεις αυτές οφείλονται σε πνεύματα που εισβάλλουν μέσα μας και μας εξου­σιάζουν. Οι δυνάμεις αυτές, λένε, μπορεί να είναι πολύ δημιουργικές, να ενεργήσουν θεραπείες και άλλα θαύ­ματα, όμοια μ' εκείνα που επιτέλεσε ο Χριστός.
Μερικές ομάδες υπογραμμίζουν πως υπάρχουν διάφορα υπαρξιακά επίπεδα και επίπεδα εξέλιξης· το νόημα της ζωής του ανθρώπου είναι να ανέλθει αυτά τα επίπεδα, για να μπορέσει τελικά να επανέλθει στην «Πηγή», εξουδετερώνοντας την ίδια την ύπαρξή του σαν ξεχωριστό πρόσωπο. Ακόμη και ο Χριστός υπόκειτο σ' αυτό το νόμο της εξέλιξης και της «αυτοσωτηρίας». Οι γνωστές ιδέες τού Καζαντζάκη και του Σκορτσέζε έχουν εδώ την πηγή τους. Εδώ βρίσκουμε επίσης την άποψη πως ο Ιούδας ήταν το όργανο για την εξέλιξη τού Χριστού!
 Πολλές ομάδες κηρύττουν την εναρμόνιση των θρησκειών. Κηρύττουν πως καμμιά θρησκεία δεν είναι ανώτερη· όλοι οι ιδρυτές θρησκειών, και ο Ιησούς Χριστός, λένε, είναι μέλη της «Μεγάλης Λευκής Αδελ­φότητας». Το συνέδριο για τη συνένωση των θρησκειών (1893) είναι καρπός αυτής της αντίληψης και είχε χα­ρακτήρα αντιχριστιανικό.
 Οι ομάδες αυτές υποστηρίζουν πως έχουν την «απ' ευθείας γνώση», γιατί οι σημερινές «αποκαλύψεις» είναι συνέχεια των αποκαλύψεων των συγγραφέων της αγίας Γραφής. Η αγία Γραφή είναι βιβλίο πνευματιστικό και οι προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης ήσαν ένα είδος μέντιουμ. Όλα τα μεγάλα γεγονότα της Γραφής ερμη­νεύονται αποκρυφιστικά. Έτσι οι ομάδες αυτές, που στηρίζονται σήμερα στην «άμεση γνώση», που τους πα­ρέχει η «απ' ευθείας επικοινωνία» με το Χριστό, τους αποστόλους κ. ο. κ. ισχυρίζονται πως πολλά πράγματα απαλείφθηκαν από τη Γραφή μέσω της Εκκλησίας, λόγου χάρη η διδαχή για το κάρμα και τη μετενσάρκω­ση. Έτσι, λέγουν, η Εκκλησία νόθευσε τη Γραφή!
 Οι αποκρυφιστικές αυτές ομάδες κηρύττουν τη «Νέα Εποχή», τη «Χρυσή Εποχή του Υδροχόου» και υποστηρίζουν πως πρόκειται να έλθει ο Αβατάρ ή Χρι­στός αυτής της Εποχής. Μερικές μάλιστα κηρύττουν πως η «Νέα Εποχή» έχει ήδη αρχίσει και πως ο νέος ή Υδροχοϊκός Χριστός είναι ο «Δάσκαλος» ο δικός τους!


ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΝ ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ – www.egolpion.com
 5 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2011


Read more: http://www.egolpion.com/ki.el.aspx#ixzz2kVechfak