Τρίτη 6 Αυγούστου 2013
Δευτέρα 5 Αυγούστου 2013
Αγιο Όρος
Αγιο Όρος
Το Άγιο Όρος (επίσημα: Ιερά Κοινότης Αγίου Όρους ) είναι μια «Αυτόνομη Μοναστική Πολιτεία» εντός της Ελλάδας, (ίσως μοναδική στον κόσμο, με εξαίρεση την κοσμική Λάσα του Θιβέτ), στην χερσόνησο του Άθω της Χαλκιδικής στην Μακεδονία, που θεωρείται κέντρο του Ορθόδοξου μοναχισμού. Θεωρείται από τα σημαντικότερα τμήματα όχι μόνο της Βαλκανικής, αλλά της Ευρώπης και της Ανατολικής Εκκλησίας λόγω της μεγάλης εθνικής, ιστορικής, θρησκευτικής, γραμματειακής και πολιτισμικής αξίας αυτού ως ακόμη και κέντρου διατήρησης και συντήρησης πλούσιου υλικού, έτσι ώστε να χαρακτηρίζεται "καταφύγιο" και "μουσείο" μοναδικού θησαυρού ελληνικής τέχνης και γραμμάτων.Το Άγιο Όρος αποτελεί αυτοδιοίκητο και αυτόνομο τμήμα του Ελληνικού κράτους, που υπάγεται πολιτικά στο Υπουργείο Εξωτερικών και θρησκευτικά στην Δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης. Έχει εδαφικά διαιρεθεί σε είκοσι αυτοδιοίκητες περιοχές. Κάθε περιοχή αποτελείται από μία κυρίαρχη μονή και διάφορους άλλους μοναστικούς οικισμούς γύρω από αυτήν (σκήτες, κελιά, καλύβες, καθίσματα, ησυχαστήρια). Όλες οι μονές είναι Κοινόβιες, δηλαδή κοινή λειτουργία, προσευχή, στέγη, σίτιση και εργασία μεταξύ των μοναχών. Υπεύθυνος της κάθε μονής είναι ο Ηγούμενος που εκλέγεται από τους μοναχούς της μονής ισόβια. Οι Ηγούμενοι των μονών συγκροτούν την Ιερά Σύναξη και ασκούν την νομοθετική εξουσία.

Όλες οι Ιερές Μονές του Αγίου Όρους, καλούμενες και Αθωνικές, αποτελούν θρησκευτικά πνευματικά ιδρύματα και όλες χαρακτηρίζονται "Κυρίαρχες", "Βασιλικές", "Πατριαρχικές" και "Σταυροπηγιακές".
"Κυρίαρχες" λέγονται επειδή διατηρούν ιδιοκτησιακό αυτοδιοίκητο του χώρου τους, μη υποκείμενο σε κανένα περιορισμό ως προς τον αριθμό των μοναχών.
"Βασιλικές" διότι η ίδρυσή τους οφείλεται σε εντολή ή συνδρομή των Βυζαντινών Αυτοκρατόρων ή, η ίδρυσή τους επικυρώθηκε με αυτοκρατορικό χρυσόβουλο.
"Πατριαρχικές ονομάσθηκαν αργότερα με την έκδοση πατριαρχικών σχετικών σιγιλλίων, όταν συνδέθηκαν με το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως που ανέλαβε την πνευματική και μόνο εποπτεία τους. Και τέλος
"Σταυροπηγιακές" από το σταυρό που έστελναν οι Αυτοκράτορες ή ο Πατριάρχης και τοποθετούνταν στη θεμελίωση.
Οι Αθωνικές Μονές σήμερα είναι όλες κοινόβιες. Παλιότερα κάποιες ήταν ιδιόρρυθμες.
· Στις κοινόβιες οι αδελφοί έχουν τα πάντα κοινά και τίποτε ιδιόκτητο. Της Μονής προΐσταται ισόβιος Ηγούμενος, ο Κοινοβιάρχης, έχοντας γύρω του τη Γεροντία και τους Επιτρόπους, εκλεγόμενος δε διά πλειοψηφίας υπό τη Γεροντία σε μυστική ψηφοφορία, από κατάλογο υποψηφίων, που και αυτός καταρτίζεται από πλειοψηφία από τους έχοντες δικαίωμα ψήφου (διανυόντων του 6ου από της κουράς των έτους) μοναχών. Για τον Ηγούμενο απαιτούνται ορισμένα πνευματικά και ηθικά προσόντα, δύναται όμως να παυτεί με απόφαση της Γεροντίας και κατόπιν πλειοψηφίας των εχόντων δικαίωμα ψήφου της Αδελφότητας. Αν ο εκλεγείς Ηγούμενος δεν φέρει το βαθμό του Αρχιμανδρίτη, χειροτονείται αμέσως μετά την εκλογή.
· Στις ιδιόρρυθμες Μονές οι μεν μοναχοί ενδιαιτώνται μεμονωμένα ο καθένας, τα δε των Μονών αυτών διέπει Επιτροπή και η Σύναξη των Προϊσταμένων.
Κατά ταύτα, των μεν κοινοβίων η Διοίκηση είναι σχεδόν μοναρχική αλλά μετά κοινοκτημοσύνης, των δε ιδιορρύθμων ολιγαρχική αριστοκρατική. Από τις 20 κυρίαρχες Μονές όλες σήμερα είναι κοινοβιακές. Ο δε αριθμός των 20 Μονών, ως ανεγνωρισμένες ανέκαθεν από την Εκκλησία και την Πολιτεία, δεν μπορούν ούτε να αυξηθούν αλλά ούτε και να ελαττωθούν. Των Μονών δε αυτών οι 17 είναι ελληνικές, 1 Σερβική, 1 Ρωσική, και 1 Βουλγαρική και αναλυτικότερα:
Το Άγιο Όρος συνίσταται από είκοσι ιερές, κυριαρχικές, βασιλικές, πατριαρχικές και σταυροπηγιακές μονές. Σύμφωνα με την ιεραρχική τάξη οι Ιερές Μονές του Αγίου Όρους, καλούμενες και Αθωνικές, είναι οι εξής
"Κυρίαρχες" λέγονται επειδή διατηρούν ιδιοκτησιακό αυτοδιοίκητο του χώρου τους, μη υποκείμενο σε κανένα περιορισμό ως προς τον αριθμό των μοναχών.
"Βασιλικές" διότι η ίδρυσή τους οφείλεται σε εντολή ή συνδρομή των Βυζαντινών Αυτοκρατόρων ή, η ίδρυσή τους επικυρώθηκε με αυτοκρατορικό χρυσόβουλο.
"Πατριαρχικές ονομάσθηκαν αργότερα με την έκδοση πατριαρχικών σχετικών σιγιλλίων, όταν συνδέθηκαν με το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως που ανέλαβε την πνευματική και μόνο εποπτεία τους. Και τέλος
"Σταυροπηγιακές" από το σταυρό που έστελναν οι Αυτοκράτορες ή ο Πατριάρχης και τοποθετούνταν στη θεμελίωση.
Οι Αθωνικές Μονές σήμερα είναι όλες κοινόβιες. Παλιότερα κάποιες ήταν ιδιόρρυθμες.
· Στις κοινόβιες οι αδελφοί έχουν τα πάντα κοινά και τίποτε ιδιόκτητο. Της Μονής προΐσταται ισόβιος Ηγούμενος, ο Κοινοβιάρχης, έχοντας γύρω του τη Γεροντία και τους Επιτρόπους, εκλεγόμενος δε διά πλειοψηφίας υπό τη Γεροντία σε μυστική ψηφοφορία, από κατάλογο υποψηφίων, που και αυτός καταρτίζεται από πλειοψηφία από τους έχοντες δικαίωμα ψήφου (διανυόντων του 6ου από της κουράς των έτους) μοναχών. Για τον Ηγούμενο απαιτούνται ορισμένα πνευματικά και ηθικά προσόντα, δύναται όμως να παυτεί με απόφαση της Γεροντίας και κατόπιν πλειοψηφίας των εχόντων δικαίωμα ψήφου της Αδελφότητας. Αν ο εκλεγείς Ηγούμενος δεν φέρει το βαθμό του Αρχιμανδρίτη, χειροτονείται αμέσως μετά την εκλογή.
· Στις ιδιόρρυθμες Μονές οι μεν μοναχοί ενδιαιτώνται μεμονωμένα ο καθένας, τα δε των Μονών αυτών διέπει Επιτροπή και η Σύναξη των Προϊσταμένων.
Κατά ταύτα, των μεν κοινοβίων η Διοίκηση είναι σχεδόν μοναρχική αλλά μετά κοινοκτημοσύνης, των δε ιδιορρύθμων ολιγαρχική αριστοκρατική. Από τις 20 κυρίαρχες Μονές όλες σήμερα είναι κοινοβιακές. Ο δε αριθμός των 20 Μονών, ως ανεγνωρισμένες ανέκαθεν από την Εκκλησία και την Πολιτεία, δεν μπορούν ούτε να αυξηθούν αλλά ούτε και να ελαττωθούν. Των Μονών δε αυτών οι 17 είναι ελληνικές, 1 Σερβική, 1 Ρωσική, και 1 Βουλγαρική και αναλυτικότερα:
Το Άγιο Όρος συνίσταται από είκοσι ιερές, κυριαρχικές, βασιλικές, πατριαρχικές και σταυροπηγιακές μονές. Σύμφωνα με την ιεραρχική τάξη οι Ιερές Μονές του Αγίου Όρους, καλούμενες και Αθωνικές, είναι οι εξής
1. Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας (963)
2. Ιερά Μονή Βατοπεδίου (972)
3. Ιερά Μονή Ιβήρων (976)
4. Ιερά Μονή Χιλιανδαρίου ή Χελανδαρίου (1197, Σερβική)
5. Ιερά Μονή Διονυσίου (1375)
6. Ιερά Μονή Κουτλουμουσίου (12ος αιώνας)
7. Ιερά Μονή Παντοκράτορος (1363)
8. Ιερά Μονή Ξηροποτάμου (11ος αιώνας)
9. Ιερά Μονή Ζωγράφου (1270, Βουλγαρική)
10. Ιερά Μονή Δοχειαρίου (11ος αιώνας)
11. Ιερά Μονή Καρακάλλου (1070)
12. Ιερά Μονή Φιλοθέου (992)
13. Ιερά Μονή Σίμωνος Πέτρας (ή Σιμωνόπετρα) (1363)
14. Ιερά Μονή Αγίου Παύλου (11ος αιώνας)
15. Ιερά Μονή Σταυρονικήτα (1542)
16. Ιερά Μονή Ξενοφώντος (1070)
17. Ιερά Μονή Γρηγορίου (14ος αιώνας)
18. Ιερά Μονή Εσφιγμένου (11ος αιώνας)
19. Ιερά Μονή Αγίου Παντελεήμονος (ή Ρωσικό) (από το 1169 παραχωρήθηκε στους Ρώσους) και η
20. Ιερά Μονή Κωνσταμονίτου ή Κασταμονίτου (1086)
2. Ιερά Μονή Βατοπεδίου (972)
3. Ιερά Μονή Ιβήρων (976)
4. Ιερά Μονή Χιλιανδαρίου ή Χελανδαρίου (1197, Σερβική)
5. Ιερά Μονή Διονυσίου (1375)
6. Ιερά Μονή Κουτλουμουσίου (12ος αιώνας)
7. Ιερά Μονή Παντοκράτορος (1363)
8. Ιερά Μονή Ξηροποτάμου (11ος αιώνας)
9. Ιερά Μονή Ζωγράφου (1270, Βουλγαρική)
10. Ιερά Μονή Δοχειαρίου (11ος αιώνας)
11. Ιερά Μονή Καρακάλλου (1070)
12. Ιερά Μονή Φιλοθέου (992)
13. Ιερά Μονή Σίμωνος Πέτρας (ή Σιμωνόπετρα) (1363)
14. Ιερά Μονή Αγίου Παύλου (11ος αιώνας)
15. Ιερά Μονή Σταυρονικήτα (1542)
16. Ιερά Μονή Ξενοφώντος (1070)
17. Ιερά Μονή Γρηγορίου (14ος αιώνας)
18. Ιερά Μονή Εσφιγμένου (11ος αιώνας)
19. Ιερά Μονή Αγίου Παντελεήμονος (ή Ρωσικό) (από το 1169 παραχωρήθηκε στους Ρώσους) και η
20. Ιερά Μονή Κωνσταμονίτου ή Κασταμονίτου (1086)

Δεν επιτρέπεται η διαβίωση στο Όρος σε ετερόδοξους ή σχισματικούς. Όλοι οι μοναχοί του Αγίου Όρους, οποιασδήποτε εθνικότητας και αν είναι, λαμβάνουν αυτόματα την ελληνική υπηκοότητα. Η δικαιοσύνη απονέμεται από τις μοναστηριακές αρχές και την Ιερά Κοινότητα, εκτός από τις ποινικές υποθέσεις.
Οι Ιερές Μονές είναι αυτοδιοίκητες και διοικούνται σύμφωνα με τον εσωτερικό τους κανονισμό, τον οποίο ψηφίζουν οι ίδιες και εγκρίνει η Ιερά Κοινότητα. Η Ιερά Κοινότητα αποτελείται από είκοσι αντιπροσώπους των Μονών και εδρεύει στις Καρυές ως διαρκές σώμα.
Στη χερσόνησο του Άθω, σύμφωνα με την παλαιά βυζαντινή τάξη, απαγορεύεται η είσοδος γυναικών. Ο περιορισμός αυτός έχει πνευματική βάση στην παρθενία των μοναχών και την αφιέρωση του Όρους στη Θεοτόκο. Ονομάζεται «άβατον» και ισχύει από την αρχή της σύστασης της ιδιόρρυθμης πολιτείας, αν και κατά το παρελθόν σε στιγμές ανάγκης έχει καταλυθεί.
Μάρκος ο Αθηναίος - ο γίγαντας της ερήμου
Μάρκος ο Αθηναίος - ο γίγαντας της ερήμου
Ήταν μια φορά στην παλιά την Αίγυπτο δύο Άγιοι Πατέρες και ασκήτευαν μέσα στην βαθιά την έρημο.
Και ο Αββάς Σεραπίονας τον ρώτησε:
—«Πες μου, Άγιε Γέροντα, πως ήλθες σε τούτο το σπήλαιον;».
Και ο Άγιος του αποκρίθηκε:
«Εγώ τέκνον μου, γεννήθηκα στην Αθήνα, Έλληνας ειδωλολάτρης. Οι γονιοί μου με βάλανε να σπουδάζω, να γίνω φιλόσοφος, όπως γίνονται οι μάταιοι άνθρωποι της πατρίδας μου. Μα ο Κύριος με ελέησε κι έγινα Χριστιανός, κι έβγαλα από πάνω μου τον παλιό τον άνθρωπο, όπως το φίδι βγάζει το δέρμα του. Κι αποθάνανε οι γονιοί μου κι' είπα:
«Θνητός άνθρωπος είμαι κι εγώ σαν τους πατεράδες μου. Τι όφελος θα απολαύσω από τούτον τον μάταιο τον κόσμο;».
Σηκώθηκα κι απαράτησα τον κόσμο σ' εκείνους, που τον αγαπάνε κι εγώ ήρθα στην Αλεξάνδρεια. Κι από την Αλεξάνδρεια βγήκα στον άμμο και περπάτησα πολλές μέρες και πολλές νύχτες, περπάτησα μερόνυχτα πολλά με πόθο να φτάσω σε μέρος, που δεν είναι άνθρωπος. Περπάτησα σ' ένα λάκκο μεγάλο κι είδα δένδρα πετρωμένα, πλην άνθρωπο δεν είδα, ως που έφτασα στα βουνά Ζαμπαράχ κοντά στην θάλασσα. Από κει περπάτησα σαράντα μέρες, οδηγούμενος από τον Θεό κι έφτασα πια σε τούτο το μέρος. Και τα ποδάρια μου με φέραν ίσια σε τούτο το σπήλαιον, δίχως να τα κυβερνώ εγώ.Ενενήντα πέντε χρόνια δεν είδα άνθρωπο, μήτε αγρίμι, μήτε πουλί, μήτε ψωμί έφαγα, μήτε ντύθηκα με ρούχο. Τριάντα χρόνια έζησα με πολλή στενοχώρια, με πείνα και με δίψα και με παγίδες του διαβόλου. Έφαγα, τέκνον μου, χώμα από την πολλή μου πείνα, και από την πολλή μου δίψα ήπια νερό της θάλασσας. Είκοσι χρόνια ήμουνα γυμνός, ως ο Αδάμ. Τα δαιμόνια με σέρνανε να με ρίξουνε στη θάλασσα και φωνάζανε: «Φεύγα από τον τόπο μας καλόγερε. Από την αρχή του κόσμου δεν ήλθε άνθρωπος σε τούτο το μέρος και συ πως αποκότησες και ήρθες;». Κι εγώ καρτέρησα είκοσι χρόνια πεινασμένος και γυμνός. Και η ευσπλαχνία του Κυρίου έκανε κι αλλάξανε τα φυσικά του κορμιού και
![]() |
| Η μνήμη του τιμάται στις 5 Μαρτίου |
Ο ένας λεγότανε Ιωάννης κι ο άλλος λεγότανε Σεραπίων.
Ησύχαζαν σ' αυτό το μέρος, ξεχασμένοι. Λογάριαζαν πως κανένας άλλος ασκητής δεν είχε αποτραβηχτεί πιο μακρυά στην έρημο και δόξαζαν τον Θεό.
Μια νύχτα έπεσαν να κοιμηθούν και βλέπει ο Άγιος Σεραπίονας στον ύπνο του, πως σταθήκανε από πάνω του δύο γέροντες, σεβάσμιοι και του είπανε:
Μια νύχτα έπεσαν να κοιμηθούν και βλέπει ο Άγιος Σεραπίονας στον ύπνο του, πως σταθήκανε από πάνω του δύο γέροντες, σεβάσμιοι και του είπανε:
- Πόσα χρόνια ευρίσκεσαι σε τούτη την έρημο και δεν γνωρίζεις την πάρα μέσα έρημο, που είναι η πόρτα της Αιθιοπίας! Εκεί πέρα βρίσκεται το βουνό της Θράκης, και σε δαύτο αγωνίζεται ο Άγιος Μάρκος, γέροντας, βαθύγερος, εκατόν τριάντα χρόνια. Κι έχει εννένηντα χρόνια να δει άνθρωπο. Δεν υπάρχει άλλος ασκητής, που να 'φταξε στα μέτρα που έφταξε εκείνος ο Άγιος. Και σε σαράντα μέρες αναπαύεται.Ξημερώνοντας η μέρα, ιστόρησε τ' όνειρό του ο Αββάς Σεραπίονας στον Αββά Ιωάννη. Κι εκείνος του αποκρίθηκε ότι είναι από τον Θεό.
Τότε ο Αββάς Σεραπίονας ξεκίνησε τον δρόμο του για να πάει να βρει τον Άγιο Μάρκο.
Μαζί του πήρε λιγοστούς χουρμάδες και λίγο νερό σε ένα νεροκολόκυθο. Περπάτησε πάνω στην έρημο 20 μέρες αλλά ο Κύριος τον δρόσιζε και τον σκέπαζε από τον ήλιο.
Τότε ο Αββάς Σεραπίονας ξεκίνησε τον δρόμο του για να πάει να βρει τον Άγιο Μάρκο.
Μαζί του πήρε λιγοστούς χουρμάδες και λίγο νερό σε ένα νεροκολόκυθο. Περπάτησε πάνω στην έρημο 20 μέρες αλλά ο Κύριος τον δρόσιζε και τον σκέπαζε από τον ήλιο.
Στις είκοσι μέρες σώθηκε το νερό, που είχε στο νεροκολόκυθο, κι' έπεσε σαν αποθαμένος. Τότε βλέπει πάλιν τους δύο γέροντας και σταθήκανε μπροστά του. Ο ένας από δαύτους τού έδωσε κάποια ρίζα από δένδρο κομίδι και του είπε:
- Πάρε τούτη τη ρίζα και πήγαινε, με την δύναμη του Θεού.
Ύστερα του δείξανε τον δρόμο και χαθήκανε. Και παρευθύς ξύπνησε και κίνησε κατά το μέρος, που του δείξανε.
Περπάτησε επτά μέρες σε κάποια ερημιά ακόμη πιο τρομερή κι' έγλυφε την ρίζα, που βαστούσε στο χέρι του, για να ξεδιψάσει. Ώσπου έφτασε σε ένα βουνό πολύ υψηλό.
Επιασε κι ανέβαινε άλλες επτά μέρες. Και στις επτά μέρες νυχτώθηκε μπροστά σε μια σπηλιά. Πήγε μπροστά στο στόμα της σπηλιάς κι άκουσε τον Άγιο Μάρκο να κάνει την προσευχή του, μέσα στη σπηλιά.Κι αφού προσευχήθηκε, βγήκε στην πόρτα της σπηλιάς και φώναξε δακρυσμένος:
- Πάρε τούτη τη ρίζα και πήγαινε, με την δύναμη του Θεού.
Ύστερα του δείξανε τον δρόμο και χαθήκανε. Και παρευθύς ξύπνησε και κίνησε κατά το μέρος, που του δείξανε.
Περπάτησε επτά μέρες σε κάποια ερημιά ακόμη πιο τρομερή κι' έγλυφε την ρίζα, που βαστούσε στο χέρι του, για να ξεδιψάσει. Ώσπου έφτασε σε ένα βουνό πολύ υψηλό.
Επιασε κι ανέβαινε άλλες επτά μέρες. Και στις επτά μέρες νυχτώθηκε μπροστά σε μια σπηλιά. Πήγε μπροστά στο στόμα της σπηλιάς κι άκουσε τον Άγιο Μάρκο να κάνει την προσευχή του, μέσα στη σπηλιά.Κι αφού προσευχήθηκε, βγήκε στην πόρτα της σπηλιάς και φώναξε δακρυσμένος:
- «Αββά Σεραπίονα».
Ο Αββάς τ' αποκρίθηκε φοβισμένος:
- «Ευλόγησέ με Γέροντα».
Και ο Άγιος Μάρκος είπε:
- «Η ειρήνη του Χριστού να 'ναι πάνω σου. Έλα σίμωσέ με, τέκνον μου».
Ο Αββάς Σεραπίονας πήγε κοντά του κι' έκαμε μετάνοια. Και ο Μάρκος του λέγει:
- «Ο Κύριος να σου δώσει το μισθό σου, τέκνον μου, την ημέρα της Κρίσεως, επειδής έκαμες πολύ κόπο να 'ρθης σε τούτο το άγριο το μέρος, για μένα, τον καταφρονεμένο».
Και μπήκανε μέσα στην σπηλιά και καθήσανε μέσα στο σκοτάδι. Και λέγει πάλιν ο Άγιος Μάρκος:
—«Εννενηνταπέντε χρόνια έχω που δεν είδα άνθρωπο. Και τώρα βλέπω τ' Άγιο το πρόσωπο σου».
Διήγησις του Αγίου Μάρκου
Ο Αββάς τ' αποκρίθηκε φοβισμένος:
- «Ευλόγησέ με Γέροντα».
Και ο Άγιος Μάρκος είπε:
- «Η ειρήνη του Χριστού να 'ναι πάνω σου. Έλα σίμωσέ με, τέκνον μου».
Ο Αββάς Σεραπίονας πήγε κοντά του κι' έκαμε μετάνοια. Και ο Μάρκος του λέγει:
- «Ο Κύριος να σου δώσει το μισθό σου, τέκνον μου, την ημέρα της Κρίσεως, επειδής έκαμες πολύ κόπο να 'ρθης σε τούτο το άγριο το μέρος, για μένα, τον καταφρονεμένο».
Και μπήκανε μέσα στην σπηλιά και καθήσανε μέσα στο σκοτάδι. Και λέγει πάλιν ο Άγιος Μάρκος:
—«Εννενηνταπέντε χρόνια έχω που δεν είδα άνθρωπο. Και τώρα βλέπω τ' Άγιο το πρόσωπο σου».
Διήγησις του Αγίου Μάρκου
Και ο Αββάς Σεραπίονας τον ρώτησε:
—«Πες μου, Άγιε Γέροντα, πως ήλθες σε τούτο το σπήλαιον;».
Και ο Άγιος του αποκρίθηκε:
«Εγώ τέκνον μου, γεννήθηκα στην Αθήνα, Έλληνας ειδωλολάτρης. Οι γονιοί μου με βάλανε να σπουδάζω, να γίνω φιλόσοφος, όπως γίνονται οι μάταιοι άνθρωποι της πατρίδας μου. Μα ο Κύριος με ελέησε κι έγινα Χριστιανός, κι έβγαλα από πάνω μου τον παλιό τον άνθρωπο, όπως το φίδι βγάζει το δέρμα του. Κι αποθάνανε οι γονιοί μου κι' είπα:
«Θνητός άνθρωπος είμαι κι εγώ σαν τους πατεράδες μου. Τι όφελος θα απολαύσω από τούτον τον μάταιο τον κόσμο;».
Σηκώθηκα κι απαράτησα τον κόσμο σ' εκείνους, που τον αγαπάνε κι εγώ ήρθα στην Αλεξάνδρεια. Κι από την Αλεξάνδρεια βγήκα στον άμμο και περπάτησα πολλές μέρες και πολλές νύχτες, περπάτησα μερόνυχτα πολλά με πόθο να φτάσω σε μέρος, που δεν είναι άνθρωπος. Περπάτησα σ' ένα λάκκο μεγάλο κι είδα δένδρα πετρωμένα, πλην άνθρωπο δεν είδα, ως που έφτασα στα βουνά Ζαμπαράχ κοντά στην θάλασσα. Από κει περπάτησα σαράντα μέρες, οδηγούμενος από τον Θεό κι έφτασα πια σε τούτο το μέρος. Και τα ποδάρια μου με φέραν ίσια σε τούτο το σπήλαιον, δίχως να τα κυβερνώ εγώ.Ενενήντα πέντε χρόνια δεν είδα άνθρωπο, μήτε αγρίμι, μήτε πουλί, μήτε ψωμί έφαγα, μήτε ντύθηκα με ρούχο. Τριάντα χρόνια έζησα με πολλή στενοχώρια, με πείνα και με δίψα και με παγίδες του διαβόλου. Έφαγα, τέκνον μου, χώμα από την πολλή μου πείνα, και από την πολλή μου δίψα ήπια νερό της θάλασσας. Είκοσι χρόνια ήμουνα γυμνός, ως ο Αδάμ. Τα δαιμόνια με σέρνανε να με ρίξουνε στη θάλασσα και φωνάζανε: «Φεύγα από τον τόπο μας καλόγερε. Από την αρχή του κόσμου δεν ήλθε άνθρωπος σε τούτο το μέρος και συ πως αποκότησες και ήρθες;». Κι εγώ καρτέρησα είκοσι χρόνια πεινασμένος και γυμνός. Και η ευσπλαχνία του Κυρίου έκανε κι αλλάξανε τα φυσικά του κορμιού και
φυτρώσανε τρίχες σε όλο το κορμί μου. Ενας άγγελος μου έφερνε να φάγω, κι έβλεπα τους αγγέλους να κατεβαίνουνε κοντά μου, και θωρούσα την Βασιλείαν των Ουρανών και τα Μοναστήρια, που κάθονται οι ψυχές των Αγίων».
Κι εκεί που μιλούσε ο Άγιος Μάρκος, πέρασε η νύχτα και γλυκοχάραξε η μέρα. Κι ο Αββάς Σεραπίονας είδε τότε το κορμί του Αγίου Μάρκου σκεπασμένο από τρίχες πυκνές, σαν ήτανε θηρίο, και τον έπιασε φόβος και τρόμαξε, γιατί δεν είχε όψη ανθρωπινή, και δεν ξεχώριζε πως ήτανε άνθρωπος πάρεξ μονάχα από την ομιλία που έβγαζε από το στόμα του. Κι ο Άγιος Μάρκος είπε:
- «Μη φοβάσαι, τέκνον μου, από την όψη ετούτου του κορμιού, γιατί είναι πρόσκαιρο».
Κι εκεί που μιλούσε ο Άγιος Μάρκος, πέρασε η νύχτα και γλυκοχάραξε η μέρα. Κι ο Αββάς Σεραπίονας είδε τότε το κορμί του Αγίου Μάρκου σκεπασμένο από τρίχες πυκνές, σαν ήτανε θηρίο, και τον έπιασε φόβος και τρόμαξε, γιατί δεν είχε όψη ανθρωπινή, και δεν ξεχώριζε πως ήτανε άνθρωπος πάρεξ μονάχα από την ομιλία που έβγαζε από το στόμα του. Κι ο Άγιος Μάρκος είπε:
- «Μη φοβάσαι, τέκνον μου, από την όψη ετούτου του κορμιού, γιατί είναι πρόσκαιρο».
Κατόπιν ο Άγιος ερώτησε τον Αββά Σεραπίονα τι γίνεται στον κόσμο εάν οι διωγμοί των Χριστιανών έπαψαν και οι Έλληνες ήταν ακόμα ειδωλολάτρες.
Και βράδιασε η μέρα κι είπε ο Άγιος Μάρκος:
—«Τέκνον μου, Σεραπίονα, είναι καιρός να κάνουμε αγάπη».
Και άπλωσε τα χέρια του και προσευχήθηκε. Και μπήκανε στη σπηλιά και είδανε ένα τραπέζι κι' ένα ψωμί που άχνιζε επάνω στο τραπέζι και δυο ψητά ψάρια και λάχανα τρυφερά κι ελιές και χουρμάδες κι έναν μαστραπά νερό και καθίσαν.
Κι είπε ο Άγιος Μάρκος:
—«Ευλόγησον». Και παρευθείς φάνηκε ένα χέρι, κι ευλόγησε την τράπεζαν. Κι ο Άγιος Μάρκος είπε:
—«Ευλόγησον, Κύριε, την βρώσιν και την πόσιν πάντοτε και νύν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων».
Και σαν αποφάγανε, έκανε την ευχαριστία ο Άγιος Μάρκος και παρευθύς η τράπεζα σηκώθηκε, όπως στρώθηκε. Κι είπε ο Άγιος Μάρκος στον Αββά Σεραπίονα:
- «Είδες, τέκνον μου, πόσο αγαπά ο Θεός τους δούλους Του;» και σώπασε... Μετά πολλή ώρα άνοιξε το στόμα του κι είπε:
- «Σήμερον, τέκνον μου, τελειώνει το μέτρον της ζωής μου, και έστειλεν ο Κύριος να κηδέψεις με τ' αγιασμένα χέρια σου το καταφρονεμένο κορμί μου». Και δεν είπε άλλον λόγο όλη την ημέρα. Και προς το βράδυ λέγει στον Αββά Σεραπίονα:
- «Αδελφέ, συμπάθησέ με να κάνουμε αγρυπνία τούτη τη νύχτα».
Ψάλλανε από το ψαλτήρι. Κι ο Άγιος Μάρκος, σα νάχε βιβλίο μπροστά του, δίχως να μάθει ποτές του γράμματα της Εκκλησίας έψαλε λυπητερά και ταπεινά. Και σαν αποτελειώσανε το ψαλτήρι, γύρισε ο Άγιος Μάρκος και είπε στον Αββά Σεραπίονα:
- «Αδελφέ Σεραπίονα, το σώμα μου κήδεψέ το μέσα σε τούτο το σπήλαιο. Κι άφησέ το μέσα, και φράξε το στόμα του με πέτρες. Κι ύστερα να φύγεις, να μην μείνεις σε τούτο το μέρος».
Ο Αββάς Σεραπίονας άρχισε να κλαίει. Και ο Αββάς Μάρκος του είπε:
- «Μην κλαις, τέκνον μου, σήμερα που είναι η μέρα της χαράς μου. Ο Θεός, που σου έδειξε τον δρόμο, για να έλθεις, θα σου δείξει και το δρόμο για να γυρίσεις πίσω στην κέλλα σου. Πλην δεν θα γυρίσεις από τον δρόμο, που ήρθες. Αδελφέ Σεραπίονα, τούτη ημέρα είναι η πιο μεγάλη απ' όλες τις μέρες τις ζωής μου. Σήμερα η ψυχή μου αφήνει το παθιασμένο το κορμί μου και πηγαίνει να ξεκουραστεί από τους κόπους κι από την αμαρτία».
Ο Άγιος Μάρκος αποχαιρετά τον κόσμο
—«Τέκνον μου, Σεραπίονα, είναι καιρός να κάνουμε αγάπη».
Και άπλωσε τα χέρια του και προσευχήθηκε. Και μπήκανε στη σπηλιά και είδανε ένα τραπέζι κι' ένα ψωμί που άχνιζε επάνω στο τραπέζι και δυο ψητά ψάρια και λάχανα τρυφερά κι ελιές και χουρμάδες κι έναν μαστραπά νερό και καθίσαν.
Κι είπε ο Άγιος Μάρκος:
—«Ευλόγησον». Και παρευθείς φάνηκε ένα χέρι, κι ευλόγησε την τράπεζαν. Κι ο Άγιος Μάρκος είπε:
—«Ευλόγησον, Κύριε, την βρώσιν και την πόσιν πάντοτε και νύν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων».
Και σαν αποφάγανε, έκανε την ευχαριστία ο Άγιος Μάρκος και παρευθύς η τράπεζα σηκώθηκε, όπως στρώθηκε. Κι είπε ο Άγιος Μάρκος στον Αββά Σεραπίονα:
- «Είδες, τέκνον μου, πόσο αγαπά ο Θεός τους δούλους Του;» και σώπασε... Μετά πολλή ώρα άνοιξε το στόμα του κι είπε:
- «Σήμερον, τέκνον μου, τελειώνει το μέτρον της ζωής μου, και έστειλεν ο Κύριος να κηδέψεις με τ' αγιασμένα χέρια σου το καταφρονεμένο κορμί μου». Και δεν είπε άλλον λόγο όλη την ημέρα. Και προς το βράδυ λέγει στον Αββά Σεραπίονα:
- «Αδελφέ, συμπάθησέ με να κάνουμε αγρυπνία τούτη τη νύχτα».
Ψάλλανε από το ψαλτήρι. Κι ο Άγιος Μάρκος, σα νάχε βιβλίο μπροστά του, δίχως να μάθει ποτές του γράμματα της Εκκλησίας έψαλε λυπητερά και ταπεινά. Και σαν αποτελειώσανε το ψαλτήρι, γύρισε ο Άγιος Μάρκος και είπε στον Αββά Σεραπίονα:
- «Αδελφέ Σεραπίονα, το σώμα μου κήδεψέ το μέσα σε τούτο το σπήλαιο. Κι άφησέ το μέσα, και φράξε το στόμα του με πέτρες. Κι ύστερα να φύγεις, να μην μείνεις σε τούτο το μέρος».
Ο Αββάς Σεραπίονας άρχισε να κλαίει. Και ο Αββάς Μάρκος του είπε:
- «Μην κλαις, τέκνον μου, σήμερα που είναι η μέρα της χαράς μου. Ο Θεός, που σου έδειξε τον δρόμο, για να έλθεις, θα σου δείξει και το δρόμο για να γυρίσεις πίσω στην κέλλα σου. Πλην δεν θα γυρίσεις από τον δρόμο, που ήρθες. Αδελφέ Σεραπίονα, τούτη ημέρα είναι η πιο μεγάλη απ' όλες τις μέρες τις ζωής μου. Σήμερα η ψυχή μου αφήνει το παθιασμένο το κορμί μου και πηγαίνει να ξεκουραστεί από τους κόπους κι από την αμαρτία».
Ο Άγιος Μάρκος αποχαιρετά τον κόσμο
Κι εκεί που τα έλεγε αυτά τα λόγια, γέμιζε η σπηλιά από φως, πιο δυνατό από τον ήλιο και το βουνό γέμισε ευωδία. Κι ο Άγιος Μάρκος έπιασε από το χέρι τον Αββά Σεραπίονα κι άρχισε να αποχαιρετά τον κόσμο. Και σαν είπε τούτα, γονάτισε και σήκωσε τα χέρια του κι είπε:
- «Κύριε, Κύριε, προστάτεψε κι αποσκέπασε τον Κόσμον Σου, κρύψε από τα μάτια Σου τ' αμαρτωλά τα έργα του».
Ύστερα σηκώθηκε κι ασπάσθηκε τον Αββά Σεραπίονα κι είπε:
- «Έχε γεια κι εσύ, αδελφέ Σεραπίονα. Ο Χριστός να σου δώσει το μισθό σου, δια τους κόπους πού έκανες για μένα, την ημέρα της Παρουσίας Του.
Σ' εξορκίζω, τέκνον μου, στο Όνομα του Θεού, να μην πάρεις τίποτε από το κορμί μου, μήτε και μια τρίχα. Μην σιμώσεις στο κορμί μου ρούχο ή πανί, και ας είναι για σάβανο μου οι τρίχες, που μ' έντυσε ο Κύριος».
Σαν έπαψε να μιλά, ακούσθηκε μια φωνή από τον Ουρανό κι έλεγε:
- «Φέρτε μου τον αγωνιστή της ερήμου, το στύλο της ερήμου, το στύλο της υπομονής, τον ευλογημένο και τον πιστό το δούλο μου. Μάρκε, Μάρκε έλα ν' αναπαυτής στην χώρα της δικαιοσύνης». Κι ο Άγιος Μάρκος λέγει στον Αββά Σεραπίονα:
- «Αδελφέ μου, Σεραπίονα, ας γονατίσουμε» ενώ έλεγε σε Κάποιον Αλλον: «Άνοιξε την αγκαλιά σου».
Και σηκώθηκε επάνω ο Αββάς Σεραπίονας και γύρισε και είδε την ψυχήν του Αγίου Μάρκου ντυμένη μ' άσπρη στολή και την κρατούσανε οι Άγγελοι και την πηγαίνανε στον Ουρανό. Κι άνοιξε η σκέπη τ' Ουρανού. Κι είδε τα εναέρια τελώνεια που ήθελαν ν' αρπάξουν την ψυχή του Αγίου Μάρκου κι' ακούστηκε μια φωνή τρομερή που έλεγε:
- «Φύγετε πνεύματα του σκοταδιού μπροστά στο φως».
Και γίνηκε ταραχή μεγάλη και μποδίστηκε η ψυχή του Αγίου Μάρκου ίσαμε μία ώρα. Κι ύστερα ακούστηκε μια φωνή κι' έλεγε:
- «Σηκώστε την ψυχή του δούλου Μου».
Τα δαιμόνια παραμερίσανε κι είδε ο Αββάς Σεραπίονας ένα χέρι που άπλωσε από τον Ουρανό και πήρε την ψυχή του Αγίου
Μάρκου. Και δεν την ξαναείδε κι ήτανε τρίτη ώρα της νύχτας. Ο Αββάς Σεραπίονας προσευχόταν όλη την νύχτα και σαν ξημέρωσε έψαλλε τα νεκρώσιμα επάνω στο Άγιο λείψανο. Δεν το άγγιξε, μήτε το μετατόπισε, μήτε σίμωσε σε δαύτο ρούχο, τίποτε. Βγήκε έξω, πήρε πέτρες, έφραξε το στόμα της σπηλιάς και κατέβηκε από το βουνό.
Παρακαλούσε τον Θεό να τον στηρίξει να περάσει κείνη την φοβερή την έρημο. Και την ώρα που βασίλευε ο ήλιος, βλέπει μπροστά του δύο γέροντες, που τους
είχε ειδωμένους στο όνειρό του, και του είπανε:
- «Κήδεψες λείψανο, που δεν του αξίζει όλος ο κόσμος. Έλα μαζί μας και θα περπατήσουμε όλη τη νύχτα, για να μην χάσεις την δύναμη σου από την κάψα της ημέρας».
Και περπατήσανε και οι τρεις μαζί ίσα με το πρωί. Και το πρωί του είπανε:
- «Πήγαινε στην ευχή του Θεού». Και χαθήκανε από τα μάτια του κι' είδε πως στεκότανε μπροστά στην πόρτα της Εκκλησίας, στο κελί της μετανοίας του.
Θαύμασε και θυμήθηκε τα λόγια, που είχε πει ο Άγιος Μάρκος, πως «δεν θα γυρίσεις στον τόπο σου από την ίδια στράτα που ήλθες».
Ο Αββάς Ιωάννης άκουσε την φωνή του και βγήκε από το κελί του και του είπε:
—«Καλώς όρισες Αββά Σεραπίονα». Και μπήκανε στην Εκκλησία και δοξάσανε τον Θεό.
Κι είπε ο Αββας Ιωάννης στον Αββά Σεραπίονα:
—«Αδελφέ, εκείνος ήτανε αληθινός Χριστιανός. Εμείς είμαστε με τ' όνομα μονάχα Χριστιανοί. Πλην με τα έργα δεν είμαστε καθόλου ολότελα. Δόξα στο Θεό που μας αξίώνει να βλέπουμε τους Αγίους Του. Αμήν».
- «Κύριε, Κύριε, προστάτεψε κι αποσκέπασε τον Κόσμον Σου, κρύψε από τα μάτια Σου τ' αμαρτωλά τα έργα του».
Ύστερα σηκώθηκε κι ασπάσθηκε τον Αββά Σεραπίονα κι είπε:
- «Έχε γεια κι εσύ, αδελφέ Σεραπίονα. Ο Χριστός να σου δώσει το μισθό σου, δια τους κόπους πού έκανες για μένα, την ημέρα της Παρουσίας Του.
Σ' εξορκίζω, τέκνον μου, στο Όνομα του Θεού, να μην πάρεις τίποτε από το κορμί μου, μήτε και μια τρίχα. Μην σιμώσεις στο κορμί μου ρούχο ή πανί, και ας είναι για σάβανο μου οι τρίχες, που μ' έντυσε ο Κύριος».
Σαν έπαψε να μιλά, ακούσθηκε μια φωνή από τον Ουρανό κι έλεγε:
- «Φέρτε μου τον αγωνιστή της ερήμου, το στύλο της ερήμου, το στύλο της υπομονής, τον ευλογημένο και τον πιστό το δούλο μου. Μάρκε, Μάρκε έλα ν' αναπαυτής στην χώρα της δικαιοσύνης». Κι ο Άγιος Μάρκος λέγει στον Αββά Σεραπίονα:
- «Αδελφέ μου, Σεραπίονα, ας γονατίσουμε» ενώ έλεγε σε Κάποιον Αλλον: «Άνοιξε την αγκαλιά σου».
Και σηκώθηκε επάνω ο Αββάς Σεραπίονας και γύρισε και είδε την ψυχήν του Αγίου Μάρκου ντυμένη μ' άσπρη στολή και την κρατούσανε οι Άγγελοι και την πηγαίνανε στον Ουρανό. Κι άνοιξε η σκέπη τ' Ουρανού. Κι είδε τα εναέρια τελώνεια που ήθελαν ν' αρπάξουν την ψυχή του Αγίου Μάρκου κι' ακούστηκε μια φωνή τρομερή που έλεγε:
- «Φύγετε πνεύματα του σκοταδιού μπροστά στο φως».
Και γίνηκε ταραχή μεγάλη και μποδίστηκε η ψυχή του Αγίου Μάρκου ίσαμε μία ώρα. Κι ύστερα ακούστηκε μια φωνή κι' έλεγε:
- «Σηκώστε την ψυχή του δούλου Μου».
Τα δαιμόνια παραμερίσανε κι είδε ο Αββάς Σεραπίονας ένα χέρι που άπλωσε από τον Ουρανό και πήρε την ψυχή του Αγίου
Μάρκου. Και δεν την ξαναείδε κι ήτανε τρίτη ώρα της νύχτας. Ο Αββάς Σεραπίονας προσευχόταν όλη την νύχτα και σαν ξημέρωσε έψαλλε τα νεκρώσιμα επάνω στο Άγιο λείψανο. Δεν το άγγιξε, μήτε το μετατόπισε, μήτε σίμωσε σε δαύτο ρούχο, τίποτε. Βγήκε έξω, πήρε πέτρες, έφραξε το στόμα της σπηλιάς και κατέβηκε από το βουνό.
Παρακαλούσε τον Θεό να τον στηρίξει να περάσει κείνη την φοβερή την έρημο. Και την ώρα που βασίλευε ο ήλιος, βλέπει μπροστά του δύο γέροντες, που τους
είχε ειδωμένους στο όνειρό του, και του είπανε:
- «Κήδεψες λείψανο, που δεν του αξίζει όλος ο κόσμος. Έλα μαζί μας και θα περπατήσουμε όλη τη νύχτα, για να μην χάσεις την δύναμη σου από την κάψα της ημέρας».
Και περπατήσανε και οι τρεις μαζί ίσα με το πρωί. Και το πρωί του είπανε:
- «Πήγαινε στην ευχή του Θεού». Και χαθήκανε από τα μάτια του κι' είδε πως στεκότανε μπροστά στην πόρτα της Εκκλησίας, στο κελί της μετανοίας του.
Θαύμασε και θυμήθηκε τα λόγια, που είχε πει ο Άγιος Μάρκος, πως «δεν θα γυρίσεις στον τόπο σου από την ίδια στράτα που ήλθες».
Ο Αββάς Ιωάννης άκουσε την φωνή του και βγήκε από το κελί του και του είπε:
—«Καλώς όρισες Αββά Σεραπίονα». Και μπήκανε στην Εκκλησία και δοξάσανε τον Θεό.
Κι είπε ο Αββας Ιωάννης στον Αββά Σεραπίονα:
—«Αδελφέ, εκείνος ήτανε αληθινός Χριστιανός. Εμείς είμαστε με τ' όνομα μονάχα Χριστιανοί. Πλην με τα έργα δεν είμαστε καθόλου ολότελα. Δόξα στο Θεό που μας αξίώνει να βλέπουμε τους Αγίους Του. Αμήν».
Όχι παιδί μου. Πώς το πήρατε έτσι; Γέροντας Ιωσήφ Βατοπαιδινός
Όχι παιδί μου. Πώς το πήρατε έτσι; Γέροντας Ιωσήφ Βατοπαιδινός
Όχι παιδί μου. Πώς το πήρατε έτσι;
Γέρων Ιωσήφ ΒατοπαιδινόςΣυζήτηση με τόν Γ. Ιωσήφ τόν Βατοπαιδινό
Ερ: Γιατί το δρόμο της θυσίας δεν τον κάνουμε μόνοι μας, ενώ ο Χριστός τον έκανε μόνος του;
Γέροντας: Εκείνος τον έκανε μόνος του, επειδή ήταν ο ίδιος ο Θεός, ο σεσαρκωμένος Λόγος του Θεού. Αυτός που βλέπαμε εμείς, ήταν ο άνθρωπος Ιησούς. Αλλά ο άνθρωπος Ιησούς είχε μέσα και τον Λόγο, και τον Θεό Ιησού.
Όντας μαζί Θεός και άνθρωπος, είχε ενδημούσα τη θεία Χάρη. Συμπαρίστατο, συνεβάδιζε η θεία Χάρη μαζί του. Αυτός, ο οποίος είναι η αυτοζωΐα, είναι δικός μας, είναι η κεφαλή του σώματός μας. Γιατί αυτόν τον φοράμε. «Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε». Τον «ενεδύθημεν» με το βάπτισμα και τον φοράμε μέσα μας με την μετοχή των μυστηρίων κάθε μέρα.
Είναι «σύναιμος και σύσσωμος» μαζί μας. Δεν είναι κάπου μακρυά και να τον επικαλεσθούμε για να ξεκινήσει να έρθει. Είναι ήδη μέσα μας. Επικαλούμενοι τη συμπαράσταση της Χάριτός του «πάντα ισχύομεν εν τω ενδυναμούντι ημάς Χριστώ», όπως λέει ο Παύλος.
Είπα όμως ότι βάση θα είναι αυτή.
Όταν η βάση θα είναι αυτή και στις δύσκολες στιγμές θα προσπαθήσει ο σατανάς να σας απειλήσει. Να μην χάνετε το θάρρος σας, δεν πρόκειται να γίνει τίποτε από όσα σας απειλεί. « Μείζων ει ο εν υμίν ή ο εν τω κόσμῳ».
Ερ: Ο Υιός προσεφέρθει ως λύτρον για τις αμαρτίες των ανθρώπων. Σε ποιόν όμως; Ο Πατέρας, δεν το θέλει αυτό, γιατί αγαπά τον Υιό. Σε ποιόν προσφέρθηκε;
Γέροντας: Όχι παιδί μου. Πώς το πήρατε έτσι; Δεν προσφέρθηκε σαν λύτρον, ούτε υπάρχει διαφορά μεταξύ Πατρός και Υιού. Διαφορά θελήσεων δηλαδή μεταξύ των προσώπων τις Αγίας Τριάδος. Ὅ,τι θέλει ο Πατέρας, θέλει και ο Υιός. Αν και είναι αυτοτελή πρόσωπα δεν υπάρχει διαφορά θελήσεων και γνωμών.
Η φύσις είναι μία αλλά τα πρόσωπα είναι τρία, αυτοτελή. Είναι όμως ομόγνωμα. «Τη ευδοκία του Πατρός, τη κενώσει του Λόγου και τη συνεργείᾳ του Αγίου Πνεύματος» έγινε η σωτηρία του ανθρώπου.
Ο Λόγος του Θεού δεν εξυπηρέτησε κάποιον, αλλά από παναγάπη κινούμενος έγινε αναδημιουργός, αφού ήταν και ο δημιουργός. Και ένας λόγος παραπάνω. Επειδή επρόκειτο ο Λόγος του Θεού να λάβει και δευτέραν φύσιν για να μη μετακινηθεί η ιδιότητα των τριών προσώπων, ο Πατήρ να μένει πάντοτε Πατήρ και ο Υιός να μένει πάντοτε Υιός και το Άγιο Πνεύμα να μένει πάντοτε Παράκλητος, έπρεπε αυτό το πρόσωπο να σαρκωθεί που ήταν Υιός Θεού και να γίνει και Υιός ανθρώπου.
Όχι ότι έκανε υπακοή και δόθηκε λύτρον. Αυτά τα παραδέχονται οι Προτεστάντες και οι Καθολικοί. Εξ αγάπης κινούμενος και μόνον εξ αγάπης. Όπως εξ αγάπης κινούμενος δημιούργησε τα πάντα, για να μεταδώσει την αγάπη στα κτίσματά του, και όχι από αναγκαιότητα, όπως πίστευαν οι αρχαίοι Έλληνες.
Ο Λόγος του Θεού είναι το μέσον διά του οποίου κατασκευάσθηκε η κτίση. Αυτός λοιπόν ο Λόγος «ότε ήλθε το πλήρωμα του χρόνου», που όρισε ο Βασιλεύς των αιώνων, ήλθε «κενώσας εαυτόν» χωρίς να έχει καμία προσταγή, ούτε να γίνεται θυσία, εξ αγάπης και μόνον κινούμενος. Σ’ αυτήν την αγάπη συμμετέσχε και ο Πατέρας και το Πνεύμα το Άγιο. «Ο Πατήρ ευδόκησεν ο Λόγος σαρξ εγένετο».
Ο Λόγος του Θεού υπήρχε πάντοτε εις τους κόλπους του Πατρός. Περιγράφοντες τον Θεό Πατέρα ως νουν, είχε πάντοτε τον Λόγο. Δεν υπήρχε νους χωρίς Λόγο ποτέ. Ο Λόγος υπήρχε πάντοτε, ταυτοχρόνως, αϊδίως. Ευρίσκετο μέσα στην απέραντη ηρεμία της θεοπρεπούς μεγαλοσύνης.
Όταν θέλησε ο Θεός να δημιουργήσει τα κτίσματα, μοχλός της δημιουργίας ήταν ο Λόγος. «Είπε και εγεννήθησαν». Ταυτοχρόνως φάνηκε μαζί με τα κτίσματα και ο Λόγος που ήταν αφανής μέχρι τότε. «Πάντα δι’ αυτού εγένετο», λέει ο Ιωάννης, και «χωρίς αυτού εγένετο ουδέ εν ο γέγονεν».
Όταν ήλθε ο καιρός που έπρεπε να επαναφέρει σε ισορροπία την επαναστατημένη κτίση, αυτός ο Λόγος παρουσιάσθηκε και «εκένωσεν εαυτόν». Τί σημαίνει «εκένωσεν»; Μίκρυνε, για να μπορέσει να πλησιάσει την κτίση, όπως λέει σε έναν ωραίο λόγο του ο Αββᾶς Ισαάκ. Ταπεινώθηκε και μίκρυνε ώστε να μην αφανισθεί η κτίση από την παρουσία του και για να μπορέσει να συνομιλήσει με αυτήν.
Το βαθύτερο είναι το εξής. Για να πάρει πάνω του την κτίση ώστε να της μεταφέρει αγιασμό υποστατικό. Μέσω της ανθρώπινης φύσεως φόρεσε τον κτιστό κόσμο και μετέφερε όλες τις θεοπρεπείς ενέργειες της Χάριτός του, ώστε έτσι να αγιάσει υποστατικά την κτίση. Όχι εξ ανάγκης. Άρα δεν είναι θύμα.
Ερχόμαστε τώρα σε άλλη θεωρία. Στο Ευαγγέλιο αναφέρεται ότι όταν επέστρεψαν από την αποστολή του κηρύγματος οι ενδομήκοντα μαθητές μετά χαράς έλεγαν στον Κύριό μας. «Κύριε, και τα δαιμόνια υποτάσσεται ημίν εν τω ονόματι σου». Τότε ο Κύριος λέει. «Είδον τον σατανάν ως αστραπήν εκ του ουρανού πεσόντα».
Φυσικά εμείς θα το μεταμορφώσομε αυτό. Δεν έπρεπε έτσι να λεχθεί. Αλλά «ο πράος και ταπεινός τη καρδίᾳ» Ιησούς μας, πάντοτε απέφευγε τις επιδείξεις. Αυτός μπορούσε να πει ότι αυτόν τον οποίον τώρα εσείς λέτε ότι υποτάσσεται εν τω ονόματι μου είναι αυτός, τον οποίον εγώ γκρέμισα από τον ουρανό, και ήμουν παρών, όταν έπεφτε σαν αστραπή. Η λέξη «εγώ» αποφευγόταν από τον Κύριό μας.
Μπαίνομε στο βαθύτερο θεολογικό νόημα και ερμηνεύομε στο πως έγινε η πτώση. Η πτώση, λέει ο Κύριός μας, έγινε σαν αστραπή. Σε χρόνο αστραπής. Τα δισεκατομμύρια των πεπτωκότων αγγέλων σε χρόνο αστραπής έπαθαν δύο μεταμορφώσεις.
Πρώτα, αφήρεσε ο Θεός από πάνω τους το φωτισμό, την αξιοπρέπεια και την τελειότητα που είχαν. Και ταυτόχρονα τους μετέβαλε και τη μορφή. Όπως αναφέρουν οι Πατέρες, το τάγμα του εωσφόρου ήταν το ωραιότερο. Σε χρόνο αστραπής τους γκρέμισε, τους πήρε τον αγιασμό, το φως, και τους μετέβαλε τη μορφή.
Ερχόμαστε στη δεύτερη μορφή της αποκαλύψεως. Όπως λέει ο Κύριός μας προσδοκούμε «ανάστασιν νεκρών και ζωήν του μέλλοντος αιώνος». Πώς περιγράφεται στην Εκκλησία μας το ζήτημα της παλιγγενεσίας, της δευτέρας παρουσίας;
Δεν λέει «ως αστραπή εισέρχεται από ανατολών και φαίνεται μέχρι δυσμών», θα γίνει η παρουσία του Λόγου του Θεού; Και σ’ αυτό το χρονικό διάστημα θα αναστηθούν όλοι οι άνθρωποι και θα παρασταθούν ενώπιον του;
Ένας σοβαρός άνθρωπος δεν επιτρέπεται να παραδέχεται τη θεωρία του καθενός. Εμείς ενδείξεις δεν θέλομε, αποδείξεις θέλομε. Εμείς πιστεύομε σε Θεό συγκεκριμένο, όχι αφηρημένο, με την κένωση του οποίου είμεθα υποστατικά ενωμένοι μαζί του. Και ιδού ο αγιασμός. Άλλωστε μη ξεχνάτε ότι υπάρχει ο σατανάς, ο οποίος πολεμά.
Δεν είδατε στις ημέρες των Αποστόλων την παιδίσκη «την έχουσαν πνεύμα πύθωνος», η οποία συνεχώς εμαντεύετο, επρόλεγε.
Πώς προλέγει ο σατανάς; Ο σατανάς ως υπερφυσικό φαινόμενο υπάρχει και έχει υπερφυσικές ικανότητες και λόγω της λεπτότητας της φύσεώς του και της κινήσεως που έχει. Διότι κινείται όπως ο νους.
Σκεφθείτε την κίνηση του νου μας, πώς είναι. Αυτήν την ώρα είσαι εδώ, μετά σκέφτεσαι την Νέα Υόρκη, σκέφτεσαι το Λονδίνο, σκέφτεσαι την πατρίδα. Σε πόσα κλάσματα δευτερολέπτου γίνεται αυτή η κίνηση; Έτσι κινούνται οι Άγγελοι και οι δαίμονες. Οι άνθρωποι και οι Άγγελοι βλέπουν κατά μετοχήν της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος, όπως βλέπει ο Θεός.
Όχι τα πάντα, αλλά όσο τους επιτρέψει να βλέπουν. Μόνον αυτοί όμως. Οι δαίμονες ως πνεύματα που είναι «εικάζουν». Από την μακροχρόνια παράταση της ζωής τους έχουν αποκτήσει πολλές εμπειρίες. Βλέπουν π.χ. κάποιον που ξεκίνησε από το Λονδίνο να έλθει εδώ. Εάν εμείς είμαστε γνωστοί μπορούσα να έβλεπα στον ύπνο μου όνειρο ότι έρχεται εδώ. Θα μου το έδειχναν αυτοί.
Αφού τον βλέπουν που ετοιμάζει τις βαλίτσες του, το διαβατήριό του. Ακαριαίως αυτοί κινούνται. Ύστερα υπάρχουν και άλλα σύμβολα μέσα στην κτίση που τους βοηθούν αυτούς. Είναι τα εξής. Όπως εδώ στην κοινωνία υπάρχει η αστυνομία, ο στρατός, οι διάφορες αρχές και υπάρχει τάξη, και βλέπομε και καταλαβαίνομε π.χ. από τα διακριτικά σημεία ποιός ανήκει στο ναυτικό, στην αεροπορία κλπ. έτσι και οι δαίμονες βλέπουν ποιοί είναι καθορισμένοι για σωτηρία.
Λέει ο Παύλος ότι «ο Θεός ο προορίσας ημάς από καταβολής κόσμου», άρα αυτοί που είναι για σωτηρία έχουν πάνω τους σύμβολα από τη Χάρη του Θεού και αυτά τα βλέπουν οι δαίμονες ως πνεύματα και καταλαβαίνουν.
Στο βίο του Αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος βλέπουμε ότι όταν μαρτυρούσε ο Άγιος και τους μάστιζε, φώναζαν οι δαίμονες. «Δεν τον ξέραμε αυτόν ότι θα μας κάψει; Από τη γέννησή του, δεν είδαμε ότι θα γινόταν τέτοιος;». Από τη γέννησή του είχε σύμβολα πάνω του και ήξεραν από τότε ότι θα γίνει άνθρωπος του Θεού.
Απ’ αυτή την άποψη, όχι από προφητεία. Δεν έχουν προφητεία αυτοί, γιατί έχασαν την χάρη και είναι σκοτισμένοι και ζοφεροί. Αλλά από την λεπτότητα της κινήσεώς τους, την εμπειρία τους και από το πλησίασμα στους αγγέλους, που αναμειγνύονται μαζί τους καταλαβαίνουν. Όλη η κτίση συντηρείται από τους αγγέλους.
Κατά προσταγήν Θεού οι άγγελοι κρατούν την κτίση σε αρμονία. Αυτούς τους αγγέλους τους βλέπουν οι δαίμονες και συμπεραίνουν. Θα γίνει εδώ μία θεομηνία ή ένας σεισμός. Διατάζει ο Θεός τους φύλακες αγγέλους να φύγουν. Τότε οι δαίμονες βλέπουν, ότι κάτι θα γίνει εδώ. Ξέρουν από προηγούμενα.
Μέσω των μαντείων, των μαγισσών και των μέντιουμ λένε και αυτοί. Τις περισσότερες φορές τα λένε συγκεχυμένα και άλλες διαψεύδονται. Διότι αλλάζει η απόφαση. Αποφασίζει ο Θεός να καταστρέψει αυτό το μέρος.
Τότε είτε αυτοί που είναι ζωντανοί και είναι εδώ, αρχίζουν να προσεύχονται είτε αυτοί που έχουν πεθάνει και έχουν παρρησία προσεύχονται και αλλάζει το σχέδιό του ο Θεός. Οι δαίμονες είδαν και είπαν οι μάγισσες ότι θα καταστραφεί, αλλά δεν καταστράφηκε. Διότι άλλαξαν οι άνθρωποι τη γνώμη, άλλαξε και ο Θεός την απόφαση.
Στην Νινευί δεν είπε; Γι’ αυτό δεν ήθελε να πάει ο Ιωνάς να κηρύξει. Ήξερε ότι θα μετανοήσουν αυτοί, θα μετανοήσει ο Θεός και αυτός θα φαινόταν ψεύτης. Γι’ αυτό έφυγε και ο Θεός τον πήρε με το ζόρι.
Ερ: Αυτή η προαίσθηση ότι θα ερχόταν κάποιος δεν εξηγείται με την τηλεπάθεια;
Γέροντας: Τηλεπάθεια δεν υπάρχει. Είναι αυτά που είπαμε. Είτε υπάρχει η Χάρη του Θεού ή η πλάνη των δαιμόνων. Όταν ο άνθρωπος αρχίσει να ζει χριστιανικά, αφού βγει από το περιθώριο της παρά φύσιν ζωής, της αμαρτωλής, αρχίσει να ζει φυσιολογικά. Από τα φυσιολογικά ανεβαίνει στα υπέρ φύσιν προς τον αγιασμό.
Τότε αρχίζει μέσα του να ξυπνά η διαίσθηση, που είναι χάρισμα, που είχε πριν από την πτώση. Μετά από την διαίσθηση, ακολουθεί η διόραση. Τη διόραση ακολουθεί η προόραση. Μετά γίνεται προφητεία αυξανομένης της χάριτος.
Σ’ αυτές τις καταστάσεις όταν βρίσκεται ένας ευλαβής άνθρωπος με διαίσθηση, διόραση, προόραση και προφητεία θα τα δει αυτά, αν θα τα δει. Μόνον έτσι. Αλλοιώς είναι τσαρλατάνικα.
Τί σημαίνει τηλεπάθεια; Ο άνθρωπος ο «πεπτωκώς» είναι πεπτωκώς. Ο αμαρτωλός άνθρωπος είναι στερημένος πάντων. Δεν του μένει τίποτε. Αυτό πού λέτε για μεταβίβαση σκέψεως από άνθρωπο σε άνθρωπο γίνεται μόνο με την ενέργεια του σατανά.
Ερ: Τό βλέπουμε σε επιστημονικά βιβλία!
Γεροντας: Η μαγεία ήταν επιστημονικός όρος. Η Αγία Αικατερίνη ήταν κάτοχος της μαγείας και πόσοι άλλοι Πατέρες, πριν να μπουν μέσα στη Χάρη του Θεού.
Ερ: Κάτι πρακτικότερο θα ρωτούσα, που πολλές φορές το ρωτούν τα παιδιά. Λέει ο Απ. Παύλος ότι ο άνδρας και η γυναίκα είναι ίσοι απέναντι του Θεού. Γιατί δεν επιτρέπεται η ιεροσύνη στη γυναίκα; Ενώ η γυναίκα έγινε Θεομήτωρ.
Γέροντας: Η Θεομήτωρ κατ’ εξαίρεση μία ήταν. Εξελέγει για να εξυπηρετήσει την «κένωσιν» του Θεού Λόγου. Αυτό είναι ανεπανάληπτο. Την αιτία της πτώσεως την δημιούργησε η γυναίκα. Απεδείχθη ότι ήταν το ασθενέστερο μέρος.
Ως το ασθενέστερο μέρος δεν είχε ποτέ εμπιστοσύνη να εκπροσωπήσει αυθεντικά. Απόδειξη ότι ήταν η αιτία της πτώσεως αυτή. Εάν εξελέγει μία κόρη να εξυπηρετήσει στην οικονομία αυτήν ήταν κατ’ εξαίρεση η μία, γιατί δεν μπορούσε να γίνει αλλοιώς.
Έπρεπε και αυτός να γίνει άνθρωπος και έπρεπε να γεννηθεί από φυσικούς όρους. Έπρεπε να βρεθεί κάποια κόρη που θα το κάνει αυτό. Βέβαια στον αγιασμό μπαίνουν και οι γυναίκες. Στην πραγματικότητα ο Θεός δεν δημιούργησε γυναίκα, άνδρα δημιούργησε. Προέβλεπε την πτώση και δημιούργησε τη γυναίκα για βοηθό. Βοηθό στην περίσταση της μεταπτωτικής καταστάσεως.
Στο μέλλον καταργείται πάλιν η γυναικεία φύση. Επανέρχεται στην πρώτη δημιουργία «ότι άνδρα κατασκεύασε ο Θεός». Επομένως δεν μπαίνει εδώ μέσα σαν ολοκληρωμένη προσωπικότης. Αν και της εδόθη προσωπικότης χάριν της μητρότητος. Δεν της εδόθη δικαίωμα να εξυπηρετήσει τις θείες οικονομίες, και για τους φυσικούς λόγους που ξέρετε. Για την αδυναμία να βρίσκεται σε μία κατάσταση καθαρότητος και για την ανθρώπινη αρρώστια.
Στην αρχή η Εκκλησία επέτρεπε το θέμα του ασπασμού εξ ίσου. Δεν πέρασε πολύς καιρός και άρχισαν τα σκάνδαλα και τα πάθη. Δεν μπορούν, λόγω της αδυναμίας του ανθρώπου, να συνεργαστούν αυτά τα δύο φύλα απαθώς.
Και επειδή υπάρχει ο κίνδυνος η Εκκλησία, «μη έχουσα σπίλον ή ρυτίδα», δεν καταδέχεται τέτοια πράγματα. Σεβασμό μεν έδωσε στη γυναίκα η Εκκλησία γι’ αυτό την ύψωσε περισσότερο από κάθε άλλη ανθρωπιστική θεωρία και ιδεολογία. Μόνο η Εκκλησία θεώρησε ισότιμη τη γυναίκα με τον άνδρα. Ναι μεν στην ιεροσύνη δεν της επετράπει να μπει, στον αγιασμό όμως μπαίνει.
Όπως φαίνεται η γυναίκα στην αρχή της δημιουργίας δεν μπήκε στο νόημα γι’ αυτό και στο μέλλον δεν υπάρχει. Όταν ρώτησαν τον Κύριό μας, επειδή πίστευαν ότι το θέμα του γάμου ήταν απόλυτος προορισμός του ανθρώπου, στο μέλλον τί θα γίνει, τους είπε «πλανάσθε, μη ειδότες τας γραφάς.
Δεν υπάρχουν τέτοια στην αιωνιότητα». Και το φύλο, αν και υπάρχει από την αρχή της δημιουργίας, εν τούτοις δεν λειτουργεί πάντοτε. Ένα κοριτσάκι μόλις γεννηθεί είναι δυνάμει γυναίκα, ενεργεία όμως δεν είναι.
Πρέπει να γίνει δεκαπέντε ετών για να γίνει ενεργεία. Και όταν περάσει τα πενήντα και πάλι δεν μπορεί να είναι γυναίκα. Διότι εξυπηρετεί τη μητρότητα για μία μόνο περίοδο. Αυτές είναι περιστασιακές καταστάσεις που δημιούργησε η πτώση. Γι’ αυτό και στο μέλλον δεν υπάρχει «άρσεν και θήλυ».
Δεν υπάρχει στην πραγματικότητα μετά τον αγιασμό. Πριν τον αγιασμό υπάρχει. Πολλοί Πατέρες λένε ότι θα υπάρχει μόνον η Κυρία Θεοτόκος στη μορφή της πρώτης Εύας, της απαθούς πρώτης Εύας, διότι εθεώθη που κατοίκησε μέσα της ο Λόγος του Θεού. Πώς θα γίνουν αυτά, είναι άγνωστο.
(Απομαγνητοφωνημένη συζήτηση τον Ιούλιο του 1987)
pemptousia.gr
Ετικέτες γέρων Ιωσήφ Βατοπαιδινός
Μετάνοια
Μετάνοια
Μετάνοια
Αν θέλει ο άνθρωπος, μπορεί από την ανατολή ως τη δύση του ηλίου να φθάσει στην αγιότητα, έλεγε ο Μέγας Αντώνιος, διδάσκοντας του μαθητές του την δύναμη της μετάνοιας.
Ένας νέος αξιωματικός που πριν από λίγο είχε οδηγηθεί στο δρόμο του Θεού κι ακόμα πάλευε με τη συνείδησή του, ρώτησε τον εξομολόγο του, αν πραγματικά, όπως του έλεγαν, δεχόταν ο Θεός τόσο εύκολα την μετάνοια του ανθρώπου.
-Αν κατά τύχη σκιστεί κάπου ο μανδύας σου, παιδί μου, του είπε εκείνος, τον βγάζεις αμέσως και τον πετάς, σαν άχρηστο;
-Όχι, δα, έκανε εκείνος. Τον ράβω και τον επιδιορθώνω, όσο βέβαια δέχεται επιδιόρθωση.
-Αν λοιπόν εσύ λυπάσαι το φόρεμά σου κι εύκολα δεν το πετάς, πως δε θα λυπηθεί ο Θεός το πλάσμα Του και δε θα κάνει ό,τι είναι δυνατόν για να το διορθώσει; Είπε ο καλός Γέροντας κι ανάπαυσε το νέο.Ένας αρχάριος Μοναχός πήγε στενοχωρημένος στον Όσιο Ποιμένα.
-Έπεσα σε μεγάλο σφάλμα, Αββά, του εξομολογήθηκε, και θέλω τουλάχιστον τρία χρόνια για να μετανοήσω.
-Είναι πολλά, του είπε ο Όσιος.
-Είναι αρκετοί τρεις μήνες, τότε;
-Και τόσο είναι πολύ, αποκρίθηκε ο Όσιος. Εγώ σου λέγω πως, αν ειλικρινά μετανοήσεις και πάρεις σταθερή απόφαση να μη επαναλάβεις ποτέ το ίδιο σφάλμα, σε τρεις μέρες σε δέχεται η αγαθότης του Θεού.
Άλλος Αδελφός ρώτησε τον ίδιο Γέροντα, αν ο Θεός εύκολα συγχωρεί τις αμαρτίες του ανθρώπου.
-Πώς είναι δυνατόν να μη συγχωρεί, τέκνο μου, Εκείνος που δίδαξε τη μακροθυμία στους ανθρώπους; Δεν παραγγέλλει στον Πέτρο να συγχωρεί εκείνον που του σφάλλει «έως εβδομηκοντάκις επτά» δηλαδή επ’ άπειρον; αποκρίθηκε ο Γέρων.
Κάποιος άλλος πάλι ζήτησε να του εξηγήσει τι ακριβώς είναι μετάνοια.
-Η μη επανάληψη της ίδιας αμαρτίας, αποκρίθηκε ο Όσιος Ποιμήν.
Ένας Αδελφός εξομολογήθηκε στον Αββά Σισώη:
-Έπεσα, Πάτερ. Τι να κάνω τώρα;
-Σήκω, του είπε με τη χαρακτηριστική του απλότητα ο Άγιος Γέροντας.
-Σηκώθηκα, Αββά, μα πάλι έπεσα στην καταραμένη αμαρτία, ομολόγησε με θλίψη ο Αδελφός.
-Και τι σ’ εμποδίζει να ξανασηκωθείς;
-Ως πότε; Ρώτησε ο Αδελφός.
-Έως ότου σε βρει ο θάνατος ή στην πτώση ή στην έγερση. Δεν είναι γραμμένο «όπου ευρώ σε εκεί και κρίνω σε»; Εξήγησε ο Γέροντας. Μόνο εύχου στον Θεό να βρεθείς την τελευταία σου στιγμή σηκωμένος με την αγία μετάνοια.
«Αμαρτία προς θάνατον», γράφει ο Αββάς Μάρκος ο Ασκητής, είναι κάθε αμετανόητη αμαρτία. Ούτε αυτός ο Αγαθός και Φιλάνθρωπος Θεός συγχωρεί τον αμετανόητο αμαρτωλό. Οι περισσότεροι άνθρωποι αισθάνονται συχνά λύπην και αηδία δια τας αμαρτίας των, δέχονται όμως με ευχαρίστηση τας αφορμάς των.
Αυτή η φωνή ακούγεται να λέγει επιτακτικά στον επιλήσμονα άνθρωπο, έλεγε κάποιος Πατήρ: «Σήμερον επίστρεψον».
Οι τωρινοί άνθρωποι δε ζητούν το σήμερον, αλλά το αύριον για να μετανοήσουν, έλεγε άλλος Γέρων.
Λένε πως ένας Αδελφός, κάθε φορά που οι λογισμοί του τον ξεγελούσαν και του έλεγαν, άφησε σήμερα και αύριο μετανοείς, εκείνος ο σοφός αποκρινόταν «Σήμερα θα δείξω με έργα τη μετάνοιά μου, όσο για αύριο, ας γίνει του Θεού το θέλημα».
Να τι διαβάζουμε στ’ «Ασκητικά» του μεγάλου διδασκάλου του ασκητισμού Ισαάκ του Σύρου:
«Με τα ίδια μέσα που έχασες το αγαθό, προσπάθησε πάλι να το αποκτήσεις. Χρυσάφι χρωστάς στον Θεό; Δε θέλει από σένα μαργαριτάρια. Τη σωφροσύνη σου έχασες; Δε σου γυρεύει ελεημοσύνη, αλλά τον αγιασμό του σώματός απαιτεί. Περιφρονείς την εντολή της αγάπης, νικημένος από το πάθος του φθόνου; Για ποιο λόγο πολεμάς τον ύπνο με αμέτρες αγρυπνίες ή αφανίζεις το σώμα σου με υπερβολική νηστεία; Αυτά δεν σου προσφέρουν καμιά ωφέλεια, δε γιατρεύουν τον φθόνο. Κάθε αρρώστια της ψυχής, όπως και του σώματος, χρειάζεται ειδικά φάρμακα και θεραπεία ανάλογη»
http://www.agiameteora.net/index.php/component/content/article?id=412
Αν θέλει ο άνθρωπος, μπορεί από την ανατολή ως τη δύση του ηλίου να φθάσει στην αγιότητα, έλεγε ο Μέγας Αντώνιος, διδάσκοντας του μαθητές του την δύναμη της μετάνοιας.
Ένας νέος αξιωματικός που πριν από λίγο είχε οδηγηθεί στο δρόμο του Θεού κι ακόμα πάλευε με τη συνείδησή του, ρώτησε τον εξομολόγο του, αν πραγματικά, όπως του έλεγαν, δεχόταν ο Θεός τόσο εύκολα την μετάνοια του ανθρώπου.
-Αν κατά τύχη σκιστεί κάπου ο μανδύας σου, παιδί μου, του είπε εκείνος, τον βγάζεις αμέσως και τον πετάς, σαν άχρηστο;
-Όχι, δα, έκανε εκείνος. Τον ράβω και τον επιδιορθώνω, όσο βέβαια δέχεται επιδιόρθωση.
-Αν λοιπόν εσύ λυπάσαι το φόρεμά σου κι εύκολα δεν το πετάς, πως δε θα λυπηθεί ο Θεός το πλάσμα Του και δε θα κάνει ό,τι είναι δυνατόν για να το διορθώσει; Είπε ο καλός Γέροντας κι ανάπαυσε το νέο.Ένας αρχάριος Μοναχός πήγε στενοχωρημένος στον Όσιο Ποιμένα.
-Έπεσα σε μεγάλο σφάλμα, Αββά, του εξομολογήθηκε, και θέλω τουλάχιστον τρία χρόνια για να μετανοήσω.
-Είναι πολλά, του είπε ο Όσιος.
-Είναι αρκετοί τρεις μήνες, τότε;
-Και τόσο είναι πολύ, αποκρίθηκε ο Όσιος. Εγώ σου λέγω πως, αν ειλικρινά μετανοήσεις και πάρεις σταθερή απόφαση να μη επαναλάβεις ποτέ το ίδιο σφάλμα, σε τρεις μέρες σε δέχεται η αγαθότης του Θεού.
Άλλος Αδελφός ρώτησε τον ίδιο Γέροντα, αν ο Θεός εύκολα συγχωρεί τις αμαρτίες του ανθρώπου.
-Πώς είναι δυνατόν να μη συγχωρεί, τέκνο μου, Εκείνος που δίδαξε τη μακροθυμία στους ανθρώπους; Δεν παραγγέλλει στον Πέτρο να συγχωρεί εκείνον που του σφάλλει «έως εβδομηκοντάκις επτά» δηλαδή επ’ άπειρον; αποκρίθηκε ο Γέρων.
Κάποιος άλλος πάλι ζήτησε να του εξηγήσει τι ακριβώς είναι μετάνοια.
-Η μη επανάληψη της ίδιας αμαρτίας, αποκρίθηκε ο Όσιος Ποιμήν.
Ένας Αδελφός εξομολογήθηκε στον Αββά Σισώη:
-Έπεσα, Πάτερ. Τι να κάνω τώρα;
-Σήκω, του είπε με τη χαρακτηριστική του απλότητα ο Άγιος Γέροντας.
-Σηκώθηκα, Αββά, μα πάλι έπεσα στην καταραμένη αμαρτία, ομολόγησε με θλίψη ο Αδελφός.
-Και τι σ’ εμποδίζει να ξανασηκωθείς;
-Ως πότε; Ρώτησε ο Αδελφός.
-Έως ότου σε βρει ο θάνατος ή στην πτώση ή στην έγερση. Δεν είναι γραμμένο «όπου ευρώ σε εκεί και κρίνω σε»; Εξήγησε ο Γέροντας. Μόνο εύχου στον Θεό να βρεθείς την τελευταία σου στιγμή σηκωμένος με την αγία μετάνοια.
«Αμαρτία προς θάνατον», γράφει ο Αββάς Μάρκος ο Ασκητής, είναι κάθε αμετανόητη αμαρτία. Ούτε αυτός ο Αγαθός και Φιλάνθρωπος Θεός συγχωρεί τον αμετανόητο αμαρτωλό. Οι περισσότεροι άνθρωποι αισθάνονται συχνά λύπην και αηδία δια τας αμαρτίας των, δέχονται όμως με ευχαρίστηση τας αφορμάς των.
Αυτή η φωνή ακούγεται να λέγει επιτακτικά στον επιλήσμονα άνθρωπο, έλεγε κάποιος Πατήρ: «Σήμερον επίστρεψον».
Οι τωρινοί άνθρωποι δε ζητούν το σήμερον, αλλά το αύριον για να μετανοήσουν, έλεγε άλλος Γέρων.
Λένε πως ένας Αδελφός, κάθε φορά που οι λογισμοί του τον ξεγελούσαν και του έλεγαν, άφησε σήμερα και αύριο μετανοείς, εκείνος ο σοφός αποκρινόταν «Σήμερα θα δείξω με έργα τη μετάνοιά μου, όσο για αύριο, ας γίνει του Θεού το θέλημα».
Να τι διαβάζουμε στ’ «Ασκητικά» του μεγάλου διδασκάλου του ασκητισμού Ισαάκ του Σύρου:
«Με τα ίδια μέσα που έχασες το αγαθό, προσπάθησε πάλι να το αποκτήσεις. Χρυσάφι χρωστάς στον Θεό; Δε θέλει από σένα μαργαριτάρια. Τη σωφροσύνη σου έχασες; Δε σου γυρεύει ελεημοσύνη, αλλά τον αγιασμό του σώματός απαιτεί. Περιφρονείς την εντολή της αγάπης, νικημένος από το πάθος του φθόνου; Για ποιο λόγο πολεμάς τον ύπνο με αμέτρες αγρυπνίες ή αφανίζεις το σώμα σου με υπερβολική νηστεία; Αυτά δεν σου προσφέρουν καμιά ωφέλεια, δε γιατρεύουν τον φθόνο. Κάθε αρρώστια της ψυχής, όπως και του σώματος, χρειάζεται ειδικά φάρμακα και θεραπεία ανάλογη»
http://www.agiameteora.net/index.php/component/content/article?id=412
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)





