Δευτέρα 5 Αυγούστου 2013

Βολιώτης ερημίτης στην Αριζόνα

Βολιώτης ερημίτης στην Αριζόνα

Δημοσιεύθηκε: 7 Φεβρουαρίου 2011 Κατηγορίες: Άγιοι - Πατέρες - Γέροντες, Γέρ. Εφραίμ Αμερικής

Πνευματική όαση στην καρδιά της ερήμου της Αριζόνα είναι η Μονή του Αγίου Αντωνίου που δημιούργησε με πολύ πίστη, προσήλωση και περίσσευμα καρδιάς ο Γέροντας Εφραίμ, ο οποίος κατάγεται από τον Βόλο. Οι χιλιάδες των επισκεπτών της Μονής, κάνουν λόγο για «ένα θαύμα» και ταυτόχρονα έναν «επίγειο παράδεισο» στην καρδιά της ερήμου, που προσφέρει «ανάταση ψυχής σε κοπιώντες και πεφορτισμένους». Ο Γέροντας Εφραίμ ο Αριζονίτης, ο οποίος ξεκίνησε την πορεία προς τον Μοναχισμό στο Αγιο Ορος κοντά στον Γέροντά του Ιωσήφ τον Ησυχαστή και Σπηλαιώτη, διακόνησε στην συνέχεια ως ηγούμενος την Μονή Φιλοθέου, πριν ξεκινήσει το πνευματικό του έργο στην μακρινή Αμερική. Το πνευματικό του έργο που έχει καρποφορήσει στην μακρινή ήπειρο, μεταφράζεται στην δημιουργία είκοσι Μονών σε διάφορα σημεία της Αμερικής, όπως στην Νέα Υόρκη, στο Τέξας, στη Φλόριντα, στον Καναδά και αλλού, οι οποίες αποτελούν πόλο έλξης για χιλιάδες προσκυνητές.
Η άλλοτε άγονη και αφιλόξενη έρημος της Αριζόνα έχει αλλάξει κυριολεκτικά πρόσωπο, χάρη στην θαυμαστή υπομονή του Γέροντα, ο οποίος δημιούργησε το Μοναστήρι του Αγίου Ανδρέα, που αποτελεί τόπο φιλοξενίας και προσευχής, για χιλιάδες επισκέπτες, Ορθόδοξους και μη, Έλληνες, ημεδαπούς και αλλοδαπούς.
Το Μοναστήρι ιδρύθηκε το 1995 και περιβάλλεται από εκτάσεις κατάφορτες από ελιές, πορτοκαλιές, λεμονιές, αμπέλια και άλλα οπορωφόρα δέντρα, συνθέτοντας μια όαση με άφθονο νερό, το οποίο βρέθηκε κατόπιν υπόδειξης του ίδιου του Γέροντα. Ο επισκέπτης που διαβαίνει την πόρτα της Μονής, παρατηρεί με θαυμασμό τα τεράστια δέντρα, τους φοίνικες και τους κάκτους, τα ολάνθιστα παρτέρια, τα σιντριβάνια, τα πλακόστρωτα, τα κτίρια του Μοναστηριού, τους ναούς που αποτελούν τόπο γαλήνης και προσευχής, για δεκάδες προσκυνητές και την υποδειγματική τάξη που επικρατεί, γαληνεύοντας τις ψυχές τους. Το μοναστήρι που έχει χαρακτηριστεί από πολλούς «ένα από τα επτά θαύματα του κόσμου», καταλαμβάνει έκταση 432 περίπου στρεμμάτων, διαθέτει επτά ξενώνες και έχει την δυνατότητα φιλοξενίας 500 ατόμων, ενώ αξίζει να σημειωθεί ότι το επισκέπτονται καθημερινά αμέτρητοι πιστοί.
Η πνευματική όαση που έχει δημιουργήσει ο π. Εφραίμ, έχει αγκαλιάσει την περιοχή, αναπτύσσοντας παράλληλα σημαντικό φιλανθρωπικό έργο, που περιλαμβάνει συσσίτια σε φτωχούς και βοήθεια σε αναξιοπαθούντες. Επίσης, έχει δημιουργηθεί ίδρυμα για φτωχές και εγκαταλειμμένες γυναίκες στο Τουσόν, μια πόλη που βρίσκεται κοντά στο μοναστήρι, προσφέροντας ουσιαστική βοήθεια και σημαντικό κοινωνικό έργο. Ο π. Εφραίμ δεν έχει, σημειωτέον, διοικητικά καθήκοντα, αλλά είναι ο Γέροντας των ιερών μονών που έχει δημιουργήσει στην Αμερική, διακονώντας με περισσή σεμνότητα και ταπεινότητα τα πνευματικά του παιδιά, που συρρέουν από κάθε γωνιά της γης, προκειμένου να τον συναντήσουν και να λάβουν την ευλογία του.
Από τις γειτονιές του Βόλου
Η πορεία προς τον Μοναχισμό ξεκίνησε από νεαρή ηλικία για τον π. Εφραίμ, κατά κόσμο Γιάννη Μωραΐτη, ο οποίος είναι ο δευτερότοκος γιος του Δημήτριου και της Βικτώριας Μωραΐτη, με καταγωγή από τη Σκιάθο και τα Κανάλια αντίστοιχα. Γεννήθηκε το 1927 και το πατρικό σπίτι όπου έζησε με τους γονείς και τα αδέλφια του Νίκο και Χρήστο Μωραΐτη, βρίσκεται στην περιοχή των Επτά Πλατανίων, στο Βόλο. Οι πνευματικές αξίες με τις οποίες τον γαλούχησαν οι γονείς του, αποτέλεσαν την απαρχή της μετέπειτα πορείας του. Από πολύ μικρή ηλικία συνειδητοποίησε την κλίση του προς τον Θεό και με την προτροπή της μητέρας του, ξεκίνησε την πορεία του προς τον μοναχισμό. Σε ηλικία 19 ετών μετέβη στο Άγιο Όρος, διακονώντας επί σειρά ετών τον γέροντά του, Ιωσήφ τον Ησυχαστή και Σπηλαιώτη και όπως αφηγείται ο ίδιος στο βιβλίο του που είναι αφιερωμένο στον Γέροντά του «στα πρώτα χρόνια της Κατοχής, όταν είχα διακόψει χάριν εργασίας το Γυμνάσιο, ήλθε στο Βόλο σε μια από τις δύο εκκλησίες των Παλαιοημερολογιτών στο Βόλο, μοναχός του Γέροντος Ιωσήφ, ως εφημέριος. Αυτός ο Αγιορείτης ιερομόναχος στάθηκε στην παιδική μου ηλικία πολύτιμος σύμβουλος και βοηθός στην πνευματική μου πορεία. Τον έκαμα Πνευματικό, συνεχίζει ο ίδιος, και με τις διηγήσεις του και τις συμβουλές του, σε λίγο καιρό άρχισα να αισθάνομαι την καρδιά μου να ξεμακραίνει από τον κόσμο και να προσκολλάται στο Άγιον Όρος. Μάλιστα, προσθέτει ο ίδιος, όταν μου μιλούσε για την ζωή του Γέροντος Ιωσήφ, κάτι εφλέγετο μέσα μου και διάπυρος εγένετο η ευχή και ο πόθος μου, πότε να τον γνωρίσω».
Στις 26 Σεπτεμβρίου του 1947, ένα καραβάκι τον οδήγησε στο Αγιο Ορος, κάνοντας πλέον πράξη και κανόνα ζωής την αφοσίωσή του στον Μοναχισμό. Η πρώτη εντύπωση του Γέροντα καταγράφεται εύγλωττα στην φράση «μέσα στο Εκκλησάκι, τον Τίμιο Πρόδρομο, που είναι λαξευμένο μέσα σε σπηλιά, έβαλα την μετάνοια της υποταγής μου. Εκεί, μέσα εις το παραμικρό εκείνο φως, γνώρισε η ψυχή μου με τον δικό της τρόπο την φωτεινή φυσιογνωμία του αγίου Γέροντός μου». Παρέμεινε επί πολλά χρόνια δίπλα στον Γέροντά του, ενώ μετά την κοίμησή του, κατ’ ευχήν του ιδίου, μετέβη στην Σκήτη του Αγίου Αρτεμίου στην Προβάτα, κοντά στην Λαύρα και κατόπιν διακόνησε ως Ηγούμενος την Μονή Φιλοθέου, συνεχίζοντας με την ίδια πάντα ταπείνωση το πνευματικό του έργο. Ο Γέροντας Εφραίμ επισκέπτονταν τακτικά τον Βόλο έως το 1998, διατηρώντας την επικοινωνία με τα πνευματικά του παιδιά, αλλά και το Μοναστήρι της Παναγίας Οδηγήτριας στην Πορταριά. Οι λόγοι, οι συμβουλές και οι παραινέσεις του είναι πολύτιμη παρακαταθήκη για τα πνευματικά του παιδιά, πολλά από τα οποία δεν διστάζουν να διανύσουν τεράστιες αποστάσεις, προκειμένου να τον συναντήσουν στην Αμερική.
Ορθοδοξία στην Αμερική
Ο Γέροντας Εφραίμ άρχισε να επισκέπτεται τον Καναδά από το 1972, κατόπιν πρόσκλησης αρκετών πνευματικών του παιδιών, ενώ στην συνέχεια επισκέπτονταν και την Αμερική, αποδεχόμενος ανάλογες προσκλήσεις. Το καλοκαίρι του 1995 έξι μοναχοί με τον Γέροντα Εφραίμ, ανέλαβαν το δύσκολο έργο της ίδρυσης του Μοναστηριού του Αγίου Αντωνίου, μεταφέροντας στην καρδιά της ερήμου την πνευματική κληρονομιά και την παράδοση του Αγίου Όρους. Το μοναστήρι βρίσκεται στην Αριζόνα, ανάμεσα στις πόλεις Φοίνιξ και Τουσόη και είναι αφιερωμένο, όπως προαναφέρθηκε, στον Άγιο Αντώνιο, τον πατέρα του μοναχισμού. Ο κύριος ναός είναι αφιερωμένος στον Άγιο Αντώνιο και τον Άγιο Νεκτάριο, ενώ υπάρχουν επίσης ναοί αφιερωμένοι στους Αγίους Σεραφείμ του Σάρωφ, Δημήτριο της Θεσσαλονίκης, Ιωάννη τον Βαπτιστή, Μεγαλομάρτυρα Γεώργιο, Άγιο Νικόλαο τον Θαυματουργό και τον Άγιο Παντελεήμονα. Οι επισκέπτες νιώθουν μεγάλη συγκίνηση στην θέα της Μονής, κάνοντας λόγο για «έναν παράδεισο στη μέση της ερήμου, που περιλαμβάνει φυτά, φοίνικες, όμορφα κτίρια, πολλές κρήνες, σιντριβάνια και νερά».
Ο αριθμός των μοναστηριών που δημιουργεί ο Γέροντας αυξάνεται διαρκώς φθάνοντας, όπως προαναφέρθηκε τα είκοσι, ενώ η φωνή του, που μεταφέρεται εν ώρα προσευχής μέσα από την συχνότητα της Ορθόδοξης Μαρτυρίας, δίνει κουράγιο σε δεκάδες ψυχές της περιοχής μας. Το τεράστιο έργο της δημιουργίας Ορθόδοξων πυρήνων στην Αμερική είναι «θέλημα Θεού» κατά τον ίδιο και όπως έχει κατ’ επανάληψη υπογραμμίσει «κάνει πάντα υπακοή στον Γέροντά του, ακολουθώντας τον κανόνα που είχε από την εποχή που ήταν ακόμη υποτακτικός κοντά του». Όσοι τον έχουν γνωρίσει κάνουν λόγο για «έναν Άγιο άνθρωπο», έναν «βαθύτατα πνευματικό Γέροντα κι άνθρωπο της υπακοής», ο οποίος «προσεύχεται διαρκώς για τα πνευματικά του παιδιά και την σωτηρία του κόσμου», με πλήρη αφοσίωση στις πνευματικές αρχές του Γέροντά του και οδηγό την απέραντη αγάπη του προς τον Θεό και τους ανθρώπους.
Πηγή: http://www.taxydromos.gr/localnews/tabid/58/articleType/ArticleView/articleId/33999/–.aspx

π. Αρσένιος Παπατσιόκ. Ο 96χρονος γέροντας του πόνου και της ταπείνωσης...

π. Αρσένιος Παπατσιόκ. Ο 96χρονος γέροντας του πόνου και της ταπείνωσης...
- Παρακαλώ να μας εξηγήσετε αυτό που λέει ο άββας Αμμωνάς στο γεροντικό:«Πρέπει να "γκρεμίσεις" τον εαυτό σου για να τον φτιάξεις από την αρχή»;
π. Αρσένιος: Να γκρεμίσεις δηλαδή τον παλαιό ανθρωπο για να βάλεις τα νέα θεμέλια. Να γκρεμίσεις δηλαδή τον παλαιό άνθρωπο, την πτώση του Αδάμ που έχει αποτυπωθεί σ'εμάς και που φεύγει με τη βάπτιση. Εαν έπινες να μην ξαναπιείς, να γκρεμίσεις το παλιό που σε είχε κυριεύσει και να γίνεις ένας εν Χριστώ νέος άνθρωπος, κατά τη χριστιανική διδασκαλία. Αυτό μας ενδιαφέρει όχι αν σου εμφανίστηκαν άγγελοι ή κάτι παρόμοιο. Εμένα, επειδή έμεινα στη φυλακή πολλά χρόνια, αλλά και στην έρημο με τον γέροντα Κλεόπα, με ρωτάει ο κόσμος: "Εγιναν θαύματα στη φυλακή; "Εγώ τους απαντάω: "Ναι, έγιναν".
- Τί θαύμα;
π. Α.: "Κανένα!"
- Αυτό ήταν το μεγάλο θαύμα ότι δεν έγινε κανένα θαύμα;
π. Α: - Ναι! Στο Αιούντ που ήμουν φυλακισμένος, ήθελαν να με σκοτώσουν. Μ' έβαλαν σ' ένα μέρος παγωμένο σαν ψυγείο. Τρομερό ήταν, τρομερό.Αυτοί είχαν υπολογίσει ότι σε τρεις μέρες θα πεθάνω. Μ'έβαλαν για 3 μέρες, τίποτα. Μ' έβαλαν για 5 μέρες τίποτα. Μ'έβαλαν για επτά μέρες αλλά δεν πέθανα ούτε τότε. Αυτό δεν ήταν ένα θαύμα; Ημουν εκεί μέσα γυμνός, τέλως πάντων, τρομερό, τρομερό.
Ωστόσο ήμουν ζωντανός και -ζητώ συγνώμη- είχα μια παιδική αφέλεια και περιέργεια, να δω πως βγαίνει η ψυχή, πως είναι αυτό το πέρασμα στον άλλο κόσμο. Αλλά δεν πέθανα... Και, αλοίμονό μου, με κράτησαν εκεί 14 χρόνια. Με είχαν καταδικάσει σε 40 χρόνια φυλάκιση...
- Τόση ήταν η καταδίκη;


Ναι και μου κόστισε. Σε όποια φυλακή πήγαινα με ρωτούσαν οι κομμουνιστές τι έκανα. "Τίποτα,απαντούσα εγώ" - "Εαν δεν είχες κάνει τίποτα θα σου έριχναν 10-15 χρόνια"; μου έλεγαν.
Τέλως πάντων, μας ελευθέρωσαν το 1964 όταν δόθηκε γενική αμνηστία.Και σήμερα θα πήγαινα εκεί αν το ήθελε ο καλός Θεός. Θέλω να πω ότι έζησα τη ζωή τόσο έντονα εκεί, όπου έμεινε βαθιά χαραγμένο επάνω μου ένα ίχνος χριστιανικό.
- Ζήσατε εκεί σαν σε μοναστήρι;
π. Α.: -Τι μοναστήρι; Εκει λίγο ψωμί, όσο ένα νύχι ήταν τεράστια ποσότητα!
- Η άσκησή σας ήταν πιο σκληρή από των πατέρων της ερήμου;
π. Α.: -Δε μπορώ να κάνω σύγκριση. Εγώ σας λέω τι συνέβαινε εκεί.Δεν μας έβγαλαν τα νύχια αλλά οποιαδηποτε στιγμή μπορούσαν να το κάνουν. Είναι τρομερά δύσκολο να τα διηγείσαι όλα αυτά εαν τα έχεις ζήσει. Τότε εκπλησόμουν. Αναρωτιόμουν. "Θεέ μου υπάρχω;" Υπήρχα. Όταν με έβγαλαν από τη μεγάλη δοκιμασία -τα κατεψυγμένα δωμάτια- μ' έβαλαν στην απομόνωση. Δεν υπήρχε εκεί τίποτα, τίποτα. Το πάτωμα ήταν καταβρώμικο και τα τζάμια είχαν εκείνα τα κάγκελα.Δίπλα μου υπήρχε ένα κομμάτι μαμαλίγκα (σ.σ πουλέντα)πράσινη, μουχλιασμένη. Το έφαγα και μου φάνηκε σαν να ήταν παντεσπάνι! Δεν είχα τίποτα. Δεν έκανα υπολογισμούς, ζούσα τη ζωή έντονα.
Μια φορά με ρώτησαν πού ηταν πιο δύσκολα στην έρημο ή στην φυλακή; Εγώ τα είχα ζήσει και τα δύο. Εγώ λέω ότι στην έρημο παλεύεις με τον διάβολο και ο διάβολος φοβάται το Θεό. Δεν του επιτρέπεται το παν, έχουμε και έναν φύλακα άγγελο. Τη σχέση με τον άγγελό σου δεν μπορείς να την περιγράψεις, την ζείς. Το ίδιο και τη σχέση σου με το Θεό. Εκεί λοιπόν στην έρημο πάλευα κατά διαστήματα.
Στη φυλακή όμως αυτοί ήταν άθεοι, σε σκότωναν, δεν υπολόγιζαν τίποτα. Σε μισούσαν σαν τον μεγαλύτερο εχθρό τους, επειδή έτσι τους μάθαιναν. Είχα την ατυχία ο πρώτος μου φύλακας να είναι ένας Ούγγρος. Πολύ κακός. Εγώ γενικά με τους Ουγγρους δεν τα πήγαινα καλά. Μια μέρα μου λέει: «Θα σε κάνουν πατριάρχη»...
- Προσπαθούσε να σας δελεάσει.
π. Α.: - Nαι,βέβαια προσπαθούσε να με δελεάσει. Λες και εγώ τον πίστεψα.Αλλά εμένα με θεωρούσαν αρχηγό, είχα ένα όνομα εκεί στη φυλακή. Μια φορά μας μάζεψαν για να μας μιλήσουν οι συγκρατούμενοι που είχαν πουληθεί. Άρχισαν να μας μιλάνε για τον Μεσαίωνα. Τότε εγώ,έτσι κοντούλης όπως με βλέπετε σηκώθηκα και φώναξα: «Άκουσε βρε, τι ξέρεις εσύ για τον Μεσαίωνα; Ο Μεσαίωνας ήταν θεοκεντρικός. Τι μας λες και εσύ. Μετά χάθηκα μέσα στο πλήθος. Ήμασταν χιλιάδες. Βέβαια είχαν ανάμεσά μας τους πληροφοριοδότες τους. Ήταν ένα θαύμα που δεν μου έκαναν τίποτα.

Σε αυτό το σημείο κάνουν μια συζήτηση για τους φακέλους της περιφημης Σεκουριτάτε, που ανοίχθηκαν το 2008 όπου βρέθηκαν και ονόματα επισκόπων και έπειτα συνεχίζεται ο διάλογος ως εξής:

- Και τι πρέπει να κάνουμε γέροντα;
π. Α.: - Φτιάξε τον εαυτό σου! Αυτη είναι η καλύτερη απάντηση στην ερώτηση αυτή που βάζει κάθε άνθρωπος με λίγη συνείδηση. Φτιάξε την ζωή σου. Γίνε ξανά άνθρωπος.
- Χωρίς να ψάχνεις στα λάθη του άλλου;
π. Α.: - Κυρίως αν δεν έχεις αγάπη.Και εαν ακολουθείς την αυθεντική ορθόδοξη γραμμή βλέπεις ότι και εκείνον τον κρατάει ο Θεός. Ο Χριστός λέει "δεν κουνιέται τρίχα χωρίς τη θέλησή μου". Εκείνος ξέρει τι σκέφτεσαι, ξέρει ότι κάνεις. Γι' αυτό λέω φτιάξε τη ζωή σου! Και εαν είσαι ένας ήλιος κρυφός από τον κόσμο, ζέστανε τον κόσμο, πες ότι χρειάζεται. Επειδή ο κόσμος με ρωτάει να του πω έναν λόγο και τους λέω: «Να ξέρεις να πεθαίνεις και να ανασταίνεσαι κάθε μέρα».
- Πως δηλαδή;
π. Α.: - Να είσαι νεκρός για την αμαρτία!Δεν το δέχομαι αυτό!Καλύτερα να πεθάνω,σου λένε: "Εγώ κοίταξα έναν νεκρό και δεν γίνεται" μου είπαν. Ρώτησε κάποτε έναν γέροντα κάποιο πνευματικό του τέκνο: «Πάτερ, τι είναι η ταπεινοφροσύνη»; «Να βλέπεις τον εαυτό σου κατώτερο από κάθε πλάσμα παιδί μου». «Από κάθε πλάσμα;... και το σκουλίκι πλάσμα είναι»... «Και από το σκουλίκι παιδί μου»!
- Πως μπορείς όμως να φτάσεις σ'ένα τέτοιο μέτρο;
π. Α.: - Κοίτα να δεις γιατί είπε έτσι εκείνος ο γέροντας: επειδή το σκουλίκι κινείται συνεχώς, ψάχνει τη ζωή. Την ψάχνει για να ζήσει, να δοκιμάσει. Λέει ο Χριστος να είμαστε σοφοί όπως ένα φίδι. Γιατί όπως ένα φίδι. Γιατί μας έδωσε αυτό ακριβώς ως παράδειγμα σοφίας;
- Επειδή εμείς περιφρονούμε τα φίδια, το θεωρούμε κάτι που σέρνεται!
- Ναι, αλλά γιατί; Επειδή το φίδι εαν το κόψεις δέκα κομμάτια δεν πεθαίνει. Εαν όμως το χτυπήσεις στο κεφάλι πεθαίνει. Η κεφαλή μας είναι ο Χριστός, να προστατέψουμε την Κεφαλή μας.
Γι' αυτό ο Χριστός είπε «γένεσθε σοφοί όπως οι όφεις»,επειδή εαν "χτυπήσεις τον Χριστό τότε η χάρη του Θεού φεύγει από εσένα και βρίσκεσαι στη διάθεση των πονηρών πνευμάτων". ...Το κεράκι για να φωτίσει πρέπει να κάψει το φυτίλι και το κερί. Συνεπώς για να φωτίσει πρέπει να θυσιαστεί! Άφησε τη γνώμη σου, ξέχνα την κούραση! Δε γίνεται χωρίς θυσία! Ο κόσμος αυτό δεν το βλέπει και δεν τον νοιάζει. Ο σατανάς όμως εαν το δει θα κάνει το παν να σε προκαλέσει ο άλλος. Τον νικάς και σε νικαέι. Μην ξεχνάτε ότι ο σατανάς είναι ελεύθερος! Του επιτρέπει βέβαια ο Θεός αλλά είναι ελεύθερος. Με ρωτούν πολλές φόρες "πώς να γλυτώσω από τον σατανά" και τους απαντώ: "τι θα απογίνουμε χωρίς αυτόν. Αυτός μας προσκαλεί στη μάχη, στον αγώνα χωρίς να το καταλάβει". Με ρώτησαν σε κάποιο βιβλίο "τι είναι ο διάβολος"; και απάντησα: "όλοι οι διάβολοι... είναι του διαβόλου"!
Συμπερασματικά τώρα, επειδή δεν έχουμε άλλον χρόνο, ειλικρινά σας λέω, σαν ένας αδελφός που σε λίγο συμπληρώνει τα εκατό του χρόνια: δεν ωφείλω τόσα στα σχολεία που πήγα και μάζεψα γνώσεις και στα λόγια που άκουσα εκεί που εγώ πήγα, όσο μου χρησίμευσε ο πόνος! Τότε κατάλαβα γιατί ο Θεός κρατάει τον διάβολο,για να μπορείς να έχεις με έναν αόρατο τρόπο το σπαθί στο χέρι! Δεν είσαι καλός αγωνιστής εαν τρέμει το χέρι σου όταν κρατάς το σπαθί στο χέρι! Δεν επιτρέπεται αυτό, με το σπαθί στο χέρι. Είναι δυνατόν οτιδήποτε εν Χριστώ, οτιδήποτε... Δεν επιτρέπω όμως να είναι κάποιος λυπημένος. Αυτή είναι η μεγαλύτερη νίκη του διαβόλου. Να έχουμε χαρά και εμπιστοσύνη! Πρώτα όμως να έχουμε ταπείνωση.
Πόνος, ναι πόνος. Και αν έφυγες από τον κόσμο (στο μοναστήρι), αρνήσου και τον εαυτό σου! Αλλά λέγει: «Αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολούθειτω μοι». Να λοιπόν ο πόνος, δεν γίνεται χωρίς πόνο. Στον μοναχισμό ειδικά, η υποταγή της θελήσεώς σου, η υπακοή, είναι η μεγαλύτερη νίκη. Δεν γίνεται όμως χωρίς θυσία, χωρίς Σταυρό. Μη το κυνηγάς, αλλά εαν έρθει μην το αρνηθείς. Ο Χριστός δεν ήθελε τον Σταυρό, αλλά αφού ήρθε, τον δέχτηκε. Δεν τον αρνήθηκε! Να κάνεις και εσύ αυτό κατά τη δύναμή σου, γιατί ο Θεός δεν σου δίνει σταυρό πέρα από τις δυνάμεις σου.
Ειλικρινά υπέφερα! Ο πόνος μου άνοιξε πολλές μυστικές πορτίτσες. Και τότε έχεις μια σχέση ζωντανη με τον Ουρανό, με την Παναγία, η οποία να ξέρατε πόσο κοντά μας βρίσκεται, πόσο πολύ μας αγαπάει και πόσο λυπημένη είναι όταν δεν της ζητάμε τίποτα! Μεγάλο λάθος. Συνεπώς ο πόνος ηρέμησε τη ψυχή μου. Όμως στην κορυφή βρίσκεται η ταπείνωση στην οικογένεια και στο μοναστήρι...


ΠΗΓΗ: www.orthmad.gr

You might also like:

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΓΙΓΑΝΤΕΣ - ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ

 

Οι τρείς γίγαντες - Αγ. Μάρκος ο ασκητής.

 

 

ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ

"Στην δική μας περίπτωση υπάρχουν τρεις δυνατοί και ισχυροί γίγαντες, πάνω στους οποίους στηρίζεται όλη εχθρική δύναμη του νοητού Ολοφέρνη (του διαβόλου)˙ όταν αυτοί πέσουν κάτω και νεκρωθούν, εύκολα θα εξασθενήσει όλη η δύναμη των πονηρών πνευμάτων.

Αυτοί οι τρεις γίγαντες είναι:

Η άγνοια, μητέρα όλων των
η λησμοσύνη, αδελφή, βοηθός και συνεργάτης της άγνοιας, και
η ραθυμία, η οποία υφαίνει το σκοτεινό και μαύρο σύννεφο για ένδυμα και σκέπασμα της ψυχής και η οποία στηρίζει και δυναμώνει τις άλλες δύο και τις δίνει ύπαρξη φυτεύει στην αμελέστατη ψυχή την κακία και τη στερεώνει.

Από τη ραθυμία, τη λησμοσύνη και την άγνοια δυναμώνουν τα υποστυλώματα των λοιπών παθών και μεγαλώνουν.
Διότι με το να είναι αυτές οι τρεις κακίες η μία βοηθός της άλλης, αποδεικνύονται ισχυρές δυνάμεις και δυνατοί άρχοντες του πονηρού διαβόλου μέσω των οποίων ο στρατός των πονηρών πνευμάτων επιστρέφει και υποστηρίζεται και μπορεί να εκτελεί τις πονηρές βουλές του, και χωρίς αυτές δεν μπορούν να υπάρξουν όσα είπαμε πριν.

Αν λοιπόν θέλεις να νικήσεις τα πάθη που αναφέραμε πριν και να κατατροπώσεις με ευκολία το στρατό των αλλοφύλων, αφού συμμαζευτείς στον εαυτό σου με την προσευχή και με τη βοήθεια του Θεού και αφού βυθισθείς βάθη της καρδιάς σου, ξετρύπωσε αυτούς τους τρεις δυνατούς γίγαντες του διαβόλου, τη λησμοσύνη, τη ραθυμία την άγνοια, που είναι υποστυλώματα των δαιμόνων, μέσω των οποίων επιστρέφουν τα λοιπά πάθη της κακίας ενεργούν και ζουν και δυναμώνουν στις ψυχές των αμαθών και φιλήδονων.

Και με πολλή προσοχή και επιμέλεια νου και με τη θεία βοήθεια, και αφού βρεις αυτές τις μεγάλες κακίες που οι άλλοι τις αγνοούν και ούτε φαντάζονται υπάρχουν, αυτές που είναι πιο καταστρεπτικές από όλα τα άλλα κακά, πολέμησέ τες με τα όπλα της δικαιοσύνης, είναι αντίθετα σε αυτές.

Τη λησμοσύνη πολέμησέ την με την αγαθή μνήμη, που είναι αιτία όλων των καλών.

Την άγνοια, πολέμησέ την φωτισμένη γνώση, με την οποία η ψυχή ξαναξυπνάει και διώχνει από πάνω της το σκοτάδι της άγνοιας.

Την ραθυμία πολέμησέ την με την προθυμία που είναι όπλο άριστο να βάλει σε τάξη και να σπρώξει την ψυχή προς σωτηρία…"


Α'
Η ΑΓΝΟΙΑ

Γενικά
Η άγνοια είναι η αρχηγικωτάτη των παθών.
Από στενή θρησκευτική έννοια σημαίνει την μη γνώσι των θρησκευτικών αληθειών, των καθηκόντων του ανθρώπου προς τον Θεό και γενικά σημαίνει την μη γνώση των βασικών αληθειών της πίστεως.Έτσι η άγνοια συνώνυμη με την αγνωσία. Στους νηπτικούς πατέρες συναντάμε τις δύο λέξεις εναλλάξ. Ακόμη σημαίνει μία ζωή δεν έχει ως βάση τη χριστιανική διδασκαλία, αλλά είναι αντίθετη με τον Ευαγγελικό νόμο.
Στην Καινή Διαθήκη η άγνοια δεν θεωρείται ως βασική αμαρτία. Γι’αυτό και ο απόστολος Παύλος τονίζει Αθηναίους ότι ο Θεός παραβλέπει τους χρόνους της αγνοίας. Το ίδιο τονίζει και ο απόστολος Πέτρος στο κήρυγμά στους Ιουδαίους μετά τη σταύρωση του Κυρίου. Λέγει ότι, ο λαός τουλάχιστον, από άγνοια σταύρωσε το Χριστό. περιπτώσεις αυτές η άγνοια είναι συγγνωστή, χρειάζεται επιείκεια.
Στην πνευματική ζωή η άγνοια είναι μία γενικότερη πνευματική κατάσταση και αποτελεί έκφραση του χοϊκού φρονήματος του ανθρώπου, των γήινων σκέψεων, των γήινων επιθυμιών και επιδιώξεών του. Αναφέρει χαρακτηριστικά ο όσιος Νικήτας ο Στηθάτος: Επειδή η άγνοια του χωματένιου νου είναι πολύ βαθύ σκοτάδι που σκεπάζει τα μάτια ψυχής, την κάνει σκοτεινή και βυθισμένη στο ζόφο ως προς τα θεία και ανθρώπινα πράγματα. Και αυτό οφείλεται αδυναμία της να ατενίζει τη λάμψη του θεϊκού φωτός ή να απολαύσει τα πνευματικά εκείνα αγαθά στα οποία αναφέρεται ο απόστολος Παύλος".
Επομένως η άγνοια είναι μία βαριά ασθένεια της ανθρώπινης ψυχής και ειδικά του νου. "Ακαθαρσία νοός" χαρακτηρίζεται από τους Πατέρες.

Αίτια και αποτελέσματα
Αιτία είναι το ταπεινό και γήινο φρόνημα του ανθρώπου, η βοσκηματώδης ζωή, όπως θα μας έλεγε ο Μ.Βασίλειος.
Έτσι ο νους δεν μπορεί να αντιληφθεί τις θεϊκές πραγματικότητες και καταστάσεις. Έτσι η άγνοια είναι καρπός αμαρτίας, της πτώσεως του ανθρώπου και της υποδουλώσεώς του στο θέλημά του, της απομακρύνσεως του γενικά τον Θεό.
"Όποιος ξέπεσε από την θεϊκή αγάπη, μέσα του έχει ως κυρίαρχο το νόμο της σάρκας. Η κατάσταση αυτή επιτρέπει να φυλάξει οποιαδήποτε εντολή του Θεού. Και επειδή αντί για τις αρετές προτίμησε την φιλήδονη ζωή, τελικά, αντί για τη γνώση του Θεού, επισύρει πάνω του την άγνοια του Θεού", τονίζει ο άγιος Μάξιμος. Εδώ το όμως τίθεται στην κανονική του βάση. Διότι λέγοντας άγνοια αναφερόμαστε σε ανθρώπους, που αρχικά γνώριζαν θέλημα του Θεού και απομακρύνθηκαν από κοντά του. Ανθρωποι λοιπόν που στην αρχή γνώρισαν το θέλημα και κατόπιν απομακρύνθηκαν και βυθίστηκαν στη ζωή των αισθήσεων και των ηδονών, έχασαν κάθε είδους επαφή τον Θεό, ξέχασαν και αυτά που γνώριζαν, έπεσαν σε μία ασυγχώρητη άγνοια. Έχουμε εδώ μία κάθετη πτώση ευλογημένηκατάσταση που είχαμε σε μία αγνωσία πολύ μεγάλου βαθμού. Και εδώ βρίσκεται το μεγάλο κακό. φοβερό πράγμα η άγνοια και κάτι πιο φοβερό ", θα μας πει και πάλι ο Νικήτας Στηθάτος, "διότι είναι ένα ψηλαφητό
σκοτάδι και κάνει κατασκότεινες τις ψυχές στις οποίες θα επικρατήσει". Η άγνοια χωρίζει την ψυχή από την ένωσή με τον Θεό. Κάνει ολόκληρο τον άνθρωπο παράλογο και αναίσθητο.
"Εκείνος που πέφτει στην άγνοια δε γνωρίζει τα κρίματα του Θεού… Με αυτούς που τον ελέγχουν μαλώνει όσους τον συγχωρούν τους θεωρεί ανόητους. Όταν γίνεται πλούσιος, φέρνεται αλαζονικά και όταν φτωχαίνει, υποκρίνεται. Όταν καλοπερνάει, πέφτει σε διάφορες ασέλγειες και ακατονόμαστες πράξεις, και όταν κακοπερνά, τη μοίρα του. Αν λοιπόν κανείς δεν αποκτήσει με τη χάρη του Θεού τη γνώση της αλήθειας και το φόβο του Θεού, μόνον από τα πάθη του, αλλά και από όσα λυπηρά του συμβούν τραυματίζεται βαριά". Αυτές είναι μερικές από συνέπειες της άγνοιας στον ψυχικό κόσμο του ανθρώπου.
Αλλά η άγνοια έχει αντίκρισμα και στην εξωτερική του κατάσταση· επηρεάζει σημαντικά και τις διαπροσωπικές σχέσεις του ανθρώπου με τους συνανθρώπους του. Βυθίζει λοιπόν η άγνοια τον άνθρωπο σε ένα βαθύ σκοτάδι, θεωρεί τις απολαύσεις και τις ηδονές ως κύριο σκοπό της ζωής του, θεωρεί τα μη όντα ως όντα.

Το βαθύ σκοτάδι
Σκοτάδι και μάλιστα βαθύ πνευματικό σκοτάδι η άγνοια "Δεινόν σκότος", χαρακτηρίζεται. Όχι μόνον δεν κοντά στο Θεό αυτόν πού τον κυριεύει, αλλά και τον απομακρύνει πλέον οριστικά. Είναι έλλειψη φόβου του Θεού. εάν η γνώση του Θεού κάνει τον άνθρωπο λογικό, τότε η άγνοια του Θεού κάνει τον άνθρωπο άλογο, δηλαδή λογική, μη έχοντα την δυνατότητα να ξεχωρίζει το ορθό από το λάθος. Όχι μόνον ά-λογο, αλλά και αναίσθητο άνθρωπο.
Η άγνοια δεν είναι απλώς δεινό, αλλά και πηγή κακίας. "Τρία είναι τα δεινά, τα φοβερά στον κόσμο, τα αρχέκακα πάσης κακίας: Η άγνοια, η φιλαυτία και η τυραννία", θα μας πει ο άγιος Μάξιμος. Αλλά τα δύο άλλα προέρχονται την άγνοια. Αυτή βρίσκεται στην κορυφή και αποτελεί κάθε κακίας αφορμή. Θα μας πει χαρακτηριστικά και ο Θεόδωρος ο Εδέσσης: "Η φιλοδοξία δεν οφείλεται στην ανάγκη του σώματος, αλλά στην άγνοια του πρώτου της αληθινής δόξας. Αιτία αυτής και γενικά όλων των κακών είναι η άγνοια. Διότι δεν γίνεται εκείνος που κατάλαβε σωστά την φύση των πραγμάτων, και από πού έρχεται και που καταλήγει το καθένα, κατόπιν να περιφρονήσει του και να στραφεί στα γήινα. Διότι η ψυχή δεν επιθυμεί εκείνο που φαινομενικά είναι καλό. Και αν τυραννιέται συνήθεια, μπορεί κάλλιστα να νικήσει και τη συνήθεια. Αλλά όταν ακόμη υπήρχε η συνήθεια, ξεγελιόταν από άγνοια. Επομένως πρέπει να φροντίσει για το πρώτο αγαθό, να καταφρονήσει όλα τα παρόντα και να πληροφορηθεί τη μεγάλη τους ματαιότητα".
Ο άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης χαρακτηρίζει την άγνοια ως "νύχτα των παθών", σκοτάδι βαθύ στο οποίο την κυριαρχία έχει ο διάβολος. Αν η γνώση είναι καρπός του Αγίου Πνεύματος, τότε η άγνοια είναι το ηθικό σκοτάδι.
Αποτελέσματα του ηθικού αυτού σκότους είναι ότι αντίθετο υπάρχει με τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, δηλαδή: μίσος, κοσμική αθυμία, μέθη, λοιδορία, κατάκριση, τύφος της ψυχής, περιέργεια, κ.λ.π.

Η άγνοια και ο διάβολος
Αιτία της άγνοιας είναι ο διάβολος. Επειδή η άγνοια προέρχεται από την απομάκρυνση του ανθρώπου από φανερό είναι ότι ο διάβολος στην περίπτωση αυτή παίζει πρωταρχικό ρόλο. Αυτός είναι αρχή και τέλος πάσης και κάθε σκότους και κάθε αμαρτίας. Ο όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός παρατηρεί ότι ο διάβολος μετά την πτώση κάθε επαφή με τον Θεό και εξ αιτίας της υπερηφάνειας του και της αγνωμοσύνης του έγινε "άγνωστος" για τον Αυτό σημαίνει ότι σταθερά πλέον δεν θέλει να γίνει γνωστός από τον Θεό και μένει για πάντα μακριά από τη Όπως αιτία της άγνοιας είναι ο διάβολος, έτσι είναι και αιτία της πλάνης. Ενώ όσοι γνωρίζουν τον Θεό διακρίνονται για την ενότητα που έχουν μεταξύ τους, εκείνοι που έχουν το πνεύμα της πλάνης διακρίνονται για την διαίρεση τους. Αυτοί που βρίσκονται στην αγνωσία μετακινούνται από πλάνη σε πλάνη και ποτέ δε στέκονται σε ένα μέρος. λοιπόν η άγνοια ισοδυναμεί με την πλάνη. Γι’ αυτό και ο διάβολος είναι εισηγητής και συνεργός όχι μόνο στην δημιουργία της άγνοιας, αλλά και της πλάνης με οποιαδήποτε μορφή και αν εμφανίζεται αυτή στο χώρο της πνευματικής ζωής.

Η θεραπεία

Βασικός σκοπός εκείνου που αγωνίζεται για να καθαριστεί από τα πάθη του είναι να διώξει τον πονηρό από του. Να διώξει το σκοτάδι της άγνοιας και να ανατείλει το φως του Χριστού.
Από όσα αναφέρθηκαν παραπάνω μπορούμε να καταλάβουμε και πως θα πολεμηθεί η άγνοια. Εκείνοι που έχουν προσωπική εμπειρία των αληθειών της πίστεως και του δόγματος και του ορθού τρόπου ζωής, πρέπει να διδαχθούν από άλλους που είναι έμπειροι σε αυτά. Αυτή είναι και η γραμμή του Αγ. Γρηγορίου του Παλαμά, ο ακολουθώντας τη γνήσια ορθόδοξη παράδοση, θεωρεί απαραίτητη την παρουσία του Γέροντα, του Πνευματικού οδηγήσειτον άλλον στον ασφαλή δρόμο της σωτηρίας. "Εί τις θέλει απαλαγήναι τούτου, μη πιστευέτω τω ιδίω λογισμώ, αλλ’ ερωτάτω γέροντα…". Έτσι λοιπόν κριτήριο ορθοδοξίας και αληθείας παραμένει ο Γέρων, που ουσία δείχνει την ταπείνωση εκείνου που ρωτά, διότι δεν βασίζεται στο δικό του λογισμό. Ο Γέρων όμως αυτός να έχει την γνώση του Θεού, να μη βρίσκεται σε πλάνη. Μόνον εκείνος πού έφθασε στην θέωση, μπορεί να μεταδώσει την αληθή γνώση και να διαλύσει την ψευδώνυμο γνώση. Αντίθετα εκείνος που καυχιέται για τη γνώση του, αυτός κόβει κάθε σύνδεσμο με ανθρώπους που έχουν γνωρίσει τον Θεό και την χάρη Του. Αυτός βρίσκεται σε πλάνη.

Ο Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός μας συνιστά επτά πράξεις σωματικές, ασκήσεις θα λέγαμε, με τις οποίες μπορεί κάποιος να καθαριστεί από την άγνοια.
1. Ησυχία, ήτοι απερίσπαστος διαγωγή, απέχουσα πάσης μερίμνης βιοτικής. Η βασικότερη μέριμνα που πρέπει έχει ο άνθρωπος είναι το πώς θα αρέσει στον Θεό, πως θα μπορεί να ετοιμαστεί για το βραβείο της άνω κλήσεως πώς να αντιμετωπίσει τον εχθρό του, τον διάβολο και τα πάθη του. Και προσέχει ώστε ούτε να ξεχάσει τον Θεό, οδηγηθεί στην απελπισία ξεχνώντας την φιλανθρωπία Του.

2. Σύμμετρος νηστεία. Στη μετρημένη αυτή νηστεία, ανάλογη δηλαδή με τις σωματικές δυνάμεις του καθενός, περιλαμβάνεται και η μετρημένη χρήση του νερού.

3. Σύμμετρος αγρυπνία. Με το μέσο αυτό η ψυχή δουλαγωγεί το σώμα και δεν το αφήνει να επιθυμεί αντίθετα την ψυχή.

4. Η ψαλμωδία. Είναι και αυτή προσευχή και συνοδεύεται με γονυκλισίες, ώστε να κοπιάζει το σώμα και με κόπο του να ταπεινώνεται η ψυχή.

5. Πνευματική προσευχή. Είναι η νοερή προσευχή, στην οποία δεν παρεμβάλλονται άλλες σκέψεις στο νου. άνθρωπος εδώ ζητάει να γίνεται μόνο το θέλημα του Θεού που είναι και το σωτήριο θέλημα. Μένει μόνος με ανίδεος, δηλαδή χωρίς να τυπώσει μέσα του κάποια άλλη μορφή.

6. Ανάγνωση. Είναι η μελέτη της Αγίας Γραφής, των βίων των αγίων, των Πατέρων της Εκκλησίας μας με μαθαίνει η ψυχή πως θα μπορέσει να νικήσει τα πάθη της και να αποκτήσει διάφορες αρετές. Μπορεί κανείς να καταλαβαίνει στην αρχή αυτά τα οποία μελετά. Χρειάζεται επιμονή και υπομονή. Η γνώση θα έρθει αργότερα.

7. Αυτό που αναφέραμε στην αρχή της παραγράφου αυτής, δηλαδή η ερώτηση των εμπείρων. Η απειρία μπορεί οδηγήσει σε παρανοήσεις και πλάνη, ενώ η ταπείνωση είναι η πιο ασφαλής οδός για να γνωρίσει κάποιος τον να γνωριστεί από Αυτόν.


Μετά από αυτά πρέπει να έχει κανείς υπομονή σε ότι συμβεί και σεότι επιτρέψει ο Θεός να συμβεί. Να μην σημασία σε όνειρα. Να μελετά συνέχεια το όνομα του Θεού και να ζητάει ένα πράγμα, να γίνεται πάντα το θέλημα Θεού. Τότε ο νους αρχίζει να φωτίζεται. Να βλέπει ότι τα φταιξίματά του είναι σαν την άμμο της θαλάσσης.

Συντρίβεται τότε η ψυχή, ταπεινώνεται η καρδιά και θεωρεί τον εαυτό της κατώτερο από όλα. Έτσι αρχίζει να τις ευεργεσίες του Θεού και αρχίζει να εφαρμόζει τις εντολές Του. Εφαρμόζοντας τις εντολές Του, αρχίζει να μία μία την κλίμακα των αρετών. Και αυτό γίνεται μέχρι να φτάσει ο άνθρωπος στην τελευταία εντολή, την εντολή αγάπης. Και αυτός που έφτασε την αγάπη, έφτασε τον Θεό, διότι "ο Θεός αγάπη εστί".
Η άρση της άγνοιας είναι χάρισμα του Θεού. Δίνεται σε όσους αγωνίζονται και προσπαθούν. Ο Θεός βλέποντας προσπάθεια που καταβάλει ο άνθρωπος, του αφαιρεί το σύννεφο που καλύπτει το νου του και δεν μπορεί να βλέπει καθαρά, του αφαιρεί δηλαδή την άγνοια και του χαρίζει την γνώση του εαυτού του, την γνώση των μυστηρίων αληθείας του.

Β'
Η ΛΗΘΗ

Γενικά

Το δεύτερο πάθος, ο δεύτερος γίγαντας της πνευματικής μας ζωής είναι η λήθη.
Η λήθη είναι στενά συνδεδεμένη με την μνήμη. Ο άνθρωπος κινείται ανάμεσα στη μνήμη και την λήθη. Θα τρομερό βάρος στον άνθρωπο αν θυμόταν τα όσα έζησε και όλα όσα έχουν συμβεί μέσα του. Η λήθη, η λησμοσύνη δηλαδή, αλαφρώνει τον ψυχικό οργανισμό από το πιεστικό βάρος της μνήμης, πραγμάτων που δε χρειάζεται τώρα θυμάται κάποιος. Από την άλλη άποψη η λησμοσύνη αποτελεί αδυναμία που μπορεί να έχει τραγικές συνέπειες άνθρωπο, ιδιαίτερα όμως για την πνευματική του ζωή και τη σχέση του με τον Θεό.
Έτσι στην πνευματική ζωή η λήθη είναι μια παθολογική κατάσταση της ίδιας της ψυχής του ανθρώπου. Μάλιστα Πατέρες την χαρακτηρίζουν ως Αδη. Είναι "κακία ψυχής", διότι είναι λησμοσύνη "των κατά φύση καλών", αφού αποτέλεσμα μιας συμπεριφοράς που προηγήθηκε και που δεν είναι ελεύθερη από ενοχή.
Μόνη της δεν έχει καμία δύναμη. Δυναμώνει ανάλογα με την αμέλειά μας. "Μη λες, τι να κάνω; Έρχεται η χωρίς να το θέλω. Έρχεται, διότι όταν είχες στη μνήμη σου το χρέος σου, το παραμέλησες και δεν το λογάριασες", τονίζει ο όσιος Μάρκος ο Ασκητής.
Στον άνθρωπο η λήθη προήλθε μετά την πτώση, τότε που διακόπηκε η επικοινωνία του με τον Θεό και φυσικά κατόπιν διακόπηκε και η μνήμη του Θεού στον άνθρωπο. Διότι σε όλη την δημιουργία μόνον ο άνθρωπος μπορεί θυμάται τον Θεό και να ζει με τη μνήμη αυτή.
Είναι λοιπόν τώρα η λήθη μία εχθρική δύναμη που εισβάλλειμε κάθε τρόπο, ως άλλος ληστής, στην προσωπική ζωή του ανθρώπου και του καθορίζει τη στάση έναντι του Θεού, που στο τέλος καταντά να είναι μία αγνόηση ηθελημένη. Καταβροχθίζει αμέσως κάθε αγαθό λογισμό που αποβλέπει στην εξύψωση και τη σωτηρία του. Γι’ τονίζει ο Αββας Ησαΐας ο αναχωρητής: "Η λήθη είναι πιο ισχυρή από όλους τους λογισμούς και από αυτήν προέρχονται όλα τα πονηρά και ότι κάνει ο άνθρωπος το γκρεμίζει αυτή αμέσως". Έτσι κάθε αγαθός σπόρος που πέφτει στον της ψυχής, έχει την τύχη του σπόρου που έπεσε στο βράχο πάνω και το έφαγαν τα πετεινά του ουρανού. (Μαρκ. Γράφει χαρακτηριστικά ένας σύγχρονος θεολόγος: "Λησμοσύνη σημαίνει όχι απλώς να σταματήσουμε να σκεπτόμαστε το Θεό, αλλά να ξεκολλήσουμε από Αυτόν σαν ζωή, να πάψουμε να ζούμε με Αυτόν και μέσα σε Και ακριβώς σ’ αυτή τη λησμονιά του Θεού βρισκόταν η βάση του προπατορικού αμαρτήματος. Ο άνθρωπος τον Θεό, διότι στράφηκε αλλού, επιθύμησε άλλα πράγματα, αγάπησε άλλα και πάνω από όλα τον ίδιο του τον Έστρεψε την πλάτη στον Θεό και έπαψε να Τον βλέπει. Ξέχασε τον Θεό και ο Θεός έπαψε να υπάρχει γι’ αυτόν. λοιπόν δεν είναι απλώς θάνατος, αλλά είναι η αρχή του θανάτου. Έτσι η μνήμη από δύναμη ζωής που ήταν, έγινε γεύση θανάτου.

Αιτία της λήθης
Αυτοί που γεύτηκαν τον Θεό λένε ότι, αν Τον γευτεί κάποιος μία φορά, δεν πρόκειται να Τον ξεχάσει.

Τότε γιατί οι άνθρωποι ξεχνούμε τον Θεό; Ποια είναι τα αίτια της λησμοσύνης, αυτής της φοβερής ψυχικής

1. Πρώτη και κύρια αιτία της λήθης είναι η έλξη του ανθρώπου, η προσκόλλησή του στα αισθητά και τα γήινα.
Σημειώνει ο άγιος Μάρκος ο Ασκητής: "Όταν η ψυχή είναι σκεπασμένη από τη πάγκακη λήθη, εύκολα δένεται και τυφλός νους από κάθε τι το οποίο βλέπουμε ή ακούμε και σκεπτόμαστε". Και συμπληρώνει ένας άλλος άγιος: πολλές μέριμνες φέρνουν αμέλεια και λησμοσύνη και μας αφήνουν στάσιμους στην αρετή", διότι ο άνθρωπος μπορεί ή μάλλον δεν έχει χρόνο να σκεφτεί τον Θεό. Γι’ αυτό και η Εκκλησία μας με τα συνεχή "πρόσχωμεν" υπενθυμίζει και μας βοηθάει να συγκρατούμε το νου μας, για να μην κλέβεται συνέχεια και παρασύρεται σε μάταιες φροντίδες, διότι "μεγάλη είναι η τυραννία της λησμοσύνης". Γιατί προκαλεί επικάλυψη των βασικών αναγκών και προσθέτει όλο και νέες ανάγκες.

2. Η παρρησία και οι συχνές συναναστροφές.
Αναφέρει ο Όσιος Ησύχιος: "Θα πρέπει να φεύγουμε την παρρησία, δηλαδή την υπερβολική οικειότητα με τους όπως θα αποφεύγαμε το φίδι που λέγεται ασπίδα. Ακόμη τις πολλές παρέες και συναναστροφές σαν να ήταν φίδια οχιές…". Γιατί όμως αυτά; Διότι η παρρησία διώχνει από την ψυχή τον φόβο του Θεού. Έτσι οδηγείται κανείς προσέχειν εαυτώ, αλλά ζην αδιαφόρως". Από την παρρησία οδηγείται ο άνθρωπος στο παραπανίσια λόγια. Παρρησία σημαίνει το να αγγίζει κάποιος τον άλλο χωρίς λόγο, να απλώνει το χέρι του σε κάποιον για να γελάσει, να βλέπει άλλον με αναίδεια. Όλα αυτά προκαλούνται από τη παρρησία που έχει επιφέρει στην ψυχή την έλλειψη του θείου φόβου και έκανε την ψυχή να ξεχάσει τον Θεό, την οδήγησε στην λήθη.

3.Η απιστία, η οκνηρία, η αμέλεια.
Η απιστία και η οκνηρία παραλύουν την θέληση και εξαφανίζουν το φως της γνώσεως στην ομίχλη της λήθης. αμέλεια που δείχνουμε για να γνωρίζουμε τις δωρεές του Θεού, μας οδηγεί στη ραθυμία και αυτή συνέχεια στη Και στη λήθη τελικά οφείλεται η επικράτηση της άγνοιας μέσα μας.

4.Η έλλειψη της μνήμης του Θεού.
Το να θυμάται κανείς πάντα τον Θεό, έχει ως αγαθό αποτέλεσμα να έχει μέσα του αγωνιστικό φρόνημα. ΌΤον θυμάται, αρχίζει μέσα του μία πνευματική χαλάρωση που έχει ως αποτέλεσμα την λήθη, την λησμονιά του

5.Η έπαρση.
Η υπερτροφική ιδέα που καλλιεργήσαμε για τον εαυτό μας, θολώνει το νου μας. Ζαλισμένοι κατορθώματά μας, ξεχάνουμε τον Θεό. Ο Αδάμ και η Εύα απελάμβαναν μέσα στον παράδεισο πλούσιες τις δωρεές Θεού. Όταν όμως τους κυρίευσε ο λογισμός της υψηλοφροσύνης, τότε ξέχασαν τις υποσχέσεις του Θεού, ξέχασαν Θεό και υπάκουσαν στον πειρασμό.

6.Σήμερα η ανατροπή των αξιών της ζωής εύκολα οδηγεί τον άνθρωπο στη λήθη του Θεού.

7.Αλλά και τα διάφορα πάθη με τις αισθήσεις το ίδιο αποτέλεσμα έχουν. Ο Όσιος Θεόδωρος ο Εδέσσης μας "Η φιλαυτία και η φιληδονία διώχνουν από την ψυχή την μνήμη του Θεού ". Αλλά και ο θυμός, η οργή και η μέθη διάφορα άλλα πάθη ψυχικά διώχνουν από μέσα μας τον Θεό, μας κάνουν ανίκανους να Τον σκεφθούμε και να επικαλεστούμε. Σκοτισμένος ο νους από τα δεινά πάθη, αποξενώνεται από την πνευματική του αίσθηση. Το πεδίο μνήμης έχει γίνει σκληρό από την κακότητα των παθών. Που να μείνει χώρος για τη μνήμη του Θεού!

Πίσω από όλα αυτά, βέβαια, είτε πάθη λέγονται, είτε άλλες καταστάσεις κρύβεται πάντοτε ο κατ’ εξοχήν που είναι εισηγητής όλων αυτών των καταστάσεων. Και μάλιστα κρύβεται σαν τον λύκο που κρύβεται μέσα στην
ομίχλη.

Αποτελέσματα
Η καταραμένη λησμοσύνη είναι αντίθετη στην καρδιακή προσευχή, όπως το νερό στην φωτιά. Και κάθε της είναι ισχυρός αντίπαλος. Από τη λησμοσύνη καταντάμε στην αμέλεια και απότην αμέλεια στην καταφρόνηση θείων εντολών και τη ραθυμία και σε άλογες επιθυμίες και έτσι γυρίζουμε πίσω, όπως ο σκύλος στον εμετό του". αναφέρει για τα αποτελέσματα της λήθης ο άγιος Ησύχιος.

Και ακόμη:

α) "Καλύπτει την ψυχήν" με πυκνή ομίχλη και δεν την αφήνει να δη το φως.

β) Οδηγεί στην ηδυπάθεια, δηλαδή στο κυνήγι της ηδονής, στην αδιαφορία για τον πόνο των άλλων. Πας επιλανθανόμενος του Θεού, ανάλγητος γίνεται", σημειώνει ο όσιος Μάρκος.

γ) Λήθη σημαίνει λησμοσύνη των εντολών του Θεού. Οι εντολές του Θεού ξεθωριάζουν μέσα μας και δεν προκαλούν καμία εντύπωση ή ενθουσιασμό.

δ) Έτσι δεν είναι μακριά ο δρόμος για το σκοτασμό του νου από την άγνοια.

Και ε) Η λήθη είναι το ασφαλές καταφύγιο του πονηρού από όπου ο πονηρός με ασφάλεια μπορεί να υποβάλλει τους λογισμούς του για την καταστροφή του ανθρώπου, λόγω της απιστίας και της αδιαφορίας του στα πνευματικά.


Θεραπεία

Μερικά από τα μέσα τα οποία υποδεικνύουν οι θεοφόροι Πατέρες της Εκκλησίας μας είναι:

α) Ο αγώνας.
Ο αγώνας εναντίον της λήθης χρειάζεται σωστή και καλή γνώση του τρόπου καταπολεμήσεώς της. Ο αγώνας πρέπει να καταβάλλει κάποιος είναι αγώνας για να ξεκολλήσει η ψυχή από τη σάρκα και τον κόσμο και να αναχθεί πνευματικά. Διότι η προσκόλληση στα αισθητά αποτελεί παρά φύσιν κατάσταση της ψυχής.

β) Χρειάζεται επιμονή.
Η επίμονη προσπάθεια για εφαρμογή των θείων εντολών στην πράξη έχει ιδιαίτερη σημασία. Η μνήμη δεν να συγκρατήσει πράγματα που έμαθε θεωρητικά. Χρειάζεται προσπάθεια συνεχής. Η μεθοδική και επίμονη προσπάθεια
εφαρμογής του θείου θελήματος οδηγεί σιγά σιγά στην εξαφάνιση των κακών συνηθειών και στην εμμονή στις συνήθειες και επομένως στη μνήμη του Θεού και τη λησμοσύνη του κακού.

γ)Προσπάθεια και αποδοχή των λυπηρών της ζωής.
"Αν θέλεις να έχεις συνέχεια στη σκέψη σου την μνήμη του Θεού , μην διώχνεις ως άδικες τις θλίψεις που έρχονται, αλλά δέξου τες ως ερχόμενες δίκαια και διότι έπρεπε στη ζωή σου να συμβούν… Από των γεγονότων ανακινείται η μνήμη του Θεού και διώχνεται η λησμοσύνη", σημειώνει ο άγιος Μάρκος ο Ασκητής.
Στην προσπάθεια για την υπερνίκηση της λήθης ο καλλίτερος βοηθός μας είναι ο ίδιος ο Θεός. "Κάνε εσύ που θυμάσαι και αυτό που δεν έχεις στο νου σου θα σου αποκαλυφθεί από τον Θεό , όταν έλθει η κατάλληλη Ένα μικρό κεράκι νικάει το σκοτάδι , διότι το φως είναι κάτι που υπάρχει, ενώ το σκοτάδι είναι η απουσία φωτός. Η μνήμη είναι κάτι που υπάρχει. Έτσι μία μικρή μνήμη του Θεού,μία μικρή προσπάθεια, μπορεί να σβήσει σκοτάδι που προκαλεί η λήθη του Θεού.
Βασικός παράγοντας για να μη λησμονούμε τον Θεό, είναι δύο άλλα πράγματα: Η μελέτη του νόμου Του, μνήμη των ευεργεσιών Του. Ο προφήτης Δαβίδ είχε συνέχεια μέσα του τη μνήμη του Θεού και του θελήματός γι’αυτό και έλεγε: "Εν τοις δικαιώμασί σου μελετήσω, ουκ επιλήσομαι του νόμου σου". "Εκολλήθην τοις μαρτυρίοις σου". "Εμελέτων εν ταις εντολαίς σου, ας ηγάπησα σφόδρα", και πλήθος άλλες αντίστοιχες εκφράσεις. Δεν μελετούσε περιστασιακά ή από καθήκον και μόνον τυπικά τον νόμο του Θεού, αλλά με συνέπειες για τη προσωπική του Αποτέλεσμα αυτού του αγαλλιάματος της καρδιάς του, αυτού του σφοδρού πόθου που είχε για το Θεό, ήταν οι αλλεπάλληλες ευεργεσίες του Θεού, τις οποίες ποτέ δε λησμονούσε. Γι’αυτό και αναφέρει αλλού: "Αρχοντες κατ’κατελάλουν", εγώ όμως "ηδολέσχουν εν τοις δικαιώμασί σου". Και στην Ιερό Ψαλτήρα σημειώνει επιγραμματικά τόνο: "Εις τον αιώνα ου μη επιλάθωμαι των δικαιωμάτων σου, ότι εν αυτοίς έζησάς με".
Όλα αυτά είναι αποτέλεσμα της σφοδρής αγάπης για τον Θεό που είχε. Και η σφοδρή αυτή αγάπη, ο διάπυρος ζήλος, είναι κάτι που διώχνει το θηρίο της λησμοσύνης από μέσα μας.

Τα κακά αποτελέσματα της λήθης τα γιατρεύει μία αυστηρή φύλαξη του νου και η αδιάκοπη επίκληση του το Ιησού Χριστού. Τόσο συχνή που να μας πει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος: "Προτιμότερο είναι μα μνημονεύει κανείς τον Θεό, παρά να αναπνέει. Και αν πρέπει να πω μαζί με τον Μωυσή θα έλεγα, και όταν πέφτουμε στο και όταν σηκωνόμαστε και όταν κάνουμε οτιδήποτε άλλο, να τυπώνουμε στη μνήμη μας τον Θεό για να πετύχουμε καθαρότητα της καρδιάς". "Εμνήσθην του Θεού και ευφράνθην", τονίζει ο προφήτης Δαβίδ.
Αν λοιπόν η μνήμη του Θεού ευφραίνει την ψυχή μας , ας μα δυσκολευόμαστε και ας μην διστάζουμε να απολαμβάνουμε τη μνήμη του Θεού. Με τη μνήμη αυτή "ουρανός η διάνοια γίνεται".

Έτσι απομακρύνεται η "παγκάκιστη λήθη", αποφεύγεται ο σκοτασμός του νου και ανατέλλει στις καρδιές φως της γνώσεως του Χριστού.

Γ’
Η ΡΑΘΥΜΙΑ


Γενικά περί ραθυμίας και αποτελέσματα αυτής

Η ραθυμία είναι ο τρίτος γίγαντας του θέματός μας.

Αποτελεί μία από τις πολύ μεγάλες παθολογικές καταστάσεις του νου και συγγενεύει πολύ με τις δύο προηγούμενες καταστάσεις, την άγνοια και τη λήθη. Είναι, θα λέγαμε, μία τεμπελιά, οκνηρία, αδιαφορία, δυσκινησία και ότι μπορεί να χρησιμοποιήσει κανείς για να μπορέσει να την χαρακτηρίσει από πνευματικής απόψεως.
Κατά τον Αγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο είναι και αυτό ένα γνώρισμα της ανθρώπινης φύσεως. "Ράθυμος η ανθρώπινη φύσις και τη ανέσει και τη τρυφή μάλλον εαυτήν επιδίδωσι". "Οξύρροπος προς απώλειαν", θα μας άλλο σημείο, όχι διότι κατασκευάσθηκε έτσι από τον Θεό, αλλά "παρά την εκ προαιρέσεως ραθυμίαν".
Και αυτής η ρίζα βρίσκεται στην υποδούλωση της ψυχής στις αισθήσεις του σώματος και στον κόσμο των αισθητών. Η ρίζα της βρίσκεται μέσα στην ψυχή, μέσα στον σκοτισμένο μας νου, που χάνει την θέση της υπεροχής με την υποδούλωσή του στα υλικά.

Ο όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός βλέπει την ρίζα της στην αφροσύνη. "Εκ γάρ αφροσύνης γένεται η ραθυμία", αναφέρει. "Αν φρόνησις είναι η υγεία του λογικού και η φωτισμένη κατάσταση με συνεχή επαγρύπνηση, τότε αφροσύνη είναι το εντελώς αντίθετο. Είναι μέθη του λογικού, σκοτισμός του νου και άνοια", αμυαλωσύνη και γενικά και κατάπτωση των πνευματικών δυνάμεων σε μία χαλάρωση, όπου όλα είναι επιτρεπτά.

Η ραθυμία είναι αποτέλεσμα μιας γενικής καταπτώσεως της ψυχής που την χαρακτηρίζει το σκοτάδι και η πνευματική τύφλωση. Αναφέρει ο άγιος Μάρκος ο Ασκητής: "Η ραθυμία είναι αυτή που υφαίνει το σκοτεινό ρούχο μαύρου σύννεφου και το κάλυμμα της ψυχής".

Αυτή κάνει τον άνθρωπο "εις την των αλόγων εκπίπτειν θηριωδίαν". Από ραθυμίας γίνεται φαύλος, και γίνεται σκληρή η ψυχή του. "Η ψυχή του ανθρώπου είναι μαλακή και πλάθεται εύκολα. Παθαίνει όμως ότι και το νερό Δούναβη, που γίνεται σκληρό σαν πέτρα από το κρύο όταν παγώσει. Το ίδιο παθαίνει και η ψυχή μετά την αμαρτία την πολλή ραθυμία. Γίνεται σκληρή σαν την πέτρα".
Η ραθυμία κάνει ακόμη βαρύ και ανυπόφορο στην ψυχή το νόμο του Θεού. "Τι μας κάνει να φαίνονται βαριές εντολές;" ρωτάει ο άγιος Χρυσόστομος. "Η ραθυμία μας", απαντά. Όπως δηλαδή, αν δείχνουμε προθυμία, μας φαίνονται και τα βαριά ελαφριά, έτσι και όταν δείχνουμε ραθυμία, και τα ελαφριά θα μας φανούν δύσκολα.

Πίσω από την ραθυμία κρύβεται ο διάβολος. "Δεν φοβάσαι μήπως… εξ αιτίας της ραθυμίας σου ξεπηδήσει δαίμονας και βρίσκοντας την ψυχή σου χωρίς απασχόληση και ανέτοιμη, μπει σε αυτήν με όλη του την ευκολία, το σπίτι σου δεν έχει πόρτα";

Πραγματικά υπάρχει μεγάλος κίνδυνος, όταν δεν υπάρχει προσοχή και φροντίδα για τα πνευματικά, να μας πονηρός ότι θέλει. Οι δύο υπέροχες παραβολές των ταλάντων και των δέκα παρθένων μας ζωγραφίζουν πολύ χαρακτηριστικά τα αποτελέσματα της ραθυμίας. Για τον Αδάμ ο Μ. Βασίλειος αναφέρει ότι "ενύσταξεν δια της ραθυμίας ο λογισμόςαυτού". Αλλά και ο Ιούδας "διά της ραθυμίας δούλος εγεγόνει του εχθρού".


Η καταπολέμηση της ραθυμίας
1. Η άσκηση βίας.Χρειάζεται βίαιη εξέγερση του εαυτού μας εναντίον του εαυτού μας. Χρειάζεται δηλαδή βία. Και βία είναι του σωματικού πόνου και μόχθου σε όλα".
Κατά τον Μ. Βασίλειο "βία είναι η καταπόνηση του σώματος που θεληματικά υπομένουν οι μαθητές του Χριστού με την άρση των δικών τους θελημάτων και της σωματικής ανέσεως, αλλά συνδεδεμένη και με την φύλαξη και τήρηση όλων των εντολών του Χριστού".

Η βία "αποκαθαίρει τον νου", τον εξυψώνει, τον εξαγιάζει, καταβάλλει την ραθυμία και μαζί της όλες τις ολέθριες ψυχικές δυνάμεις.

Ο άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος μας δίνει πιο καθαρά τον τρόπο της καταπολεμήσεως της ραθυμίας με τη βία. βιάζεσθαι εαυτόν εν πάσι", το να βιάζει κανείς τον εαυτό του σε όλα, αυτή είναι η οδός του Χριστιανού. Δηλαδή: βιάζει τον εαυτό του στο καλό, έστω και αν η καρδιά του δεν το θέλει. Να βιάζει τον εαυτό του σε αγάπη, έστω δεν έχει αγάπη. Να βιάζει τον εαυτό του στο να λυπάται τον άλλον, έστω και αν δεν αισθάνεται λύπη για τον άλλον…

Να βιάζει τον εαυτό του σε προσευχή, έστω και αν η προσευχή του δεν είναι πνευματική…". "Βία φύσεως διηνεκής", θα μας έλεγε ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος.

Με την βία επιχειρείται μία εισβολή στα βάθη της ψυχής για να καταλυθεί η ραθυμία που φωλιάζει μέσα μας. αρχή θα γίνει ο αγώνας μας εξωτερικά και χωρίς να καταλαβαίνουμε τίποτε. Μηχανικά. Κατόπιν όμως με την ψυχή θα αγαπήσει την κατάσταση αυτή και θα γίνει ύστερα από μακρά άσκηση βίας εσωτερική η εξωτερική εργασία, πηγαία.

Αυτή την προτροπή κάνει και ο Μ. Βασίλειος. "Η βασιλεία των ουρανών δεν ανήκει στους ράθυμους, αλλά εκείνους που βιάζουν τον εαυτό τους. Και οι βιαστές την αρπάζουν. Αν θέλεις λοιπόν να αρπάξεις τον ουρανό, ράθυμος, αλλά γίνου βιαστής. Σφίξε τον τράχηλό σου κάτω από τον ζυγό του Χριστού… Μη περιεργάζεσαι τα σφάλματα…".



Και ο λόγος του επειδή απευθύνεται σε μοναχούς, είναι πολύ κοφτερός: "Μη νομίζεις ότι θα σωθούν όλοι όσοι κάθονται στο Μοναστήρι". Και αυτοί πρέπει να βιάσουν τον εαυτό τους σε όλα, διώχνοντας την αδηφάγο ραθυμία.

Βέβαια μέσα στα ασκητικά κείμενα υπάρχει πλήθος παραδειγμάτων με τα οποία οι Πατέρες βίαζαν τον εαυτό και έδιωχναν την ραθυμία.

Κάποιος από τους πατέρες έβαλε κανόνα να μη βγει από το κελί του όλη τη Μ. Τεσσαρακοστή. Με συνέργεια του πονηρού το κελί του γέμισε από αναρίθμητους κοριούς. Τότε ασκώντας βία επάνω στον εαυτό του είπε: Καιπεθάνω ακόμη δεν θα βγω από το κελί μου. Την Τρίτη Εβδομάδα των Νηστειών κατά παράξενο τρόπο βλέπει πλήθος από μυρμήγκια το οποίο εξαφάνισε τους κοριούς!

Έτσι ασκούσαν βία πάνω στον εαυτό τους οι πατέρες εκείνοι, πράγματα τα οποία μερικά για μας είναι αδιανόητα σήμερα.

Η άσκηση βίας στον εαυτό μας είναι σχετικά εύκολη για την υπερνίκηση της ραθυμίας και των θλιβερών της συνεπειών στην πνευματική μας ζωή. Κάτι πολύ πιο ευχάριστο από τους κόπους και τις θανάσιμες συνέπειες της ραθυμίας και της άσκοπης ζωής μέσα στην άνεση και την αδράνεια.



Γι’ αυτό και επίκαιρη είναι η προτροπή του Εφραίμ του Σύρου: "Κουράσου και πόνεσε κοπιάζοντας σωματικά, για να αποφύγεις τους κόπους και τις δυσάρεστες συνέπειες των χωρίς κόπο μάταιων λόγων".


2. Μνήμη θανάτου.

Η μνήμη του θανάτου είναι ένα δυνατό όπλο και αποτελεσματικό για την ψυχή εκείνη που έχει πέσει στον ραθυμίας ύπνο.
Αυτή η μνήμη γεννάει το πένθος, προτρέπει σε εγκράτεια, υπενθυμίζει τη γέννα, είναι μητέρα προσευχής και δακρύων, προφυλάγει την καρδιά από την εμπαθή προσκόλληση στα γήινα, οδηγεί στην διάκριση και στον φόβο Θεού, βοηθάει στην τήρηση των εντολών του Θεού και αντιμετωπίζεται με θάρρος ο πνευματικός αγώνας.
Αναφέρει σχετικά ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος για τη μνήμη του θανάτου: "Γι’ αυτό είναι αναγκαία η μνήμη θανάτου, διότι οδηγεί σε πνευματική δραστηριοποίηση τον άνθρωπο και τον ωθεί στη πραγμάτωση της αρετής.

Ειπώθηκε πως δεν είναι δυνατόν να ζήσει κανείς με ευσέβεια, αν δε λογαριάσει την κάθε μέρα του ως την τελευταία ζωής του… Η μνήμη το θανάτου κάνει την καρδιά άφοβη γιατί την απελευθερώνει από κάθε άλλο φόβο".

Αυτά τα λίγα ρανίσματα από τον άγιο Ιωάννη της Κλίμακος είναι πολύ χαρακτηριστικά για το πόσο ωφέλιμη μνήμη του θανάτου για την αποδίωξη της ραθυμίας από την ψυχή μας.

3. Ακόμη πιο βοηθητικό βέβαια είναι και η μνήμη του Θεού.
Ο αληθινός προορισμός του ανθρώπου είναι λειτουργικός. Ζει για να υμνεί και να δοξάζει τον Δημιουργό του. Δεν εννοείται βέβαια με αυτό μία τυπική προσευχή. Αλλά πρέπει να είναι μία ενσαρκωμένη προσευχή, διότι ζωή του γίνεται πραγματική, όταν ολόκληρη γίνεται ένας καιρός προσευχής.



Και μας αναφέρει και ο άγιος Ιγνάτιος Θεοφόρος: "Ο χριστιανός εαυτού εξουσίαν ουκ έχει, αλλά Θεώ σχολάζει".



Είναι πράγματι μία υψηλή αποστολή οποία μπορεί να κατορθώσει κανείς αγωνιζόμενος εναντίον όλων των παθών και ιδιαιτέρως εναντίον των τριών γιγάντων· της άγνοιας, της λήθης και της ραθυμίας.


Τελειώνουμε με τις σοφές συμβουλές του όσιου Μάρκου του Ασκητή, ο οποίος έδωσε και την ονομασία στα αυτά πάθη και τα ονόμασε Γίγαντες:

ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ
"Αφού ντυθείς αυτά τα όπλα της αρετής με την δύναμη του Αγίου Πνεύματος, με κάθε είδους προσευχή και με γενναιότητα και ανδρεία, θα κατανικήσεις τους τρεις γίγαντες των πονηρών δαιμόνων που αναφέραμε. Με άριστη μνήμη του Θεού, σκεπτόμενος πάντοτε όσα είναι αληθινά, όσα είναι σεμνά και όσα είναι σεβαστά, όσα σύμφωνα με το δίκαιο, όσα έχουν καλή φήμη, και οποιαδήποτε άλλη αρετή και έργο που είναι άξιο επαίνου, θα νικήσεις την παγκάκιστη λησμοσύνη και θα την διώξεις μακριά σου. Με την φωτισμένη και ουράνια γνώση, θα εξαφανίσεις την καταστρεπτική και σκοτεινή άγνοια. Με την κάλλιστη και γεμάτη από αρετή προθυμία, θα διώξεις μακριά την άθεη ραθυμία, που φυτεύει μέσα στην ψυχή το κακό.

Αυτές τις αρετές αφού τις αποκτήσεις, όχι με την προαίρεση μόνο, αλλά πραγματικά – με την βοήθεια του και με την συνεργασία του Αγίου Πνεύματος – με πολλή προσοχή και προσευχή, θα μπορέσεις να γλυτώσεις από τρεις δυνατούς γίγαντες του πονηρού που αναφέραμε. Διότι η συνύπαρξη αληθινής γνώσεως και μνήμης λόγων και αγαθής προθυμίας, που με την βοήθεια της ζωντανής χάριτος θα εγκατασταθεί με αγώνα στην ψυχή και θα διατηρηθεί με επιμέλεια, εξαφανίζει από την ψυχή και καθιστά ανύπαρκτο κάθε ίχνος λησμοσύνης και άγνοιας ραθυμίας.

Και τότε βασιλεύει η θεία χάρις μέσα στην ψυχή στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.

Αμήν".


(Αγ. Μάρκος ο ασκητής. Φιλοκαλία τόμος Α’ σελ. 175-176).

Σχετικά με τὴν ἐνάρετη ζωὴ. Γεροντικό

Σχετικά με τὴν ἐνάρετη ζωὴ. Γεροντικό

 1. Κάποια φορὰ τὴν ὥρα ποὺ ὁ ἅγιος Ἀντώνιος προσευχόταν στὸ κελί του, ἄκουσε μία φωνὴ ποὺ τοῦ ἔλεγε:
«Ἀντώνιε, δὲν ἔφθασες ἀκόμη στὸ μέτρο τοῦ τάδε τσαγκάρη ποὺ ζεῖ στὴν Ἀλεξάνδρεια».
Σηκώθηκε τὸ πρωί, πῆρε τὸ βαΐτικο ραβδί του καὶ πῆγε νὰ τὸν βρεῖ. Ἔφθασε σὲ κεῖνο τὸ μέρος καὶ μπῆκε στὸ ἐργαστήριό του.
Ἐκεῖνος ὅταν τὸν εἶδε ταράχτηκε. Τοῦ λέει λοιπὸν ὁ Γέροντας:
«Μίλησέ μου γιὰ τὶς πράξεις σου».
Ὁ τσαγκάρης εἶπε:
«Δὲν ξέρω νὰ ἔχω κάνει ποτὲ κάτι καλό, παρὰ μόνο, μόλις σηκωθῶ τὸ πρωὶ νὰ καθίσω στὸ ἐργόχειρό μου, λέω ὅτι ὁλόκληρη ἡ πόλη αὐτή, ἀπὸ τὸν πιὸ μικρὸ μέχρι τὸν πιὸ μεγάλο, μπαίνουν στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ γιὰ τὶς ἐνάρετες πράξεις τους καὶ ὅτι μόνο ἐγὼ κληρονομῶ τὴν κόλαση γιὰ τὶς ἁμαρτίες μου. Τὸ βράδυ πάλι λέω τὰ ἴδια λόγια, πρὶν κοιμηθῶ».
Τ᾿ ἄκουσε αὐτὰ ὁ ἀββᾶς Ἀντώνιος καὶ εἶπε:
«Ἀληθινά, σὰν καλὸς χρυσοχόος, ἐνῷ κάθεσαι στὸ σπίτι, ἀναπαυτικὰ κληρονόμησες τὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Ἐγὼ ὅλο μου τὸν χρόνο τὸν περνῶ στὴν ἔρημο, ὅμως, καθὼς δὲν ἔχω διάκριση, δὲν σὲ ἔφθασα».

2. Κάποτε τὴν ὥρα ποὺ προσευχόταν ὁ ἀββᾶς Μακάριος στὸ κελί του, ἄκουσε μία φωνὴ ποὺ ἔλεγε:
«Μακάριε, δὲν ἔφθασες ἀκόμη στὰ μέτρα τῶν τάδε γυναικῶν αὐτῆς ἐδῶ τῆς πόλης».
Τὸ πρωὶ ὁ Γέροντας σηκώθηκε, πῆρε τὸ βαΐτικο ραβδί του κι ἄρχισε νὰ ὁδοιπορεῖ γιὰ τὴν πόλη.
Ὅταν ἔφτασε στὴν πόλη καὶ βρῆκε τὸ σπίτι, χτύπησε τὴν πόρτα. Βγῆκε ἡ μία καὶ τὸν ὑποδέχτηκε στὸ σπίτι. Ἀφοῦ κάθισε γιὰ λίγο, ἦρθε καὶ ἡ ἄλλη. Τὶς κάλεσε, κι ἐκεῖνες ἦρθαν καὶ κάθισαν μαζί του. Τὶς λέει ὁ Γέροντας:
«Γιὰ σᾶς ἔκανα τόση πορεία καὶ ὑπέμεινα τόσο κόπο, ὥσπου νὰ φτάσω ἀπὸ τὴν ἔρημο. Πέστε μου λοιπὸν τὴν ἐργασία σας, ποιὰ εἶναι;»
«Πάτερ -τοῦ λένε- πίστεψέ μας, δὲν εἴμαστε ἡ καθεμιά μας ἔξω ἀπὸ τὴν κλίνη τοῦ ἄνδρα της μέχρι σήμερα. Ποιὰ ἐργασία λοιπὸν ζητᾷς ἀπὸ μᾶς;»
Ὁ Γέροντας ἔβαλε μετάνοια καὶ τὶς παρακαλοῦσε:
«Φανερῶστε μου τὸ ἔργο σάς».
Τότε τοῦ λένε:
«Ἐμεῖς κατὰ κόσμον εἴμαστε ξένες μεταξύ μας. Ἔτυχε ὅμως νὰ παντρευτοῦμε δυὸ ἀδελφοὺς κατὰ σάρκα. Καὶ νά, ἐδῶ καὶ δεκαπέντε χρόνια ὡς σήμερα κατοικοῦμε σ᾿ αὐτὸ τὸ σπίτι καὶ δὲν ξέρουμε νὰ φιλονικήσαμε ποτὲ ἢ νὰ ἀναφερθήκαμε σὲ αἰσχρὰ πράγματα. Μάλιστα, ἦρθε στὸ λογισμό μας νὰ ἀφήσουμε τοὺς ἄνδρες μας καὶ νὰ μποῦμε στὸ τάγμα τῶν μοναχῶν. Πολὺ παρακαλέσαμε τοὺς ἄνδρες μας νὰ μᾶς ἐπιτρέψουν νὰ φύγουμε, ἀλλὰ δὲν τοὺς πείσαμε. Ἔτσι, ἀφοῦ δὲν πετύχαμε αὐτὸν τὸν σκοπό, κάναμε συμφωνία μεταξύ μας καὶ μὲ τὸν Θεό, μέχρι τὸν θάνατό μας νὰ μὴ βγεῖ ἀπὸ τὸ στόμα μας κανένας κοσμικὸς λόγος».
Ὅταν τ᾿ ἄκουσε αὐτὰ ὁ ἀββᾶς Μακάριος, εἶπε:
«Ἀληθινά, δὲν ὑπάρχει παρθένα ἢ παντρεμένη ἢ μοναχὸς ἢ κοσμικός, ὁ Θεὸς τὴν πρόθεση ζητάει καὶ δίνει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα σὲ ὅλους».

3. Ὁ ἀββᾶς Ποιμὴν εἶπε ὅτι ὁ ἀββᾶς Ἀντώνιος εἶχε πεῖ γιὰ τὸν ἀββᾶ Παμβὼ ὅτι ἀπὸ τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶχε, ἔκανε τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ νὰ κατοικεῖ μέσα του.

4. Εἶπε ὁ ἀββᾶς Ποιμήν:
«Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς Πατέρες μας ἔγιναν ἀνδρεῖοι στὴν ἄσκηση, ἀλλὰ στὴ λεπτότητα τῶν λογισμῶν ἐλάχιστοι».

5. Ὁ ἴδιος εἶπε: «Τρεῖς σωματικὲς πράξεις εἴδαμε στὸν ἀββᾶ Παμβώ:
Ἀσιτία κάθε μέρα ὡς τὸ βράδυ, σιωπὴ καὶ ἐργόχειρο».

6. Ἔλεγαν γιὰ τὸν ἀββᾶ Ποιμένα ὅτι ἂν κάθονταν μπροστά του κάποιοι Γέροντες καὶ μιλοῦσαν γιὰ ἀββάδες ἢ ἀνέφεραν τὸ ὄνομα τοῦ ἀββᾶ Σισώη, τοὺς ἔλεγε: «Ἀφῆστε τὸν ἀββᾶ Σισώη, τὰ σχετικὰ μ᾿ αὐτὸν ξεπερνοῦν κάθε διήγηση».

7. Ἔλεγαν γιὰ τὸν ἀββᾶ Σαρματᾶ ὅτι πολλὲς φορὲς ἔκανε ἄσκηση ἐπὶ σαράντα ἡμέρες σύμφωνα μὲ τὴ γνώμη τοῦ ἀββᾶ Ποιμένα, καὶ περνοῦσαν οἱ μέρες σὰν ἕνα τίποτε γι᾿ αὐτόν. Ἦρθε ὁ ἀββᾶς Ποιμὴν καὶ τοῦ λέει:
«Πές μου τί ἔχεις κερδίσει κάνοντας τόσο κόπο».
Ἐκεῖνος ἔλεγε: «Τίποτε περισσότερο».
Τοῦ λέει πάλι ὁ ἀββᾶς: «Δὲν θὰ σ᾿ ἀφήσω, ἂν δὲν μοῦ πεῖς».
Ἐκεῖνος εἶπε: «Ἕνα μόνο εἶδα, ὅτι ἂν πῶ στὸν ὕπνο «πήγαινε», πηγαίνει. Καὶ ἂν πῶ «ἔλα», ἔρχεται».

8. Ἔλεγαν γιὰ τὸν ἀββᾶ Ὢρ ὅτι οὔτε ποτὲ εἶπε ψέματα οὔτε ὁρκίστηκε οὔτε ἔδωσε κατάρα σὲ ἄνθρωπο οὔτε μίλησε χωρὶς νὰ ὑπάρχει ἀνάγκη.

9. Ὁ ἴδιος ὁ ἀββᾶς Ὢρ ἔλεγε στὸν μαθητή του Παῦλο: «Πρόσεχε νὰ μὴ φέρεις ποτὲ σ᾿ αὐτὸ τὸ κελὶ ἀνάρμοστα λόγια».

10. Ἔλεγαν γιὰ τὸν ἀββᾶ Ὢρ καὶ τὸν ἀββᾶ Θεόδωρο ὅτι συνήθιζαν ἀδιάκοπα νὰ βάζουν ἀρχὴ γιὰ κάθε καλὸ καὶ νὰ εὐχαριστοῦν τὸν Θεό.

11. Δυὸ ἄνθρωποι συμφώνησαν καὶ ἔγιναν ἀσκητές. Ἔκαναν μεγάλη ἄσκηση κι ἔζησαν ἐνάρετη ζωή. Ὁ ἕνας συνέβη νὰ γίνει ἡγούμενος κοινοβίου. Ὁ ἄλλος παρέμεινε ἀναχωρητὴς καὶ φτάνοντας στὴν τελειότητα τῆς ἀσκήσεως, ἔκαμνε μεγάλα θαύματα: γιάτρευε δαιμονισμένους, ἔλαβε τὸ προορατικὸ χάρισμα, καὶ ἀρρώστους θεράπευε. Ἐκεῖνος ποὺ ἀπὸ ἀσκητὴς ἔγινε κοινοβιάρχης, ὅταν ἄκουσε ὅτι τόσα χαρίσματα ἀξιώθηκε νὰ πάρει ὁ συνασκητής του, ἀπομονώθηκε γιὰ τρεῖς βδομάδες ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους καὶ προσευχήθηκε ἐκτενῶς στὸν Θεὸ νὰ τοῦ φανερώσει «πῶς ἐκεῖνος κάνει θαύματα κι ἔχει γίνει περιβόητος σ᾿ ὅλους, ἐγὼ ὅμως σὲ τίποτε ἀπ᾿ αὐτὰ δὲν μετέχω».
Παρουσιάστηκε ἄγγελος Κυρίου σ᾿ αὐτὸν καὶ τοῦ λέει:
«Ἐκεῖνος τὴν πνευματικὴ ἐργασία του μέσα στὸ κελὶ τὴν κάνει μὲ στεναγμοὺς καὶ δάκρυα στὸν Θεὸ μέρα καὶ νύχτα, πεινώντας καὶ διψώντας γιὰ χάρη τοῦ Κυρίου. Ἐσὺ καθὼς μεριμνᾷς γιὰ πολλά, ἔχεις τὴν ἐπικοινωνία μὲ τοὺς πολλούς, ἔ, σοῦ φτάνει ἡ παρηγοριὰ τῶν ἀνθρώπων».
nektarios.gr

1''ΤΟ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟΝ' (Η ΣΟΦΙΑ ΤΩΝ ΑΣΚΗΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ)


Πειραϊκή Εκκλησία - Τα Λόγια Της Ερήμου 28112008_1


Μεγάλοι Διδάσκαλοι της Ερήμου Η μικρή σκήτη της Αγίας Άννας

Μεγάλοι Διδάσκαλοι της Ερήμου Η μικρή σκήτη της Αγίας Άννας


Εκεί στη Σκήτη της Μικρής Αγίας Αννης, περί τα τέλη του 15ου αιώνα, ζήσανε δυο μεγάλοι φωστήρες και πνευματικοί Πατέρες, Ο άγιος Διονύσιος «ό Ρήτωρ» και ό υποτακτικός του άγιος Μητροφάνης ο πνευματικός.
α) Ό άγιος Διονύσιος ήταν ιερομόναχος, ρήτωρ, διδάσκαλος και πνευματικός από την ιερά Μονή του Στουδίου προερχόμενος, δεν έχομε πολλά στοιχεία για την καταγωγή του, ούτε γνωρίζομε πότε ήρθε στο Αγιον Όρος, μόνο ξέραμε πώς ήταν νηπτικός Πατήρ, πλήρης χάριτος Θεού, ποδηγέτης του ασκητισμού, διότι είναι σχεδόν οι πρώτοι με τον υποτακτικό του πού κατοίκησαν στην περιοχή αυτή της Μικρής Άγιάννας και ότι έκοιμήθη το έτος 1606, που όμως έκοιμήθη, μας είναι άγνωστο.
β) Ό άγιος Μητροφάνης ήταν, όπως είπαμε, ενάρετος απλός και σοφός πνευματικός και επειδή στα ζοφερά χρόνια της Τουρκοκρατίας, οί χριστιανοί σ’ όλη την Ελλάδα υπέφεραν πολλά δεινά, από την περιφέρεια της Χαλκιδικής, κατά καιρούς οί προύχοντες, ζητούσαν από τον «Πρώτο» του Αγίου Όρους να τους στείλουν ένα δυνατό, ενάρετο και διακριτικό πνευματικό έξομολόγο, για να βοηθήσει τους δοκιμαζόμενους χριστιανούς.
Ό «Πρώτος» του Αγίου Όρους, πιεζόμενος συχνά από όλα σχεδόν τα χωριά της Χαλκιδικής, και μη γνωρίζων τι να κάμει, ζήτησε τη γνώμη και συμβουλή για την προκειμένη περίπτωση του αγίου Διονυσίου του Ρήτορας, ό όποιος ασκήτευε στο σπήλαιο του, στην έρημο του Άθωνα και του οποίου ή ασκητική μορφή και φήμη αγίου ήταν διάχυτη σ’ όλο το Αγιον Όρος.
Ό άγιος Διονύσιος, επειδή γνώριζε την πνευματική δύναμη, κατάρτιση και διακριτικότητα του μαθητού και συνασκητού του, αγίου Μητροφάνη, υπέδειξε στον «Πρώτο» του Όρους, σαν πιο κατάλληλο, για τη διακονία αυτή, να στείλει τον άγιο Μητροφάνη, ό όποιος με προθυμία δέχτηκε και με τη χάρη και θεία δύναμη πού ήταν προικισμένος, από τον Πανάγαθο Θεό, πρόσφερε πολύτιμες υπηρεσίες και βοήθησε πολύ τους χριστιανούς σ’ ολόκληρη τη Χαλκιδική.
Κέντρο της παραμονής του, είχε τον Ισβορο, πού σήμερα λέγεται Στρατώνι, και το ονομάζει ο άγιος Μητροφάνης «Χωράν μεγάλην».
Κατά το διάστημα της ιεράς αυτής αποστολής και ευαγγελικής περιοδείας του, «ενήργησε ό Θεός» πολλά σημεία και θαύματα.
Ένα άπ’ αυτά είναι και ή φοβερή οπτασία, ενός ευλαβούς χωρικού Εκεί Δημητρίου, την οποία ό ίδιος έγραψε στην καθαρεύουσα, κατόπιν εντολής και προτροπής, του Γέροντος του αγίου Διονυσίου. Εδώ όμως, για να γίνει περισσότερο καταληπτή, αποδίδεται σε ελεύθερο νόημα, περιληπτικά στην καθομιλούμενη γλώσσα:
«Στην κωμόπολη Ισβορο, κοντά στα σημερινά Μεταλλεία του Μποδοσάκη, το έτος 1520 ζούσε ευσεβής χριστιανός, με το όνομα Δημήτριος, ό όποιος εργάζονταν στα Μεταλλεία, για να συντηρεί την οικογένειά του.
Από τα μέλη της οικογένειας του, είχε απομείνει, ή γυναίκα του και ένα αγοράκι, πού στα δώδεκα του χρόνια πέθανε κι αυτό, όπως κι άλλα τρία πού του είχαν πεθάνει πρωτύτερα.
Το αγοράκι αυτό, σαν μονάκριβο πού τους είχε μείνει, επειδή ήταν πολύ φρόνιμο, συνετό και υπάκουο, το αγαπούσαν πολύ, ό πατέρας και ή μητέρα του. Άλλα ό Πανάγαθος Θεός, που έχει την εξουσία της ζωής και του θανάτου, τα κρίματα του Όποιου είναι ανεξιχνίαστη άβυσσος, θέλησε να πάρει πρόωρα την ψυχή του, έπεσε βαρεία άρρωστο και σε δεκαπέντε μέρες πέθανε.
Τούτο λύπησε πολύ τους γονείς του παιδιού, πού έκλαιγαν απαρηγόρητα, περισσότερο δε ό πατέρας του Δημήτριος, ό όποιος από την πολλή θλίψη έπεσε στο κρεβάτι άρρωστος και δεν ήθελε ούτε να φάει ούτε να πιει τίποτε επί δεκαπέντε μέρες.
Στην κατάσταση αυτή βρισκόμενος, ό Δημήτριος, τη δέκατη πέμπτη μέρα λιποθύμησε και φαινόταν σαν να πέθανε. Τότε ή γυναίκα του και ή πεθερά του, πού βρίσκονταν κι αυτή στο σπίτι τους άρχισαν τους θρήνους, οδυρμούς και αναστεναγμούς τόσο, πού μαζεύτηκαν όλοι οι γείτονες και συγγενείς τους κι έκλαιγαν κι αυτοί απαρηγόρητα το θάνατο του Δημήτρη, και κατά τη συνήθεια του κόσμου, άρχισαν να ετοιμάζουν τα κόλλυβα, σαβανώματα, θυμιάματα, κεριά και ότι άλλο θεωρείται απαραίτητο για την κηδεία και την ταφή. Εκεί όμως, πού κατά την τάξη τον άλλαζαν, παρατήρησαν, πώς τα μεν άκρα —χέρια και πόδια— και όλο το κορμί ήταν νεκρωμένα και κρύα, κοντά δε στο στέρνο και την καρδιά ήταν ακόμη ζεστός και ό σφυγμός διετηρείτο πολύ αραιός κι αδύνατος, πλην όμως δεν είχε σταματήσει τελείως και γι’ αυτό αποφάσισαν να μην τον θάψουν, αν δεν νεκρωθεί όλο το σώμα.
Πέρασαν πολλές ώρες, ήρθαν τα μεσάνυχτα και ή κατάσταση του Δημήτρη εξακολουθούσε να παραμένει ή ίδια. Τότε όλοι νύσταξαν κι αποσύρθηκαν λίγο ν’ αναπαυθούν.
Το πρωί της επόμενης ημέρας, ό Δημήτρης, αναστέναξε βαθιά κι ανασηκώθηκε στο κρεβάτι. Εκείνοι πού τον παράστεκαν, βεβαρημένοι από τη νύστα, σαν άκουσαν τον αναστεναγμό ξύπνησαν και είδαν το Δημήτρη να ζωντανεύει, θαύμασαν κι χάρηκαν όλοι τους και πιο πολύ ή γυναίκα και ή πεθερά του, οι όποιες τον ρώταγαν να τους ειπεί τι του συνέβη.
Ό Δημήτρης καθιστός στο κρεβάτι, έβαλε το χέρι στο μέτωπο του κι έβλεπε κάτω, ήταν πολύ σκεφτικός, φαινόταν αφηρημένος και τρεις μέρες δεν έτρωγε, δεν έπινε και δε μίλαγε σε κανέναν.
Ή γυναίκα του, είδε από το σπίτι έξω στο δρόμο παιδιά, συνομήλικα με το δικό της, να παίζουν, θυμήθηκε το παιδί της κι άρχισε να κλαίει απαρηγόρητα και να χύνει πικρά δάκρυα. Τότε ό Δημήτρης, σαν είδε τη γυναίκα του να κλαίει, έλυσε τη σιωπή του και της είπε: «Γιατί κλαις καί κόπτεσαι γυναίκα μου χωρίς να ξέρεις τι κάνεις καί τι λες; Το παιδί μας δεν πέθανε όπως νομίζαμε πριν, ούτε αφανίστηκε ούτε σάπισε στον τάφο, αλλά ζει καί είναι σε τόπο λαμπρό, φωτεινό, ψηλό καί ωραίο, σε φως πού δε λέγεται, δε μοιάζει ούτε παριστάνεται με τα φώτα του κόσμου τούτου. Μακάρι ν’ αξιωθούμε να πάμε κι εμείς στο μέρος εκείνο πού είναι τα παιδιά μας, να ζούμε κι εμείς τη μακαριά εκείνη ζωή, στην οποία δεν υπάρχει θλίψη, πόνος καί αναστεναγμός, αλλά είναι φως το αιώνιο καί ζωή χωρίς αρχή καί τέλος —ατελεύτητη.
Ή γυναίκα του, από τη πολλή θλίψη, δεν έδωσε προσοχή στα λόγια αυτά του συζύγου της, αλλά ή γριά μάνα της, σαν άκουσε τα λόγια αυτά, ρώτησε το γαμπρό της λέγουσα: «Παιδί μου, Δημήτρη, πώς γνωρίζεις ότι ζει το παιδί σου καί βρίσκεται στη μακαρία, όπως λες, ζωή;» Κι ό Δημήτρης, στην πεθερά του, είπε: «Είδα εγώ με τα μάτια μου σε ποιο χαρούμενο καί φωτεινό τόπο βρίσκονται τα παιδιά μας!» «Πες μου, Δημήτρη, σε παρακαλώ, εξακολούθησε να λέγει με αγωνία ή γριά, εκείνα που είδες καί άκουσες καί μη μας κρύψεις τίποτα».
Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΙ ΤΗΝ ΟΠΤΑΣΙΑ
«Όταν κοιμόμουν στο κρεβάτι άρρωστος, σε μια στιγμή, βλέπω μπροστά μου ένα λαμπροφορεμένο άντρα, πού έμοιαζε με αστραπή, το κάλλος καί ή ομορφιά του είναι απερίγραπτη. Τα φορέματα του χρυσοΰφαντα καί ποικιλόχρωμα, ακτινοβολούσαν από λαμπρότητα, θείο φωτισμό καί χάρη πού σου φέρνει ουράνια γαλήνη καί χαρά.
»από τη στιγμή πού τον είδα, κάθε σκέψη και νόημα, για τα πράγματα της ζωής αυτής, χάθηκαν από το μυαλό μου και τη θύμηση μου, και προσηλώθηκα εξ ολοκλήρου σ’ αυτόν.
»Εκεί πού ήμουν αφοσιωμένος στη θεωρία του, μου φάνηκε πώς χωρίστηκα από τα ανθρώπινα και βρέθηκα στην αγκαλιά του, με πήρε και πετάξαμε μαζί στους ουρανούς. Όταν ανεβαίναμε μου φάνηκε πώς περάσαμε επτά κύκλους ουρανών. Οι κύκλοι αυτοί φαίνονταν από κάτω προς τα άνω εως ότου τους περάσαμε όλους.
»Ανεβαίνοντας συναντούσαμε φως με ομίχλη, όταν φτάσαμε ψηλότερα είδα φως λαμπρότερο και γη ωραία και θαυμαστή, ομαλή και καθαρή με φώτα και παντός είδους ανθισμένα δέντρα, των οποίων την ευωδιά και το κάλλος δεν μπορεί ανθρώπινη γλώσσα να διηγηθεί.
»Όταν περάσαμε την ωραία εκείνη γη, βρεθήκαμε μπροστά σε δυο σιδερένιες και καλά σφραγισμένες πόρτες. Στην δεξιά πόρτα φύλαγαν ωραίοι λευκοφόροι νέοι και την αριστερή τη φύλαγαν άνδρες μαύροι με φοβερή όψη. Σαν φτάσαμε μπροστά στις πόρτες εκείνες, ό συνοδός μου Άγγελος, μου είπε σκύψε σύντομα και προσκύνησε, κι εγώ αμέσως έσκυψα και προσκύνησα. Σκυφτός όπως ήμουνα στη γη, άκουσα νάρχεται από μακριά φωνή και να λέγει: «τι έφερες αυτόν εδώ; Δεν σοι ειπόν να φέρεις τούτον, αλλά τον γείτονα του Νικόλαο, αυτός δε, έχει να ζήσει ακόμη επί της γης».
»Μετά από τη φωνή αυτή, ό οδηγός μου με σήκωσε κι αμέσως με πήρε και πήγαμε κατά ανατολάς, προχωρήσαμε και βρεθήκαμε σε ανθισμένη και απέραντη πεδιάδα, με πολύ ωραία δέντρα διαφόρων κατηγοριών.
»Στον ίσκιο κάθε δέντρου, κάθονταν κι από ένας άνθρωπος, οί δε άνθρωποι εκείνοι ήταν όλοι μιας ηλικίας, αλλά τα πρόσωπα τους, άλλων ήσαν λαμπρά και ωραία κι ακτινοβολούσαν από χαρά, άλλων τα πρόσωπα ήσαν στυγνά και λίγο μαύρα, και άλλων κατάμαυρα και σκοτεινά, κι ό καθένας άπ’ αυτούς είχε φανερά τα σημεία των πράξεων τους, είτε καλά είτε κακά, κι άπ’ αυτά φαίνονταν καθαρά σε όλους τα έργα πού κάνανε στη ζωή αυτή, κι γνώριζε ό ένας τον άλλον.
»Όταν διαβαίναμε την ωραία εκείνη πεδιάδα, κοίταζα δεξιά κι αριστερά, είδα πολλούς, πού τους γνώριζα στη ζωή αυτή και οί όποιοι έχουν πεθάνει από πολύν καιρό. Επίσης γνώρισα πολλές γυναίκες. Είδα κει και μια γνωστή γυναίκα πόρνη, πού από την εξωτερική εμφάνιση διακρινόταν ή ζωή της πού έκανε δω στη γη. Είδα κι άλλους πολλούς κακοποιούς, πού στη ζωή αυτή είχαν καταδικασθεί σε κρεμάλα, κι άλλους πού έκαναν διάφορες αμαρτίες, να έχουν φανερά τα σημεία των κακών πράξεων τους, όπως διακρίνονταν καί τα καλά έργα. Είδα επίσης καί πολλούς φίλους καί συγγενείς μας να βρίσκονται στον τόπο εκείνον.
»Κει πού βαδίζαμε, με το συνοδό μου Άγγελο, στην ωραία κι ανθοστολισμένη εκείνη πεδιάδα, καθώς παρατηρούσα τα ωραία τοπία, τα δροσερά λιβάδια, τα πανύψηλα δέντρα, κι άλλα ωραία καί απερίγραπτα πράγματα, είδα να κάθονται τέσσερα λαμπροφορεμένα παιδάκια πολύ όμορφα πού έλαμπαν σαν τον ήλιο. Στάθηκα καί θαύμαζα τα ωραία εκείνα μέρη καί κοίταζα αχόρταγα τα όμορφα εκείνα παιδάκια. Ό συνοδός μου Άγγελος τότε μου είπε: «Αδελφέ, γνωρίζεις αυτά τα ωραία παιδάκια; Μήπως ξέρεις τίνος είναι;» Τότε πήγα πιο κοντά, κοίταξα με προσοχή καί είδα ότι τα παιδιά εκείνα ήταν τα δικά μας. Είδα τα τρία πού μας είχαν από χρόνια πεθάνει καί το τελευταίο δωδεκάχρονο να το έχουν στη μέση. Στον Άγγελο είπα: «Ναι, κύριε μου, πολύ καλά τα γνωρίζω, είναι τα παιδιά τα δικά μου». Ή χαρά μου ήταν απερίγραπτη πού γνώρισα καί είδα τα παιδιά μας να είναι σε τόση χαρά, δόξα καί λαμπρότητα. Παρακάλεσα τον οδηγό μου Άγγελο, να μου επιτρέψει να μείνω κι εγώ Εκεί κοντά στα παιδιά μου για πάντα, να αισθάνομαι τη χαρά τους καί να μην τα αποχωριστώ ποτέ! Κι ό Άγγελος μου αποκρίθηκε πώς δεν ήρθε ακόμη ό καιρός για να μείνεις κι εσύ εδώ καί με πήρε αμέσως από τον τόπο εκείνον.
»Όταν φεύγαμε, από την ωραία εκείνη πεδιάδα με τα ευώδη άνθη, τον ουράνιο φωτισμό καί την αιώνια λαμπρότητα, ρώτησα το συνοδό μου: «Κύριε μου, τούτος ό ωραίος τόπος, είναι ό λεγόμενος Παράδεισος του Θεού ή, ή βασιλεία των ουρανών;» Εκείνος είπε: «Αυτός ό τόπος, ούτε ό Παράδεισος, ούτε ή βασιλεία των ουρανών είναι, αλλά είναι αυτό πού λέγει ή αγία Γραφή, ή γη των «Πραέων» καί ό τόπος της αναπαύσεως των ψυχών των δικαίων καί ορθοδόξων χριστιανών, τον όποιον ώρισε ό Πανάγαθος Θεός, να αναπαύονται οι ψυχές ως την ήμερα της «Δευτέρας του Χριστού παρουσίας», του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, του Δίκαιου Κριτή, πού θα ‘ρθει να κρίνει τον κόσμο καί να αποδώσει στον καθένα κατά τις πράξεις καί τα έργα πού έχει κάνει. Ή δε βασιλεία των ουρανών καί τα αιώνια αγαθά, πού θα απολαύσουν οι Δίκαιοι, όπως καί τα αιώνια κολαστήρια καί οι τιμωρίες πού είναι γι’ αυτούς, πού δεν πίστεψαν στο Χριστό καί τους αμετανόητους αμαρτωλούς, είναι εκεί πού είδες τις δυο κλεισμένες καί σφραγισμένες πόρτες, τη χρυσή καί λαμπρή πόρτα, πού οδηγεί στη βασιλεία του Θεού και τη σιδερένια και φλογερή, πού οδηγεί στην Κόλαση, πού είναι φτιαγμένη για τους δαίμονες και τα όργανα τους, πού είναι- όλοι οί κακοί και αμετανόητοι άνθρωποι».
»Τότε ρώτησα τον Άγγελο: «Τώρα, Κύριε μου, ποιοι είναι στη βασιλεία των ουρανών, και ποιοι είναι στην Κόλαση;» Κι εκείνος μου άπεκρίθη : «Τώρα κανένας δεν έχει πάει στη Βασιλεία των ουρανών, ούτε στην Κόλαση, αλλά οί μεν Δίκαιοι απολαμβάνουν μέρος από τα αιώνια αγαθά, στο διορισμένο από το Θεό τόπο και οί αμαρτωλοί πάλι, μέρος από τις τιμωρίες υφίστανται, και όπως είπαμε, οί Δίκαιοι και οί Αμαρτωλοί την τέλεια απολαβή των αιωνίων αγαθών ή των αιωνίων τιμωριών θα πάρουν μετά την Δεύτερη ένδοξη του Κυρίου Παρουσία, πού θα γίνει τότε, ή αιώνια πληρωμή ή, ή αιώνια καταδίκη.
»Οί ψυχές όμως των μεγάλων Αγίων, εξακολούθησε να μου λέγει ό οδηγός μου, από τώρα βρίσκονται σε πολύ ψηλότερο, ωραιότερο και φωτεινότερο τόπο από τούτον εδώ, εκεί πού είναι μεγάλο και πολύ λαμπρότερο φως, από το όποιο φως, έρχονται εδώ οί ακτίνες και λαμπηδόνες, πού φωτίζουν τον τόπο τούτον».
»Όταν είπε αυτά, ό οδηγός μου Άγγελος, ξεκινήσαμε να πάμε κατά το Νοτιά, βγήκαμε από το φωτεινό και λαμπρό εκείνο μέρος και φτάσαμε σε σκοτεινό και καλυμμένο από μούχλα και σαπίλα τόπο, από τον όποιον έβγαινε πολύ βρώμα και δυσωδία. Εκεί είδαμε πολύ πλήθος ανθρώπων, πού είχανε ηλιοκαμένοι και πολύ λυπημένη όψη. Ρώτησα, τι άνθρωποι είναι αυτοί πού βρίσκονται εδώ μέσα; Κι αυτός μου είπε: «Αυτοί πού βλέπεις εδώ, είναι οί Εβραίοι πού δεν πίστεψαν στο Δεσπότη Χριστό».
»Προχωρήσαμε πιο πέρα. Εκεί βρήκαμε πιο σκοτεινό και βρωμερότερο μέρος, είχε μέσα κι αυτό πλήθος πολύ λάου, πού φαίνονταν σαν μικροί ανθρωπίσκοι, σαν μικρά παιδιά και σκουλήκια, πού κυλιόντουσαν μέσα σε λάσπη από κοπριά. Ρώτησα τον οδηγό μου γι’ αυτούς και μου είπε, πώς αυτοί είναι οί Τούρκοι και άπιστοι Αγαρηνοί, και όλοι οί αιρετικοί και κακόδοξοι άνθρωποι. Εκεί γνώρισα και πολλούς από τους Αθίγγανους —Γύφτους— πού τους ήξερα από τη ζωή αυτή κι είχανε τα πρόσωπα τους πολύ μελανά.
»Όταν βγήκαμε άπ’ εκεί, γυρίσαμε κι άλλους τέτοιους σκοτεινούς και βρωμερούς τόπους, γεμάτους από ανθρώπους κάθε θρησκείας, κάθε αιρέσεως, άθεους, ειδωλολάτρες και λαούς από διάφορα έθνη. Σε ερώτηση μου αν αυτή είναι ή Κόλαση, ό οδηγός μου είπε: Όπως και πρωτύτερα σου είπα αυτά πού είδες, δεν είναι ούτε ή Κόλαση, ούτε ό Παράδεισος, άλλα όλα αυτά είναι προσωρινά μέχρι τη δεύτερη του Χριστού Παρουσία. Πρέπει να ξέρεις και τούτο πως η Κόλαση είναι μια άλλα τα βάσανα και οι τιμωρίες είναι πολλές και διάφορες όπως και η Βασιλεία των ουρανών είναι μια άλλα έχει κι αυτή διαφορά στις κατοικίες και τις απολαύσεις για τους Δικαίους, ανάλογα με τις αρετές και την προσφορά της θυσίας του καθενός στη ζωή τούτη, όπως λέγει κι ό Δεσπότης Χριστός στο ιερό ευαγγέλιο Του: «Εν τη οικία του πατρός μου μοναί πολλαί είσιν» (Ίωάν. ΙΔ’ 2).
Εκει που ο οδηγός μου έλεγε αυτά άκουσα να έρχεται από κάτω βαθιά τρομακτική και βροντερή, φωνή βρυχωμένου δράκοντα και αγρίου θεριού, και να βγαίνει βρώμα και δυσωδία ανυπόφορη. Από τη φωνή αυτή τραβήχτηκα και τρόμαξα τόσο, πού προσπάθησα να κρυφτώ στην αγκαλιά του φύλακα συνόδου μου και τρέμων από το φόβο μου, τον ρώτησα: «τι φωνή είναι αυτή, Κύριε μου και ή πολλή αυτή βρώμα πούθε έρχεται;» Κα! κείνος μου είπε: «Αυτός πού φωνάζει και βρυχιέται είναι ό παμφάγος Άδης, ό όποιος δέχεται όλους τους άπιστους και περιφρονητές αμαρτωλούς κατ’ εξακολούθηση, πού δεν πίστεψαν στο Χριστό και δε μετανοήσαν ποτέ για ότι κακό έκαναν στη ζωή τους. Όποιος άπ’ αυτούς πεθάνει, περνάει από τον Αδη, ό όποιος τους ξερνάει, στους τόπους της καταδίκης πού είδες και δε χορταίνει ποτέ».
»Αμέσως άκουσα άλλη φωνή πούρχονταν από ψηλά και έλεγε : «τι φωνάζεις, τι κλαις και στενοχωριέσαι; Περίμενε λίγο και θα χορτάσεις από ανάξιους ιερείς, αρχιερείς, επίσκοπους και μοναχούς, δόκιμους κα! χριστιανούς αμελείς και περιφρονητές στην καλοσύνη και πρόθυμους για το κακό».
»Και Κει πού ή φοβερή αυτή φωνή σφύριζε ακόμη στα αυτιά μου, βρέθηκα αμέσως στο σπίτι μου, είδα το σώμα μου νεκρό, άσχημο και παγωμένο, δεν ήθελα να μπω μέσα σ’ αυτό, αλλά ό οδηγός μου μ’ έβαλε με το ζόρι χωρίς να θέλω να μπω μέσα, κι αισθάνθηκα δριμύ πόνο και να σαλεύουν όλα τα νεύρα, οι αρθρώσεις και τα κόκκαλα».
Ή γυναίκα του Δημήτρη και ή πεθερά του, άμα άκουσαν αυτά, έμειναν κατάπληκτες και διηγούμενες αυτά, από στόμα σε στόμα διαδόθηκαν όχι μόνο στον Ισβορο, άλλα και σ’ όλη τη Χαλκιδική.
Τούτο έφτασε κα! στα αυτιά του αγίου Μητροφάνη, ό όποιος πήγε στο σπίτι του Δημήτρη, από τον όποιον βεβαιώθηκε για την αλήθεια της θείας αυτής οπτασίας, την οποίαν ό Δημήτρης επανέλαβε και διηγήθηκε στον Άγιο δυο και τρεις φορές, ακριβώς όπως μας την περιέγραψε ό ίδιος, ό άγιος Μητροφάνης.
Ή οπτασία αύτη του Δημήτρη, βεβαιώθηκε κι από το γεγονός, που ακολούθησε, γιατί όταν άκουσε τη θεία εκείνη φωνή, πού έλεγε στον οδηγό του Άγγελο: «Δεν σοί ειπόν να φέρεις αυτόν, άλλα το γείτονα του Νικόλαο», τούτο πραγματοποιήθηκε, γιατί δυο μέρες μετά την οπτασία, πού είδε ό Δημήτρης, ό γείτονας του Νικόλαος καίτοι ήταν πολύ καλά στην υγεία του, ξάφνου χωρίς νά-χει καμιά αρρώστια πέθανε και τις ετοιμασίες πού είχαν για την κηδεία του Δημήτρη, τις χρησιμοποίησαν για την ταφή του Νικόλαου.
Μερικοί αρχιερείς και ιερείς, από φθόνο του διαβόλου, κινήθηκαν να διασύρουν την οπτασία αύτη σαν ψεύτικη, προσπάθησαν να σπείρουν απιστία και αμφιβολία, με τη δικαιολογία, ότι, ή φωνή πού άκουσε, ό Δημήτρης, άνωθεν να λέγει στον Αδη, ότι θα χορτάσει από αρχιερείς, ιερείς και μοναχούς αμελείς και ράθυμους, προς τις υποχρεώσεις και τα καθήκοντα τους και ότι δεν θα έπρεπε να λέγει γι’ αυτούς, αλλά να έλεγε, πώς θα γεμίσει από άπιστους, ασεβείς και αμαρτωλούς, αν ήταν αληθινή!
Ταλαίπωροι άνθρωποι, σ’ όποια τάξη κι αν ανήκετε, όποιο βαθμό και αξίωμα φέρετε, γιατί «προφασίζεσθε προφάσεις εν άμαρτίαις»; «Σκληροτράχηλοι και απερίτμητοι τη καρδία, ίνα τι αγαπάτε ματαιότητα και ζητείτε ψευδός;» «Πώς θέλετε ό καθένας σας να δικαιολογείστε και να κρύβεστε πίσω από το δάκτυλο σας»; Αυτά είπε προς αυτούς,, ό άγιος Μητροφάνης, και επιπροσθέτως έλεγε: «Αδελφοί, εμείς οί κληρικοί, πού ταχθήκαμε να υπηρετούμε τον Κύριο, να γνωρίζουμε καλά, πώς πρέπει να είμαστε τύπος και υπόδειγμα ενάρετης ζωής, να είμαστε φως και οδηγοί στους ανθρώπους, όπως λέγει και ό Κύριος μας: «Ύμεΐς έστε το φως του κόσμου, ύμεΐς έστε το άλας της γης» (Ματθ. Ε’ 13, 14) και ως τοιούτοι θα πρέπει σε τέτοιες περιπτώσεις να χύνομαι περισσότερο φως και όχι να συσκοτίζαμε πιο πολύ τα απλά και θεια αυτά πράγματα, πού ό Θεός αποκαλύπτει στους πιστούς, για να διορθωθούμε και να διορθώσουμε και τον κόσμο, πού έχει σκοτάδι και άγνοια μεγάλη, του θείου νόμου και των εντολών του Θεού. Αντί, με τα καλά μας λόγια, με τα καλά μας έργα και την καθαρή πολιτεία της ζωής μας να γινόμαστε το καλό παράδειγμα, να φάνουμε άξιοι εργάτες της κλήσεως μας και καλοί οικονόμοι να μεταδίδομαι τη χάρη, πού από το Θεό μας δόθηκε, εμείς γινόμαστε προσκόμματα του καλού, αιτία σκανδάλου και κακό παράδειγμα, στους πιστούς με την απιστία καί την αμφιβολία πού μεταδίδουμε στον πιστό και απλό λαό καί με τον τρόπο αυτόν βλάπτουμε τις ψυχές τους, για τις όποιες, ό Χριστός, επάνω στο Σταυρό, θυσιάστηκε και παρέδωκε την ψυχή του «λύτρον αντί πολλών». Αντί να προσπαθούμε με κάθε τρόπο να ωφελήσομε τον πλησίον μας, εμείς με κάθε τρόπο τον βλάπτομε, με το να λέμε καί να διαδίδομε πώς οί οπτασίες αυτές καί αποκαλύψεις, οί όποιες μας φέρνουν σε αίσθηση, σε φόβο Θεού, σε μετάνοια καί επίγνωση του εαυτού μας, να λέμε δεν είναι αληθινές; Δεν είναι πραγματικές; Μήπως γιατί αποκαλύπτουν τα κακά έργα του καθενός; Καί φανερώνουν τις τιμωρίες πού μας περιμένουν; Η την δίκαιη αντιμισθία καί ανταμοιβή που θα λάβουν από τον Δίκαιο Κριτή εκείνοι πού εργάστηκαν το καλό καί την αρετή; Πρέπει να ξέρουμε πώς οποίοι κι αν είναι αυτοί, απλοί άνθρωποι, ή ιερείς, αρχιερείς, Πατριάρχες, Βασιλείς, Στρατηγοί ή Στρατιώτες, όλοι όμοια καί δίκαια θα κριθούν, από τον-απροσωπόληπτο Κριτή, το Θεό. Καί συνέχισε ό άγιος Μητροφάνης, να διδάσκει καί να λέγει στο λαό: «Ας ξυπνήσομε, αδελφοί, ας έλθομε στον εαυτό μας όσον είναι ακόμη καιρός, γιατί το κουδούνι του κινδύνου, για τον καθένα μας, κάθε λίγο κτυπάει, δεν ξέρουμε πότε το τέλος καί σε μας θα έλθει. Ας προσπαθήσαμε να μιμηθούμε τους καλούς ιερείς, αρχιερείς, μοναχούς καί όλους εκείνους τους καλούς χριστιανούς, οί όποιοι εργάζονται το καλό, την αρετή καί τη δικαιοσύνη, για να γίνωμεν κι εμείς φώτα σωστικά, παραδείγματα αρετής καί καλοσύνης στους πιστούς αδελφούς μας, όπως μας παραγγέλλει ό Κύριος λέγων: «Ούτω λαμψάτω το φως υμών έμπροσθεν των ανθρώπων, όπως είδωσιν υμών τα καλά έργα καί δοξάσωσι τον πατέρα υμών τον εν τοις ουρανοίς» (Ματθ. Ε’ 16) για να λάβουμε κι εμείς τη δίκαιη ανταμοιβή καί να ζήσομαι αιώνια με το Θεό στη βασιλεία των ουρανών. Αμήν».
Άγνωστο επίσης σε μας είναι, που κοιμήθηκαν οί άγιοι Πατέρες αυτοί, Διονύσιος ό ρήτωρ καί Μητροφάνης καί μέχρι σήμερα δε βρέθηκαν τα αγία Λείψανα τους.
Επί των ημερών μας ήτοι το 1956 έτος, ό ευλαβέστατος υμνογράφος της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας Γέρων Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης, με την επίσης ευλαβέστατη συνοδεία του, με πολλούς κόπους καί πόνους, κατόπιν εμφανίσεως καί αποκαλύψεως των αγίων αυτών, κατόρθωσε να καθαρίσει το σπήλαιο εντός του οποίου έφτιαξε ωραία εκκλησία στο όνομα τους Εκεί πού πέρασαν οί άγιοι Διονύσιος καί Μητροφάνης την ασκητική ζωή τους, Ή εκκλησία αυτή, αντί για σκέπη της έχει την -προέκταση του βράχου, πού σκεπάζει το σπήλαιο, και από ένα σημείο στάζει συνέχεια άγιασμα, το όποιο μαζεύουν οι Πατέρες και δίδεται στους ευλαβείς προσκυνητές προς αγιασμό. Στη μνήμη των αγίων αυτών την 9ην Ιουλίου εκάστου έτους, γίνεται ολονύκτια αγρυπνία, στην οποία προσέρχονται πολλοί Μοναχοί και ευσεβείς χριστιανοί προσκυνητές.
Στην τοποθεσία πού βρίσκεται το σπήλαιο, πολλοί μοναχοί και ευλαβείς προσκυνητές, καθώς και ό γράφων τις γραμμές αυτές, κατά καιρούς έχουν αισθανθεί να βγαίνει θεία ευωδιά και αυτό μας πείθει, πώς κάπου κει κοντά στο σπήλαιο θα πρέπει να βρίσκονται τα άγια λείψανα των ευλογημένων αυτών Αγίων Πατέρων